26 Απρ 2020

Διαβαίνοντας το φαράγγι του ποταμού της Νέδας, στα σύνορα Ηλείας-Μεσσηνίας, 12 Αυγούστου 2001 (Neda River, Messinia , Greece).



Ελένη Ψυχογιού 


Η ΔΙΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΝΕΔΑΣ   12/8/2001


[Οι φωτογραφίες της γράφουσας, Ε.Ψ.,εκτός εάν αναγράφεται διαφορετικά]




Απεικόνιση από δορυφόρο της περιοχής και της ροής του ποταμού Νέδα όπου έγινε η διάβασή του (πηγή: googleearth)


Γεωφυσικός Χάρτης της ροής του ποταμού Νέδα στα σύνορα Ηλείας-Μεσσηνίας  (πηγή: "Πελοπόννησος.  Χάρτης γεωφυσικός, πολιτικός, παραγωγικός", εκδοτικός οίκος Άγκυρα, Αθήναι 1977. 



Ταμπέλα  στην αρχή της διαδρομής για το φαράγγι 

Τον Αύγουστο του 2001 είχε διοργανωθεί από αυτοδιοικητικούς και άλλους φορείς των όμορων νομών Ηλείας και Μεσσηνίας μια ομαδική ημερήσια εκδρομή για την περιπατητική διάβαση του δύσβατου φαραγγιού και ποταμού της Νέδας, για τις 12/8. Η ημερομηνία αυτή συνέπιπτε με την χρονική περίοδο που θα πραγματοποιούσα την ετήσια επιτόπια έρευνά μου («λαογραφική αποστολή»), την εντεταλμένη από την Ακαδημία Αθηνών «στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης»[1], οπότε δινόταν ευκαιρία να εντάξω αυτή την περιήγηση  στην επιτόπια  έρευνά μου, ξεκινώντας  από την Νέδα, λόγω του ερευνητικού μου ενδιαφέροντος για το ποτάμι, πάνω στο οποίο είναι το χωριό Πλατάνια Τριφυλίας και η σπηλιά της Μέλαινας Δήμητρας.  Δινόταν δε  η δυνατότητα –ευτυχής συγκυρία- να πραγματοποιήσω αυτή την περιήγηση οργανωμένα και μαζί με άλλους, κάτι ανέφικτο σε μοναχικό, προσωπικό επίπεδο. Παρέα μου θα συμμετείχαν στην περιηγητική ομάδα και μια από τις αδελφές μου, μικρότερή μου,  καθώς και μια συνομήλικη παιδική μου φίλη.
Το πούλμαν των περιηγητών ξεκίνησε από την Αμαλιάδα ενώ εγώ τους ακολούθησα με το δικό μου αυτοκίνητο ως τη διασταύρωση των δρόμων κοντά στη Ζαχάρω Ηλείας  όπου θα με παρελάμβαναν και εμένα,  καθώς αφήνοντας την παραιόνια εθνική οδό Πύργου-Καλαμάτας θα ανηφόριζαν προς την Αρχαία Φιγάλεια από όπου θα ξεκινούσε η περιήγηση. Πάρκαρα  το δικό μου αυτοκίνητο στη διασταύρωση  κοντά στη Ζαχάρω ώστε  να το παραλάβω  κατά την επιστροφή, μετά την ολοκλήρωση της περιήγησης, όπου  εγώ μεν να συνεχίσω προς Καλαμάτα οι δε υπόλοιποι να επιστρέψουν στην Ηλεία.


Σημείο της παραιόνιας διαδρομής  Πύργος-Καλαμάτα λίγο πριν τη Ζαχάρω, από τις  παραλιακές θίνες , μετά την πυρκαγιά του 2008. Στο βάθος η λίμνη Καϊάφας, Στο κέντρο  διακρίνεται η μη  χρησιμοποιούμενη σιδηροδρομική γραμμή και  η εθνική οδός  (Οκτ, 2010)

Μέσα στο πούλμαν είδα ότι οι περισσότεροι ήταν νέοι άνθρωποι, είτε μόνοι είτε ζευγάρια, και μάλιστα ένα-δυο με τα παιδιά τους, ενώ εγώ και η παρέα μου ήμασταν οι μεγαλύτερες, με διαφορά. Ένας υπεύθυνος για την εκδρομή μας ενημέρωσε για το πρόγραμμα και μας έδωσε οδηγίες. Ήδη είχαμε ενημερωθεί για τα απολύτως απαραίτητα που θα έπρεπε να έχουμε μαζί μας για τη διάβαση: γερά παπούτσια-μποτάκια, μαγιό, καπέλο, μπαστούνι, μια αλλαξιά ρούχα, ένα σάντουιτς.  Εγώ ρώτησα αν ήταν ασφαλές, μήπως βραχεί,  να πάρω την φωτογραφική μηχανή και με ενημέρωσαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα γιατί για τα δύσκολα, βαθιά και άπατα σημεία της κοίτης του ποταμού θα μας συνόδευαν μικρά φουσκωτά σκάφη όπου μπορούσαμε να τοποθετήσουμε τα ευαίσθητα αντικείμενα, όπως μηχανές κ.ά. Χμ...Αντιλαμβανόμουν κατόπιν αυτού, ότι μάλλον είχα πάρει κάπως αψήφιστα την απόφαση να συμμετέχω, καθώς συνειδητοποιούσα από τα λεγόμενα ότι η διάβαση του φαραγγιού θα ήταν  πολύ δύσκολη, εν τέλει, και μάλιστα για την ηλικία μου (55 χρονών τότε, ευτυχώς είχα χάσει πρόσφατα αρκετά κιλά και ήμουνα πιο ανάλαφρη), περισσότερο από όσο την είχα εγώ φανταστεί, ενώ αναρωτιόμουν πώς θα τα κατάφερναν και τα παιδιά που συμμετείχαν. Η περιήγηση θα ολοκληρωνόταν αργά το απόγευμα με ανάβαση σε γειτονικό ορεινό χωριό, τον Αυλώνα Τριφυλίας (η Τριφυλία στην επικράτεια του Νέστορα κατά την Μυκηναϊκή εποχή), γειτονικό στα Πλατάνια με την Αγιαλένη, όπου θα περίμεναν τα πούλμαν να μας παραλάβουν για την επιστροφή, ενώ ο Δήμαρχος θα μας υποδεχόταν και θα μας παρέθετε δείπνο. Το χωριό μού ήταν άγνωστο, ωστόσο θυμηθήκαμε με την αδελφή μου ότι ήταν το χωριό του άνδρα μιας πρώτης εξαδέλφης μας, όπου ήταν και το πατρικό του σπίτι στο οποίο παραθέριζαν κάθε χρόνο, οπότε υπήρχε πιθανότητα να την συναντήσουμε εκεί και σκεφτόμασταν την έκπληξή της να της παρουσιαζόμασταν ανεβαίνοντας πεζή από το ποτάμι! Η διαδρομή μας επομένως θα ξεκινούσε από χωριό της Ηλείας υπερκείμενο στο ποτάμι και θα κατέληγε σε χωριό της Μεσσηνίας, επίσης υπερκείμενο του ποταμού, ενώ εμείς θα βαδίζαμε κυριολεκτικά "μέσα" στο υδάτινο σύνορο των δύο νομών... 



Η αρχαία κρήνη της Φιγαλίας (Αύγ. 1998)

Αφήσαμε το πούλμαν και συγκεντρωθήκαμε μαζί με άλλες ομάδες περιπατητών στην ήδη γνωστή μου αρχαία ροοκρήνη της Φιγαλίας, όπου έγινε μια μικρή ξενάγηση (φωτ.).  Κατά τις 11.30 π.μ. πήραμε το στενό, πολύ κατηφορικό μονοπάτι το οποίο μέσα από πυκνές δάφνες, μυρτιές και κήπους οδηγεί στο ποτάμι. Μαζί μας κατηφόριζαν και νερά που έτρεχαν πέφτοντας  από διάφορα σημεία του μονοπατιού, αφού είχαν στο διάβα τους ποτίσει και τους παρακείμενους κήπους. Μέχρι να κατεβούμε το κάθετο σχεδόν αυτό μονοπάτι, παρουσιάστηκαν και τα πρώτα προβλήματα και μάλιστα στην παρέα μας, καθώς η αδελφή μου είχε ήδη πρόβλημα με τα καινούργια μποτάκια της, που της πλήγιασαν το πόδι και σταματήσαμε, παραμερίζοντας το δυνατόν  για να περνούν οι άλλοι, ώστε να βάλει γάζα στην πληγή. Η  στάση αυτή στη συνέχεια μας έφερε στην έσχατη θέση των συνοδοιπόρων της ομάδας μας, πίσω από αυτούς. Όταν φτάσαμε στο ποτάμι, είδα ότι η κοίτη του ήταν γεμάτη με τεράστιους ογκόλιθους  και με  μικρότερες αλλά μεγάλες και μικρές πέτρες ενώ το ορμητικό νερό του, που άφριζε γύρω από τις πέτρες, ήταν παγωμένο (αμάν-αμάν, σκέφτηκα, πολύ ζόρικα τα πράγματα!). Μακάριζα λοιπόν τα  δικά μου δερμάτινα μποτάκια με καουτσουκένιες ραβδωτές σόλες (που είχα αποκτήσει επί τούτου, για την διάβαση,  λίγες μέρες πριν έναντι 500 δρχ. (!) στη λαϊκή αγορά της Ανδραβίδας), που -προς το παρόν- αποδεικνύονταν σωτήρια καθώς ήταν μαλακά μεν αλλά έσφιγγαν δεόντως τα πόδια μου ώστε να πατώ  γερά ανάμεσα στις πέτρες χωρίς  να γλιστράω, με τη βοήθεια και της γκλίτσας που είχα μαζί μου ως μαγκούρα.



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Ο καταρράχτης στα "Άσπρα νερά",  στη βόρεια όχθη στην ηλειακή Φιγάλια, όσο μπόρεσα να  φωτογραφίσω μέρος του, ενώνοντας δύο φωτογραφίες  

 Ξεκινήσαμε την πορεία στη στενή, χαλικόστρωτη όχθη με βήμα σημειωτόν γιατί έπρεπε να περνάμε ένας-ένας το στενό μονοπάτι για να προσεγγίσουμε τα «Άσπρα Νερά», τον πρώτο από τους καταρράχτες στην πορεία μας. Όταν προσεγγίσαμε και ανεβήκαμε στην ειδική εξέδρα που είναι στημένη για τους επισκέπτες, αντικρίσαμε θέαμα μαγευτικό: απέναντί μας, από ύψος περίπου τριάντα μέτρων, κατρακυλούσαν με ορμή και αντάρα πάνω σε έναν κάθετο, λειασμένο από αυτά,   βράχο τα νερά του ποταμιού, δημιουργώντας έναν υπέροχο καταρράχτη και έπεφταν  μέσα σε μια βαθιά γούρνα με μπλε, λευκασμένα από τους αφρούς,  νερά, εξού και το όνομα Άσπρα Νερά (φωτ.). Ο επικεφαλής/ξεναγός  της εκδρομής αφηγούνταν τον μύθο ότι εδώ, η νύμφη Νέδα, από την οποία πήρε το θηλυκό όνομά του ο ποταμός, έπλενε τα σπάργανα του νεογέννητου, πάνω στην κορφή του γειτονικού Λύκαιου όρους, Δία, ενώ ο δικός μου νους έτρεχε στην Ελένη και στην Δήμητρα και αν θα είχα την τύχη να δω τη σπηλιά της κάπου μέσα στο φαράγγι..
Το ποτάμι, με τις πηγές του στο μυθικό όρος Λύκαιο που υψώνεται με τα παρακλάδια του πάνω στους νομούς Αρκαδίας, Ηλείας και Μεσσηνίας,   μετά τον καταρράχτη χώνεται κυριολεκτικκά στα σπλάχνα του όρους Τετράζι και συνεχίζει την πορεία του προς τα δυτικά, κατευθυνόμενο προς την είσοδο του στενού φαραγγιού που το ίδιο έχει σκάψει επί χιλιάδες χρόνια μέσα στο βουνό, προκειμένου να βγει στον κάμπο της Τριφυλίας για να χυθεί στο Ιόνιο πέλαγος κοντά στο Γιαννιτσοχώρι. Το στενό άνοιγμα του φαραγγιού φαινόταν ήδη, μερικές δεκάδες μέτρα μπροστά μας και κατευθυνθήκαμε πατώντας μέσα στο ποτάμι, προς τα εκεί (φωτ.). Στην αρχή αποφεύγαμε το παγωμένο νερό, πατώντας και ισορροπώντας πάνω στις  μικρότερες, κάπως επίπεδες πέτρες που γεμίζουν, «πυκνοφυτεμένες» μαζί με τις ογκώδεις, την κοίτη του. Σύντομα όμως αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε αυτή την πρακτική, καθώς η πορεία ήταν αδύνατη βεβαίως χωρίς να  βυθίσουμε τα πόδια στο νερό.



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Μία από τους διαβαίνοντες τον ποταμό αναλογιζόμενη τις δυσκολίες, στην αρχή της περιήγησης...
 (η φωτ. όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

Συνεχίζαμε λοιπόν την πορεία μας με τα μποτάκια και τις κάλτσες μας βυθισμένα στο παγωμένο νερό, ενώ αυτό που μας απασχολούσε πλέον περισσότερο από το να κοιτάμε γύρω μας το επιβλητικό φαράγγι, ήταν το πώς να βρούμε μέσα στο νερό κατάλληλα ανοίγματα ανάμεσα στις πέτρες για να πατήσουμε το πόδι μας στο βυθό με ασφάλεια, στηρίζοντας ταυτόχρονα το σώμα στα μπαστούνια μας που χώναμε ανάμεσα στις πέτρες για  να μη μας παρασύρει το ρεύμα του ποταμού που είχε μεγάλη δύναμη, ιδιαίτερα μετά τα σημεία που εμπόδιζαν τη ροή του οι ογκόλιθοι. Δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο νερό και πόση ορμή θα είχε το ποτάμι τον Μάη μήνα που λιώνουν τα χιόνια.  



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Η διάβαση (η φωτ. όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

Καθώς προσεγγίζαμε την είσοδο του φαραγγιού, η κοίτη του ποταμού στένευε πολύ, χωρίς να αφήνει ούτε ελάχιστο χώρο στην ακροποταμιά  για να περπατήσει έστω ένας έξω από το νερό, το οποίο λόγω της στενότητας βάθαινε και έφτανε ως τους μηρούς μας, μουσκεύοντας βεβαίως και τα όποια στεγνά ρούχα ή μαγιό φορούσαμε…



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Η διάβαση (η φωτ. όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

Ωχωχωχ! Πολύ ζόρικα τα πράγματα, έλεγα στις συνοδοιπόρους μου, καθώς έβλεπα ότι αφού θα μπαίναμε μέσα στο στενό, μισο-σκοτεινό, κρύο και βουερό φαράγγι με τους πανύψηλους κάθετους πέτρινους όχθους απ΄ όπου βλέπαμε μια στενή λωρίδα ουρανού, δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής ή επιστροφής, έπρεπε να συνεχίσουμε μέχρι τέλους αυτή την αμφίσημη, μακρά, δύσβατη, επικίνδυνη και ταυτόχρονα τέτοιας απίστευτης φυσικής ομορφιάς,  διάβαση! Τα πράγματα γινόντουσαν όλο και πιο δύσκολα απ’ όσο είχα μπορέσει να φανταστώ διαβάζοντας περιγραφές άλλων για τη διάβαση ή απ’ όσο είχαν αφήσει να εννοηθεί οι επικεφαλής της εκδρομής. «Ούτε ελικόπτερο δεν μας σώζει από εδώ μέσα», είπα, «έτσι και χρειαστεί κάποιος βοήθεια»!



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Η διάβαση (η φωτ. όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

Το κουβάλημα της φωτογραφικής μου μηχανής, (Minolta, αναλογική) αποδείχτηκε κακή ιδέα γιατί όχι μόνο δεν ήταν εύκολο να τραβώ φωτογραφίες αλλά με βάραινε και δυσκόλευε και τις κινήσεις μου, καθώς την προστάτευα από τα νερά, ενώ σε πολλά σημεία έπρεπε να προχωρούμε στηριζόμενοι σε πόδια και χέρια, στα τέσσερα, για να παρακάμπτουμε τους ογκόλιθους χωρίς να μας παρασύρει το ρεύμα. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα πάνω στο σώμα μου την τόσο μεγάλη, ορμητική  πίεση του παγωμένου νερού ενός ποταμού και καταλάβαινα πόσο δεν είναι υπερβολικοί οι μύθοι που τα θεοποιούν και τα τραγούδια που τα αφορούν  και μάλιστα για τις καταστροφές που προκαλούν, όπως το πασίγνωστο με την «Ρούσα παπαδιά»[2]. Τα πόδια μου, αναισθητοποιημένα από το παγωμένο νερό μέσα στα μποτάκια και τις κάλτσες, δεν ένοιωθαν ούτε πόνο από τα στραμπουλήγματα ανάμεσα στις πέτρες, ούτε κούραση, ενώ ήταν σαν να εύρισκαν μόνα τους τα πατήματα πάνω ή ανάμεσα στις γλιστερές πέτρες μέσα στο ρου του ποταμού,  άλλοτε   συμπορευόμενη, άλλοτε κάθετα σε αυτόν.



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Διάβαση (η φωτογραφία όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

 Κάπου-κάπου, έστρεφα το βλέμμα μου, το κατά δύναμη, ψηλά, προς το άνοιγμα των ψηλών πέτρινων, σε όλους τους τόνους του καφέ, όχτων του ποταμού, στεφανωμένων με πανύψηλες βελανιδιές, κουτσουπιές, πουρνάρια και άλλη θαμνώδη βλάστηση, δάφνες και μυρτιές, τα οποία  αλλού σμίγουν  μεταξύ τους σκοτεινιάζοντας το φαράγγι, αλλού αφήνουν ένα στενό άνοιγμα από όπου τρύπωναν κάθετες οι αχτίδες του μεσημεριανού ήλιου σκαρώνοντας μικρά, ιριδίζοντα  ουράνια τόξα στις δροσοσταλίδες που γέμιζαν το στενό χώρο. Εδώ κι εκεί μικρές σπηλιές ανοιγόντουσαν πάνω στις πλαγιές των όχτων και εγώ είχα ακόμα το κουράγιο να αναρωτιέμαι αν άραγε κάποια από αυτές  ήταν αυτή που αποδίδεται στην  «μέλαινα» Δήμητρα του αρχαίου μύθου, όπου βρήκε καταφύγιο ως  θρηνούσα, μαυροφορεμένη  μάνα  για τη χαμένη Κόρη (την οποία κατά τον Αρκαδικό μύθοο είχε γεννήσει αλογοκέφαλη μετά τη συνεύρεσή της με τον χθόνιο Ποσειδώνα με μορφή αλόγου), εξαιτίας της οποίας διάβαινα και εγώ τώρα με τόσους κόπους το φαράγγι, ωσάν σε προσωπικό μυητικό διαβατήριο προσκύνημα (όλα τα προσκυνήματα και οι μυητικές διαβάσεις είναι αμφίσημες, εξάλλου) -και της χαλάλιζα τον κόπο και την κούραση, ακόμα και τον κίνδυνο να αρρωστήσω, μπροστά σε αυτό το θέαμα, το ακρόαμα, το βίωμα…Η περίφημη σπηλιά της Δήμητρας αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς κάπου στην Φιγάλια, αλλά η θέση αυτού του εξαιρετικά σημαντικου ιερού,  για τους Αρκάδες κυρίως, δεν έχει εντοπισθεί επακριβώς. Μέσα στη σπηλιά ήταν το  πανάρχαιο αλογοκέφαλο ξόανο της θεάς Δήμητρας (ταυτιζόμενης με την Κόρη-Δέσποινα), το οποίο κάηκε επί της βασιλείας Σίμου του Φιγάλου, και αντικαταστάθηκε από άλλο, όπως αναφέρει ο Παυσανίας (Αρκαδικά, 8, 5 και 42): "...Πεποιήσθε δε ούτω σφισί το άγαλμα. Καθέζεσθαι μεν επί πέτρα, γυναικί δε εοικέναι τα άλλα πλην κεφαλήν, κεφαλήν δε και κόμην είχεν ίππου και δρακόντων και άλλων θηρίων εικόνες περοσεπεφύκεσαν τη κεφαλή, χιτών δε ενεδέδυτο και άκρους τους πόδας. Δελφίς δε επί της χειρός ην αυτ, περιστερά δε ή όρνις επί τη ετέρα...", όπως ακριβώς στην  παρακάτω εικόνα-αναπαράσταση της σπηλιάς (κείμενο και εικόνα από το βιβλίο Ολυμπιακά, του Ανδριτσάνου συγγραφέα Αγησίλαου Τσέλαλη, Αθήνα 1979, β΄έκδοση, σελ. 210-211, όπου και εξαιρετική περιγραφή του ποταμού, καθώς και ιστορικά, τοπογραφικά και αρχαιολογικά στοιχεία για αυτό ): 
"Το ιπποκέφαλο άγαλμα της Μελαίνης Δήμητρος στο άντρο του Ελαΐου όρους της Φιγαλίας, έργο Ονάτα του Αιγινίτη" (πηγή: Αγησίλαος Τσέλαλης, Ολυμπιακά,   Αθήνα 1979, β΄έκδ., σ. 208)

Με αυτές τις σκέψεις συνέχιζα την κοπιώδη πορεία μέσα στο νερό και τις πέτρες. Σε ένα σημείο η κοίτη  βάθυνε πολύ,  το νερό έφτασε στο  ύψος των ώμων,  άλλων πιο πάνω, άλλων πιο κάτω, και πήγαινε βαθαίνοντας, οπότε έπρεπε πλέον να κολυμπάμε (φωτ.). Για στεγνά ρούχα δεν γινόταν βεβαίως λόγος εδώ και ώρα, αλλά μπήκαν σε χρήση και οι μικρές πλαστικές βάρκες για να βάλουμε τα σακίδια και τα ευαίσθητα στο νερό αντικείμενα.   Η φωτογραφική μηχανή μου, παρά τον αγώνα μου να την προφυλάξω (κάποιες στιγμές την είχα στερεώσει μάταια στην κορυφή του κεφαλιού μου με το λουρί της),  είχε ήδη βραχεί κάπως και δεν ήξερα αν είχαν σωθεί στο φιλμ οι φωτογραφίες που είχα προλάβει να τραβήξω (βλ. φωτ.). Την έβαλα, ελλείψει άλλης, στην  πλαστική σακούλα όπου είχα το σάντουιτς και την τοποθέτησα στη βαρκούλα μαζί με το ήδη μούσκεμα έτσι κι αλλιώς,  σακίδιό μου, όπου και  τα στεγνά υποτίθεται ρούχα, που είχα εκεί για ν’ αλλάξω...



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Διάβαση, κολυμπώντας (η φωτογραφία όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

Προχωρούσαμε λοιπόν κολυμπώντας μέσα στο φαράγγι που στένευε τώρα τόσο, ώστε να χωράνε ένας-δύο μόνο άνθρωποι να περάσουν, βασταζόμενοι και από τις προεξοχές των βράχων. Μετά από λίγο η στενωσιά άνοιξε, η στάθμη του νερού κατέβηκε και μπορούσαμε πάλι να προχωρούμε πατώντας στην κοίτη πλην μουσκεμένοι και παγωμένοι μέσα στο σκιερό, υγρό περιβάλλον του φαραγγιού. 



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Διάβαση (η φωτογραφία όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)


Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Διάβαση (η φωτογραφία όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

Η πορεία συνεχιζόταν  για ώρες (3-4, είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου) μέσα σε αυτή την εναλλαγή ρηχών και βαθιών νερών, στενεμάτων και ανοιγμάτων, συναρπαστική μεν και πανέμορφη αλλά επικίνδυνη και πολύ κουραστική, για μένα ιδιαίτερα. Πάρ΄όλ’ αυτά δεν έλειπαν από τα μέλη της ομάδας οι κουβέντες, τα αστεία, τα γέλια, τα σχόλια, τα αγκομαχητά κούρασης, τα παράπονα για τις απρόβλεπτες δυσκολίες αλλά  και τα επιφωνήματα θαυμασμού για την άγρια ομορφιά που μας περιέβαλε.



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Διάβαση (η φωτογραφία όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

Κάποια στιγμή οι όχτοι του φαραγγιού άρχισαν να ανοίγουν κάπως και  να δημιουργούνται κροκαλοστρωμένες όχθες-μονοπάτια που μας επέτρεψαν να περπατάμε εκτός της κοίτης του ποταμού, παγωμένοι και καταπονημένοι, ενώ ήδη ένα 8χρονο αγόρι από τα παιδιά είχε σοβαρό πρόβλημα με πληγιασμένα πόδια και έκλαιγε, γιατί είχαν διαλυθεί στις πέτρες και τα νερά τα παπούτσια του και το κουβαλούσε, όσο γινόταν σε αυτές τις συνθήκες, ο πατέρας του στην πλάτη.  Σκεφτόμουν πόσο άφρονες ήμασταν μερικοί να αποτολμήσουμε αυτή τη δύσβατη πορεία μέσα στο ποτάμι και αν οι επικεφαλείς είχαν ενημερώσει σωστά για τις δυσκολίες.



Ποταμός Νέδα, 12.8.2001. Διάβαση (η φωτογραφία όπως βγήκε από το βρεμένο φιλμ)

 Κάποια στιγμή  φτάσαμε σε ένα σχετικά φαρδύ άνοιγμα, στεφανωμένο από το υπέροχο, μονότοξο πέτρινο γεφύρι, το μοναδικό στο ποτάμι, που γεφυρώνει και συνδέει  την Τριφυλία με την ορεινή Ηλεία και περαιτέρω με την Αρκαδία, απαθανατισμένο σε λιθογραφίες και από τους ξένους περιηγητές πριν την Επανάσταση (φωτ.). Κάπως φθαρμένο, ήταν σε χρήση μέχρι πολύ πρόσφατα (εν μέρει και ακόμα από τους γειτονικούς  κατοίκους και από τις δύο πλευρές του ποταμού) που έχει κατασκευαστεί ένα καινούργιο από μπετόν, διαβατό και από αυτοκίνητα βεβαίως, λίγο παραπάνω. Πίσω από το γεφύρι απλώνεται  στη νότια όχθη του ποταμού ένα μικρό ξέφωτο, τρόπος του λέγειν, αφού είναι κατάφυτο  και σκιασμένο με  πανύψηλα πλατάνια, το μοναδικό σημείο στο φαράγγι που επιτρέπει διαφυγή στους πορευόμενους σε αυτό, διακόπτοντας τη διάβαση του ποταμού και πρόσβαση στο χωριό Πλατάνια (που σκόπευα τις επόμενες η μέρες να το επισκεφθώ οδικώς για την Αγιαλένη που είχα εντοπίσει εκεί) και παραπέρα, εκτός και αν θέλουν να συνεχίσουν την πορεία για το Στόμι, όπως εμείς.


Ποταμός Νέδα, από κατάντι, στο βάθος μόλις που διακρίνεται το τόξο του γεφυριού (Αύγ. 2002)


Ποταμός Νέδα, από κατάντι, το τόξο του φθαρμένου γεφυριού (Αύγ. 2002)


Ποταμός Νέδα. χαλκογραφία του γεφυριού από Γάλλο περιηγητή, όπως αναφέρεται στη λεζάντα. πιστή σχεδόν, απ' όσο μπορών κρίνω, η αναπαράσταση του τοπίου  και του γεφυριού, από κατάντι. (η σελίδα κομμένη από το βιβλίο, όπως τη βρήκα σε παλαιοπωλείο)

Με την απασχόλησή μου να τραβώ φωτογραφίες, τις προφυλάξεις να μη βραχεί η μηχανή και τη δυσκολία μου στο «περπάτημα», είχα μείνει πίσω από τους άλλους της ομάδας και βγήκα σχεδόν τελευταία στο ξέφωτο, όπου η αδελφή μου και η φίλη μου (δεινές πεζοπόροι και οι δύο, η αδελφή μου και φανατική των φαραγγιών) καθόντουσαν ήδη σε έναν από τους πάγκους που είναι εκεί για αναψυχή των περιπατητών και έτρωγαν τα σάντουιτς που είχαν μαζί τους  στεγνά, απ’ ότι έβλεπα όταν τις πλησίασα και σωριάστηκα κυριολεκτικά δίπλα τους, αποκαμωμένη. Η φίλη μου, που είχε πανικοβληθεί δεόντως από το ότι έπρεπε να πορευόμαστε και μέσα σε άπατα νερά και είχε παραπονεθεί σχετικά, είχε περασμένο στο στέρνο της  ένα σωσίβιο κουλούρα και ένα ακόμα περασμένο στη μασχάλη της, τα οποία της τα είχαν προμηθεύσει κάθ΄οδόν μετά από διαμαρτυρίες της οι υπεύθυνοι και έτρωγε φορώντας τα, θέαμα που με έκανε να γελάσω.  Ξεκαρδιζόμασταν και οι τρεις –και με το χάλι μας– και, θέλοντας να την απαθανατίσω με τα σωσίβια, πήγα να βγάλω τη φωτογραφική μηχανή και το δικό μου σάντουιτς να γευματίσω, για να διαπιστώσω ότι το μεν σάντουιτς είχε γίνει «σούπα» μέσα στη νάυλον σακούλα, ενώ τα τυροζούμια είχαν ποτίσει και τη μηχανή, οπότε την ξέγραψα, ελπίζοντας να καταφέρει ο μάστορας να βγάλει έστω εν μέρει  σώο το φιλμ. Αν σωζόντουσαν έστω κάποιες φωτογραφίες, θα χαλάλιζα και τη μηχανή μου, δεδομένου του πόσο δύσκολο είναι να απαθανατίσει κανείς αυτή την ανεπανάληπτη εμπειρία, με μηχανή σαν αυτή που διέθετα εγώ τουλάχιστον, τότε (σώθηκαν κάποιες από αυτές, αλλά οι επόμενες φωτογραφίες είναι από άλλες επισκέψεις μου στην περιοχή).  
Τα πλατάνια θρόιζαν δροσερά, τα πουλιά οργίαζαν κελαηδώντας, το ποτάμι βούιζε ρέοντας προς το «Στόμι» και από κει προς το Ιόνιο, ενώ ακούγονταν και ήχοι από θορυβώδη πτώση νερών, που μας εξήγησαν ότι επρόκειτο για κοντινούς, στη βόρεια πλευρά του φαραγγιού, καταρράχτες, αθέατους μέσα στην πυκνή βλάστηση. Περιβάλλον μοναδικό, ειδυλλιακό, που μας έκανε να χαλαλίζουμε κόπους και κούραση… Κοντά στο γεφύρι, στην απόληξη του μονοπατιού που οδηγεί στο χωριό Πλατάνια, στεκόταν ένας ερειπωμένος νερόμυλος (όπως συνήθως κοντά σε ποτάμια και γεφύρια,  όπου οι μυλωνάδες τα έχτιζαν εκμεταλλευόμενοι όχι μόνο τη δύναμη του νερού των ποταμών αλλά και την ευκολία πρόσβασης στον μύλο, που δίνουν τα γεφύρια)  με τους τοίχους του σκεπασμένους σχεδόν ολοκληρωτικά από βάτα και άλλη υδροχαρή βλάστηση. 


 Το εικονοστάσι  πάνω στο βράχο κοντά στο γεφύρι που σηματοδοτεί το εκκλησάκι της "Παναγίτσας" (20.5.2002)

Στην απόληξη του ίδιου χωματόδρομου  που κατεβαίνει από το χωριό, ένα εικονοστάσι είναι φτιαγμένο στην κορυφή ενός μικρού βράχου, στο οποίο η εικόνα σηματοδοτεί την ύπαρξη του σπηλαιώδους ξωκλησιού της «Παναγίτσας» που είναι ιδρυμένο στην απέναντι απόκρημνη όχθη του φαραγγιού, προς την πλευρά της Ηλείας, αθέατο από εκείνο το σημείο μέσα στην πυκνή βλάστηση. 



Πλατάνια Μεσσηνίας, ποταμός Νέδα. Καταρράχτης στο μονοπάτι που οδηγεί στο σπηλαιώδες ξωκλήσι της "Παναγίτσας" και η γράφουσα  (22 Αύγ. 2002)



Πλατάνια Μεσσηνίας, ποταμός Νέδα. Το μονοπάτι στη βόρεια, ηλειακή πλαγιά του φαραγγιού, του που οδηγεί στο σπηλαιώδες ξωκλήσι της "Παναγίτσας"  που φαίνεται σαν άσπρη κουκίδα στο βάθος, στο κέντρο  της φωτ. (22 Αύγ. 2002)



Ποταμός Νέδα, σπηλαιώδες ξωκλήσι της "Παναγίτσας".  Η  κόγχη του ιερού, παγκάρι με κεριά και πάνω στο βράχο η εικόνα της Κοίμησης, παραμονή της χθόνιας γιορτής στα "Εννιάμερα"  της Παναγίας (22.8.2002)


Ποταμός Νέδα, σπηλαιώδες ξωκλήσι της "Παναγίτσας".  Η δυτική όψη, ,παραμονή της χθόνιας γιορτής στα "Εννιάμερα"  της Παναγίας (22.8.2002)




Ποταμός Νέδα, σπηλαιώδες ξωκλήσι της "Παναγίτσας".   Πάνω και κάτω: το ανθοστολισμένο εσωτερικό του σπηλαίου-εκκλησίας,  με τηνπροσκυνηματική  εικόνα της  Κοίμησης, παραμονή της χθόνιας γιορτής στα "Εννιάμερα"  της Παναγίας (22.8.2002)
Σε αυτό το σπήλαιο της «Παναγίτσας», εντοπίζουν κάποιοι ερευνητές και αρχαιολόγοι την -αναζητούμενη και από εμένα- σπηλιά της Μέλαινας Δήμητρας. Από τη βόρεια απόληξη του πέτρινου γεφυριού αρχίζει το μονοπάτι που οδηγεί στο ξωκλήσι της «Παναγίτσας» και με προκαλούσε εκείνη την ώρα αλλά σκόπευα να το επισκεφθώ στο πανηγύρι του, στα «Εννιάμερα» της Παναγίας, στις 23 Αυγούστου (φωτ.), οπότε δεν το επιχείρησα, δεν υπήρχε χρόνος (ούτε κουράγια) άλλωστε.  Οι πλέον καταπονημένοι και κυρίως οι γονείς του  παιδιού με τα πληγιασμένα πόδια, είχαν ήδη ειδοποιήσει στα Πλατάνια ή στην Κυπαρισσία για ταξί ή αυτοκίνητο που θα τους απομάκρυνε, σώους, από το φαράγγι και την επίπονη πορεία μέσα σε αυτό. Εμείς, παρά την ταλαιπωρία και την κούραση, δεν θέλαμε να χάσουμε και τη διάβαση μέσα από το σπηλαιώδες «Στόμι» ενώ μας περίμενε το πούλμαν της επιστροφής και το τιμητικό δείπνο του Δήμαρχου στον Αυλώνα.  Καθώς θα παραμέναμε εκεί στο παραποτάμιο πλάτωμα λίγη ώρα ακόμα,  βγάλαμε μποτάκια και κάλτσες, τα βρεμένα ρούχα μας και μείναμε με τα μουσκεμένα μαγιό που φορούσαμε ήδη εσωτερικά και πιάσαμε κάποιες ηλιόλουστες γωνιές για να λιάσουμε λίγο το καταπονημένο κορμί μας, πριν το ξαναβάλουμε στα παγωμένα νερά.
Ξαναφορέσαμε τα μουσκεμένα μποτάκια και τις κάλτσες, ξαναφορτωθήκμε τα βρεμένα σακίδια και μπήκαμε πάλι στο ποτάμι  με τα μαγιό, να συνεχίσουμε την πορεία που εμένα τώρα φαινόταν πιο δύσκολη. Και όχι μόνο σε μένα. Η συσσωρευμένη πλέον κούραση από τις  τέσσερις ώρες του είδους της πορείας που είχε προηγηθεί, έκαναν πιο αργά τα βήματά μας και πιο σιωπηλή την πορεία μας, πόσο μάλλον που το ποτάμι είχε τις ίδιες και ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες. Δεν πορευτήκαμε και πολλή ώρα, όταν το φαράγγι στένεψε και σκοτείνιασε και πάλι και μάλιστα πιο πολύ από την πρώτη φάση της πορείας μας, καθώς οι όχτοι του ακουμπούσαν σχεδόν ο ένας τον άλλο, το ποτάμι βάθυνε πιο ορμητικό τώρα και δύσκολο στη διάβαση. Κατά πυκνά διαστήματα  μικροί παραπόταμοι και πηγές έριχναν τα νερά τους στο ποτάμι, σχηματίζοντας μικρότερους και μεγαλύτερους καταρράχτες, που έσκαζαν σχεδόν πάνω στα κεφάλια μας, ενώ σκουροπράσινα μούσκλια μαύριζαν σχεδόν τα γλιστερά, πετρώδη πλευρά του φαραγγιού.
Μετά από αρκετό διάστημα, πότε «περπατώντας» και πότε κολυμπώντας, φτάσαμε στο περίφημο Στόμι! Εκεί το φαράγγι κλείνει ερμητικά, τα βουνά σμίγουν δημιουργώντας ένα αδιαπέραστο, σκοτεινό τείχος.  Το ποτάμι ωστόσο, η Νέδα, γλύφοντας και φθείροντας σιγά-σιγά τους βράχους στη βάση του ορεινού αυτού τείχους με το ορμητικό νερό του για εκατομμύρια χρόνια, κατάφερε να τους διαβρώσει και να ανοίξει μια σπηλαιώδη, διαμπερή τρύπα/στόμιο εισόδου και εξόδου, μήκους εκατό περίπου μέτρων,  ύψους  περίπου δέκα και πλάτους 4-5 (απ’ όσο μπόρεσα εκεί να υπολογίσω, αν και δεν είμαι καλή στους υπολογισμούς), το «Στόμι», όπως το ονομάζουν οι ντόπιοι. Μέσα από αυτή την υγρή, σπηλαιώδη  σήραγγα  η Νέδα ξεχύνεται ελεύθερη στον παραποτάμιο κάμπο ένθεν και ένθεν των δαφνοφυτεμένων οχθών της που ορίζουν και χωρίζουν την Μεσσηνία από την Ηλεία ως φυσικό σύνορο, για να χυθεί με πιο ήρεμη ροή  στο Ιόνιο Πέλαγος, βόρεια του Κυπαρισσιακού κόλπου.
Αυτή τη σκοτεινή, σπηλαιώδη σήραγγα έπρεπε τώρα να διαβούμε. Το βάθος του νερού μεγάλο, το νερό θολό, παγωμένο  και άπατο για όλους, το ρεύμα ορμητικό,  τα τοιχώματα μαύρα από την υγρασία και τα μούσκλια, γυάλιζαν γλιστερά και  από τη θολωτή, γεμάτη σταλακτίτες, οροφή έπεφταν σαν ψιλή βροχή σταγόνες νερού ενώ κρεμόντουσαν και  πετούσαν κοπάδια νυχτερίδες, σε ένα θέαμα υπέροχο, επιβλητικό και απόκοσμο, όσο και κάπως γκραν-γκινιόλ. Και πώς ν΄αποδώσω τους ήχους; Την ορμητική ροή και τον παφλασμό του  νερού με την πολλαπλασιαζόμενη αντήχησή του στο θόλο της σπηλιάς, τα αντηχούντα  επίσης κρωξίματα των νυχτερίδων... Εν μέσω αυτών, εμείς από τη μια θαυμάζαμε με δέος,  όσο μας επέτρεπαν οι αντίξοες συνθήκες, αυτό το θαύμα της φύσης και από την άλλη προσπαθούσαμε να επιπλεύσουμε και να γαντζωθούμε από κάπου, να μη μας πάρει το δυνατό ρεύμα. Η φίλη μου, με σχετική κλειστοφοβία, είχε πανικοβληθεί και παρά τα δύο σωσίβια που φορούσε, είχε γαντζωθεί πάνω μου και στη μικρή φουσκωτή βάρκα που μετέφερε τα πράγματά μας.  Εγώ κολυμπώντας και κρατώντας την με το ένα χέρι, με το άλλο προσπαθούσα να πιαστώ από το γλιστερό  και γλιτσερό τοίχωμα της σπηλιάς να μη με παρασύρει το ρεύμα αλλά ίσα που τα κατάφερνα. Παρ΄όλ’ αυτά  προχωρούσαμε λίγο-λίγο και μετά από μια ελαφριά καμπή της υγρής σήραγγας  φάνηκε στο βάθος το άνοιγμα της εξόδου από το «Στόμι». Το λαμπρό φως του ήλιου απέξω έκανε τα σκούρα νερά σμαραγδένια, τις νυχτερίδες διάφανες και τις βρόχινες σταγόνες που κρεμόντουσαν πέφτοντας από τους αναρίθμητους σταλακτίτες του θόλου ν’ αστράφτουν σαν διαμάντια. Απίστευτο! Βγήκαμε στο φως σιγά-σιγά, έχοντας μόλις διαβεί το πιο δύσκολο, επικίνδυνο και συνάμα το πιο συναρπαστικό  σημείο του φαραγγιού και της δικής μας διάβασης, που παρά τον κόπο και τον κίνδυνο, μακάριζα  τον εαυτό μου που είχα τολμήσει, έστω απερίσκεπτα,  να το βιώσω και λυπόμουν που με είχε προδώσει η φωτογραφική μηχανή. Τόση ομορφιά απαιτεί   έναν ποιητή, έναν λογοτέχνη, και όχι μια πεζή εθνογράφο, τουλάχιστον οι φωτογραφίες θα μπορούσαν ν΄αποτυπώσουν κάτι από αυτό το θαύμα...
 Έξω από το Στόμιο, το ποτάμι ήταν ακόμα βαθύ και οι  πλευρές του φαραγγιού ορθώνονταν και πάλι στενές αλλά ανοιχτές πάλι στον ουρανό, στεφανωμένες με δέντρα και βλάστηση  που ωστόσο άφηναν τον  ήλιο να ζεσταίνει τα μουσκεμένα, παγωμένα κεφάλια μας. Η αδελφή μου είχε ήδη περάσει και μας περίμενε γαντζωμένη σε μια από τις πέτρες του ποταμού. «Δεν θα  ‘ταν κρίμα να  πεθάνω χωρίς να το έχω ζήσει αυτό;» μας είπε ενθουσιασμένη, ενθουσιασμό που δεν συμμεριζόταν και τόσο η καταπονημένη φίλη μου. Εγώ προσπαθούσα να δω αν υπήρχαν πάνω στα βράχια οι σιδερένιοι κρίκοι όπου λέγεται ότι έδεναν τα πλεούμενα που ανέβαιναν τον πλωτό στην Αρχαιότητα ποταμό και  ανέβαιναν ως το Στόμιο και  δεν τα έβλεπα αλλά μου φαινόταν ούτως ή άλλως απίθανο να πλέουν σκάφη μέσα σε αυτή την πετρώδη κοίτη του ποταμού, τουλάχιστον όχι ως εδώ πάνω, ίσως πιο κάτω, στην πεδινή ροή του. 
 Το δύσκολο είχε περάσει, ωστόσο  είχαμε πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μας μέχρι να φτάσουμε στο σημείο από όπου θα μας παραλάμβαναν αυτοκίνητα του Δήμου Αυλώνος για να μας ανεβάσουν για το τιμητικό δείπνο στο χωριό, το οποίο βρίσκεται  σε αρκετό ύψος στο βουνό πάνω από το ποτάμι. Μετά από ώρες πορείας μέσα στα κρύα νερά και τις πέτρες του ποταμού ανάμεσα στους ψηλούς και στενούς όχτους όπως και πριν το Στόμι, το φαράγγι άρχισε να ανοίγει, οι όχτοι ένθεν και ένθεν να απομακρύνονται, αφήνοντας στις όχθες του μονοπάτια αρκετά φαρδιά, στρωμένα με χοντρές κροκάλες και κατάφυτα με πλατάνια και ανθισμένες πικροδάφνες, όπου μπορούσαμε τώρα να περπατάμε σε σκιά, βγαίνοντας από το νερό και με κάπως λιγότερο κόπο. Το ποτάμι, η Νέδα,  κυλούσε κατηφορικά κάνοντας συνεχείς στροφές σαν φίδι, τις οποίες παρακάμπταμε διασχίζοντας κάθετα τη ροη του,  μέσα από το νερό, για να κόβουμε δρόμο.
Μετά από μια στροφή, τα βουνά (το όρος Τετράζι της Τριφυλίας Μεσσηνίας  νότια, στ' αριστερά μας, το όρος Μίνθη βόρεια στην Ηλεία στα δεξιά μας, βλ. χάρτη), απομακρύνονται, χαμηλώνουν κάπως , το ποτάμι γίνεται αβαθές και η ροή του ήσυχη, καθώς το έδαφος είναι σχεδόν επίπεδο, χωρίς κατωφέρεια. Πλησιάζοντας προς τον Αυλώνα, η κοίτη του ποταμού απλώνεται  σε μια μεγάλη χαλικόστρωτη, επίπεδη έκταση ανάμεσα στα χαμηλωμένα βουνά με τη ροή του να σπάει σε πολλά μικρότερα ποτάμια που σε μερικά σημεία σχημάτιζαν γούρνες  όπου φύτρωνε ανθισμένη κίπερη. Οι όχθες και οι πλαγιές των βουνών, είναι δασωμένες με πικροδάφνες, βαγιές, μυρτιές και άλλη θαμνώδη βλάστηση  αλλά η κούραση και η καταπόνηση των σωμάτων μας δεν μας επέτρεπε πλέον ούτε να ενθουσιαστούμε, ούτε να θαυμάσουμε το τοπίο, ενώ ο ήλιος που έγερνε πια προς τη δύση, ενοχλούσε τα ταλαιπωρημένα, συνηθισμένα στη σκιά  μάτια μας καθώς, βαδίζοντας δυτικά, τον είχαμε κατά πρόσωπο. Μετά από οχτώ ώρες πορείας σε τέτοιες συνθήκες, είχαμε φτάσει, και ξεπεράσει μερικοί, τα όρια των αντοχών μας και εξαντλημένοι, κατάκοποι, σέρναμε πλέον με δυσκολία τα πονεμένα πόδια μας, καθώς τα βρεμένα μποτάκια είχαν γίνει ασήκωτα  από την χοντρή ποταμίσια άμμο και τα ψιλά χαλίκια που κολλούσαν πάνω τους… Αυτό το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής, όπου στεγνώσαμε και ζεσταθήκαμε έξω από το νερό,  μου είχε φανεί ατελείωτο, νόμιζα ότι οι αντοχές μου είχαν εξαντληθεί εντελώς και ότι θα έπεφτα και δεν θα ξανασηκωνόμουν…
Φτάσαμε εν τέλει σε έναν παρόχθιο, ερειπωμένο νερόμυλο δίπλα στη μεσσηνιακή όχθη του ποταμού, που ήταν το σημείο όπου θα ερχόντουσαν από τον Αυλώνα να μας πάρουν και το τέλος της διάβασής μας.  Σωριαστήκαμε κατάκοποι, με τα στεγνωμένα πάνω μας μαγιό, πάνω στα χαλίκια και βγάλαμε πάραυτα τα μουσκεμένα, βαριά μποτάκια μας για να τρίψουμε τα πονεμένα πόδια μας να ξεμουδιάσουν. Σε αρκετή ώρα έφτασαν τα αναμενόμενα "αυτοκίνητα του Δήμου":  ένα μεγάλο φορτηγό με ανοιχτή καρότσα, για  να μας μεταφέρει στον Αυλώνα. Σκαρφαλώσαμε, τα πενήντα πέντε άτομα που είχαμε φτάσει  τελευταίοι,  στην ανοιχτή καρότσα, η οποία  είχε στο δάπεδο χώματα, υπολείμματα φαίνεται από κάποιες χωματουργικές εργασίες, και στοιβαχτήκαμε καθιστοί ο ένας δίπλα στον άλλο. Ένα χάλι  αλλά φαντάστηκα ότι θα έπρεπε να είμαστε και ευχαριστημένοι που το φορτηγό μας απάλλασσε από το να σκαρφαλώσουμε και αυτή την ανηφόρα που έβλεπα ότι είχε κατηφορίσει ερχόμενο. Το φορτηγό άρχισε να ανηφορίζει μουγκρίζοντας έναν κάθετο σχεδόν, ανηφορικό χωματόδρομο, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να κρατηθούμε από κάπου και να σούρνουμε προς τα πίσω, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο. Εγώ, καθώς είχα καθίσει πίσω-πίσω και ακουμπούσα την  πλάτη μου πάνω στην πόρτα της καρότσας, δεχόμουν την ασφυκτική πίεση των σωμάτων που ήταν μπροστά και κόντευα να σκάσω, ανίκανη από την κούραση να βάλω κάποια  αντίσταση να μην πέφτουν πάνω μου, ταλαιπωρημένοι και αυτοί όπως ήταν. Πάρ’ όλ’ αυτά είχαμε κουράγιο να διακωμωδούμε την κατάστασή μας και να γελάμε ειρωνικά με την «περιποίηση» που μας επιφύλαξε ο Δήμαρχος, ευχόμενοι να μην είναι τόσο περιποιητικός και στο δείπνο που θα μας παρέθετε. Μετά από κάμποση ανηφόρα, φτάσαμε κακήν-κακώς στο χωριό το σούρουπο πλέον, όπου το φορτηγό μάς ξεφόρτωσε στην αυλή του σχολείου όπου είχε παρκάρει  το πούλμαν μας για να βάλουμε τα στεγνά ρούχα που είχαμε αφήσει μέσα σε αυτό, ευτυχώς.




Πάνω και κάτω: πέτρινες μάντρες από ντόπια πέτρα και σπίτια στον Αυλώνα , 15.10. 2015 

Άλλαξα και ανέβηκα  μετά βίας  μαζί με τους άλλους, κατάκοπη και πεινασμένη,  μέσα από τους δρόμους του όμορφου, πετροχτισμένου ορεινού χωριού  στην πλακόστρωτη πλατεία, όπου μας περίμεναν τα τραπέζια στρωμένα για το φαγητό, άλλοι εκδρομείς, κάτοικοι του χωριού  και ο Δήμαρχος. Η αδελφή μου που ήταν τότε αντιδήμαρχος στον Καποδιστριακό Δήμο Κάστρου-Κυλλήνης, κάθισε μετά από πρόσκληση στο τραπέζι των επισήμων και εγώ με την φίλη μου καθίσαμε με άλλους σε ένα άλλο τραπέζι σε ξύλινες καρέκλες που μου φαινόντουσαν άβολες και κουραστικές  για  το ταλαιπωρημένο σώμα μου. Πριν σερβιριστεί το φαγητό, άρχισαν οι προσφωνήσεις και οι λόγοι ενώ το στομάχι μας γουργούριζε από την πείνα. Καθώς η πλατεία είναι ξάγναντη, στο κέντρο του χωριού, φυσούσε ένα αεράκι το οποίο, λόγω του υψόμετρου, ήταν παραπάνω από δροσερό  και καθώς τα κορμιά ήταν τόσο καταπονημένα και τα ρούχα μου καλοκαιρινά, σε λίγο τουρτούριζα, όχι μόνον εγώ, από το κρύο, ενώ υπήρχε κίνδυνος να πουντιάσουμε.  Θυμήθηκα τότε ότι ήμασταν στο χωριό του άντρα της ξαδέρφης μου και ευχήθηκα να ήταν εκεί για να μας φέρει ζακέτες να μην παγώσουμε. Τηλεφώνησα και –ω του θαύματος!-  η ξαδέρφη ήταν όντως στο χωριό, κατάπληκτη όταν με άκουσε για το πώς βρέθηκα εκεί και μάλιστα νυχτιάτικα. Δεν της έδωσα πολλές  εξηγήσεις εκείνη τη στιγμή και της ζήτησα να σπεύσει  με ό, τι ζεστό ρούχο διέθετε  -αν είχε και πάπλωμα ακόμα καλύτερα- στην πλατεία, πριν πουντιάσουμε. Κατέφθασε μετά από λίγο μαζί με τον άνδρα της με μπουφάν και ζακέτες που είχε διαθέσιμα,  μια που το κλίμα στο χωριό απαιτεί τέτοια ρούχα και το καλοκαίρι.  Χώθηκα μέσα στην ηδονική εκείνη την ώρα θαλπωρή  του μπουφάν και μου ερχόταν να κοιμηθώ μέσα σε αυτό εκεί, επιτόπου. Είπαμε τα νέα μας με τα ξαδέρφια που είχαν χαρεί πολύ με την αναπάντεχη επίσκεψή μας και την περιπέτεια της διάβασης και  τους άφησε κατάπληκτους το ότι είχαμε κάνει αυτή την οκτάωρη πορεία μέσα στο ποτάμι.




Από πάνω προς τα κάτω: Ο ενοριακός ναός του χωριού Αυλώνας, χτισμένος με ντόπια πέτρα το  1899, κατά την ανάγλυφη επιγραφή στο υπέρθυρο της νότιας εισόδου 15.10.2015 

Δίπλα μας ήταν η όμορφη, καλοχτισμένη με πέτρα η εκκλησία του χωριού πανηγυρικά ορθάνοιχτη και φωτισμένη. Παρόλη την κούραση και καθώς οι λόγοι καλά κρατούσαν, σηκώθηκα και πήγαμε με την ξαδέρφη και την φίλη μου μέσα στην εκκλησία, να την δω. Με το που μπήκαμε από τη νότια είσοδο, είδα μπροστά μου, πάνω στο βόρειο τοίχο μια μεγάλη τοιχογραφία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και δίπλα τους ιστορημένους δύο "ως δίδυμους" αγίους αλλά δεν είχα μηχανή να την φωτογραφίσω (φωτ. μεταγενέστερη). Όμως θεώρησα την εικόνα «σημάδι» που με επανέφερε στο λόγο που είχα ξεκινήσει αυτή την τόσο επίπονη  διάβαση της  Νέδας, αν και δεν είχα εντοπίσει τελικά  τη σπηλιά της Μέλαινας Δήμητρας. Ανάψαμε κεριά και βγήκαμε.



 Πετράλωνα στην πλατεία χωριού γειτονικού στον Αυλώνα  Μεσσηνίας, 15.10. 2015

 Ήρθαν και τα ψητά αρνιά, φάγαμε, ήπιαμε και κρασί, στυλωθήκαμε κάπως. Πολλοί συνοδοιπόροι μάλιστα, παρόλη την κούραση,  έστησαν μαζί με τους χωριανούς και τον χορό, μαζί και η αδελφή μου. Τους θαύμασα για τα κουράγια που εγώ δεν είχα αλλά σκέφτηκα ότι δεν τα είχα καταφέρει και άσχημα, για την ηλικία μου και μάλιστα απροπόνητη και αγύμναστη καθώς ήμουν… Κουβεντιάζοντας έλεγα στην ξαδέρφη μου ότι πρόκειται να επισκεφθώ μετά από μέρες το γειτονικό χωριό Πλατάνια, για να δω το εκκλησάκι της Αγιαλένης.  Η ξαδέρφη μου τότε επέμενε να μείνουμε εκείνο το βράδυ στο σπίτι της και να πηγαίναμε όλοι μαζί στα Πλατάνια και στην Αγιαλένη την επομένη, που εκείνη δεν την ήξερε και ήταν ευκαιρία να πάει και εκείνη και μετά να φεύγαμε. Αυτό δεν γινόταν βέβαια γιατί με περίμενε το αυτοκίνητό μου, με το οποίο θα συνέχιζα το ίδιο εκείνο βράδυ για την Καλαμάτα. Εκείνη ανησυχούσε λέγοντας ότι δεν ήταν δυνατόν μετά από τόση κούραση να οδηγήσω μέσα στη νύχτα για την Καλαμάτα και επέμενε να επιστρέψω στον Αυλώνα μόλις πάρω το αυτοκίνητό μου και να κοιμηθώ εκεί. 



Ποταμός Νέδα, Πλατάνια Μεσσηνίας. Οδικός δείκτης (2.9.2001)


Ποταμός Νέδα, Πλατάνια Μεσσηνίας. Το ιερό τέμενος της Αγιαλένης όπως το διαμόρφωσαν οι Πλατανιώτες μετά τη συλλογική  "ανασκαφή"  κατόπιν ονείρων και την "εύρεση" του ασκεπούς κτίσματος κάτω από τα δέντρα,  το οποίο θεώρησαν παλιό εκκλησάκι και το προστάτευσαν με στέγαστρο, χτίζοντας καινούργια εκκλησία αφιερωμένη στην  αγία Ελένη, κοντά της (2.9.2001)

 Εγώ εντωμεταξύ βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω ντόπιους συνδαιτυμόνες σχετικά  με την Αγιαλένη στα Πλατάνια, να δω πόσο γνωστή ήταν στην περιοχή(φωτ.).  Διαπίστωσα ότι την γνώριζαν όλοι, και το εκκλησάκι και την ιστορία της «εύρεσης» του μετά από όνειρα γυναικών του χωριού, και μιλούσαν με μεγάλη πίστη και ευλάβεια για αυτήν αλλά δεν μπορούσαν να μου εξηγήσουν γιατί αναφερόταν μόνον ως Αγιαλένη [την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία για την Αγιαλένη στα Πλατάνια, διεξοδικά  σε προσεχή ανάρτηση]. «Ε, άρχισες από απόψε την έρευνα βλέπω», είπε η αδελφή μου που ήρθε λαχανιασμένη λίγο από το χορό.
Σε λίγο καληνυχτίσαμε με ευχαριστίες (επιστρέφοντας και τα μπουφάν) τα ξαδέρφια, τους χωριανούς και τους επισήμους και φύγαμε  να πάρουμε το πούλμαν  για την επιστροφή. Με το που κάθισα στο κάθισμα δίπλα στον οδηγό, αφού θα κατέβαινα στη διασταύρωση της εθνικής οδού για να πάρω το δικό μου αυτοκίνητο, έπεσα σε βαθύ λήθαργο.  Με ξύπνησε ο οδηγός στη Ζαχάρω όπου είχα το αυτοκίνητο, τους αποχαιρέτισα και κατέβηκα, ενώ εκείνοι θα συνέχιζαν βόρεια,  προς Λεχαινά και εγώ νότια, προς Καλαμάτα.
΄Οταν κατέβηκα από το πούλμαν στη διασταύρωση, ήταν περίπου έντεκα η ώρα και ολοσκότεινα. Ήμουν μόνη, κατάκοπη, νυσταγμένη μέσ’ στην ερημιά και καθώς πλησίαζα στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, είχα το δίλημμα: να συνεχίσω για Καλαμάτα ή να επιστρέψω στον Αυλώνα να κοιμηθώ στης ξαδέρφης μου; Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό και αναπήδησα. Ήταν η ξαδέρφη μου που επέμενε να πάω πίσω στον Αυλώνα και μου έδωσε οδηγίες πώς να βρω μια πιο εύκολη διασταύρωση στο καλό Νερό της Κυπαρισσίας που θα με οδηγούσε πιο γρήγορα εκεί. Τελικά αποφάσισα να πάω αλλά μέσα στη νύχτα προσπέρασα τη διασταύρωση που μου είχε υποδείξει  η ξαδέρφη μου  και βρέθηκα στο Κοπανάκι. Εκεί, αφού είχα πάρει πλέον τη στροφή προς Καλαμάτα, ενώ δεν ήταν και τόσο απλό να πάω στον Αυλώνα νυχτιάτικα μέσα από τα βουνά (όσο ήταν βεβαίως για την ξαδέρφη μου, δρόμο που ανεβοκατέβαιναν καθημερινά με το αυτοκίνητο για να πάνε στην παραλία για μπάνιο), το ξανασκέφτηκα και της τηλεφώνησα ότι τελικά δεν θα πάω (δυστυχως την χάσαμε πρόωρα αυτήν την εξαδέλφη, αλλά και την φίλη μου...) 
Συνέχισα λοιπόν το δρόμο μου, δρόμο έρημο σχεδόν από αυτοκίνητα τέτοια ώρα, και κατά τις τρεις π.μ. ξάπλωνα στο  αναπαυτικό κρεβάτι ενός παράλιου ξενοδοχείου στην Καλαμάτα και έπεσα ξερή στον ύπνο. 
Την επομένη το πρωί θα άρχιζα την επιτόπια έρευνά μου στο νομό…

(Για την επακόλουθη επιτόπια έρευνά μου  στο νομό  Μεσσηνίας "στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης", στο https://fiestaperpetua.blogspot.com/2017/03/blog-post.html).



Δείγμα από τις αρχικές σελίδες του χειρόγραφου ημερολόγιου  (Αύγ. - Σεπτ. 2001)




[1] Σχετικά με την ερευνητική μου υπόθεση και έρευνα για την Αγιαλένη, βλ. Ελένη Ψυχογιού, «Μαυρηγή» και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής  Λαογραφίας αρ. 24, Αθήνα 2008, κυρίως σελ 36-117. Βλ. επίσης στον ιστότοπο fiestaperpetua. blogspot.com και psychogiou.blogspot.com,  για περιηγητικές/ταξιδιωτικές  αφηγήσεις  για την επιτόπια αυτή έρευνα καθώς και σχετικές μελέτες και άρθρα  μου.
[2]΄όπως το πολύ γνωστό "Ρούσα παπαδιά": https://www.youtube.com/watch?v=qsZSwCQGyiw




https://fiestaperpetua.blogspot.com/2017/03/blog-post.html

3 Οκτ 2018

Αντραβιδέικες τραγιάσκες: χειροποίητη κατασκευή ανδρικών σκούφων από ύφασμα στην Ανδραβίδα Ηλείας



 Η "τραγιάσκα"  είναι ένα είδος ανδρικού κυρίως καπέλου-σκούφιας από ύφασμα που ως είδος κατασκευαζόταν χειροποίητα  και φοριόταν καθημερινά στην Ελλάδα -και όχι μόνο. Παλιότερα ήταν αναπόσπαστο συμπλήρωμα της ανδρικής, μη παραδοσιακής-τοπικής αλλά της "εξευρωπαϊσμένης"  ενδυμασίας των ανδρών "λαϊκών"  κυρίως στρωμάτων στις αγροτικές αλλά στις  αστικές περιοχές στην Ελλάδα.   Η τραγιάσκα είναι ελάχιστα σε χρήση  σήμερα, σχεδόν ανύπαρκτη,  μετά το 1985 πού έλαβε χώρα η καταγραφή αυτής της τέχνης στην Ανδραβίδα και από τις σχετικές συνεντεύξεις, όπου καταγράφεται ήδη από τότε ελαχιστοποίηση της χρήσης τους στην περιοχή.  Στην Ανδραβίδα Ηλείας υπήρχαν δύο εργαστήρια κατασκευής τραγιάσκας, το ένα ήδη κλειστό την εποχή της επιτόπιας έρευνας, το άλλο λίγα χρόνια μετά από αυτή.  Θεώρησα ενδιαφέρον στο πλαίσιο της επιτόπιας λαογραφικής έρευνάς μου στην Ανδραβίδα κατά το 1985 να πάρω συνεντεύξεις και από τους μαστόρους-ιδιοκτήτες των δύο αυτών εργαστήριων για τον τρόπο της χειροποίητης κατασκευής τής τραγιάσκας  ως αντιπροσωπευτικής της τοπικής παραδοσιακής, μικρής κλίμακας βιοτεχνικής παραγωγής, της επιχειρηματικότητας, της  οικονομίας και πηγή πληροφοριών  για την ίδρυση μικρών, ατομικών  επιχειρήσεων, την τέχνη κατασκευής  της τραγιάσκας, τις σχέσεις  μαθητείας, επιχειρήσεων/κράτους, τις εμπορικές συναλλαγές σε τοπικό και ευρύτερο επίπεδο, τα υλικά, τους  κατά φύλα και ηλικία ενδυματολογικούς κώδικες και διακρίσεις κ.ά.  (για την ενδιαφέρουσα και ακμάζουσα μέχρι τη δεκαετία του '60 βιοτεχνική παραγωγή στην Ανδραβίδα βλ. και http://psychogiou.blogspot.com/2012/12/blog-post.html



Λεχαινά (κωμόπολη 3χλμ. απόσταση από την Ανδραβίδα)  1935. Παρέλαση σε εθνική γιορτή στον κεντρικό δρόμο τής αγοράς. Στο άκρο αριστερά της φωτογραφίας  διακρίνονται ομάδες με τους  δύο τύπους κάλυψης της κεφαλής των ανδρών, ενδεικτικών και της  κοινωνικής τους θέσης: εμπρός άνδρες με "ρεπούμπλικες" και πιο πίσω άνδρες με τραγιάσκες (πηγή: Ελένη Ψυχογιού, "Λεχαινά. Ο τόπος, τα σπίτια", καλλιτεχνική επιμέλεια Σωσώ Κατσούφη-Σεβδαλή, εκ παραδρομής, Λεχαινά 1987 (και φωτομηχανική ανατύπωση 2017), εικ. αρ.  76)

Απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις με τους τελευταίους κατασκευαστές τραγιάσκας στην Ανδραβίδα από την ερευνήτρια του ΚΕΕΛ Ελένη Ψυχογιού, τον Αύγουστο του 1985 (τα εντός αγκυλών επεξηγήσεις της ερευνήτριας )


 Η πρώτη σελίδα του χειρόγραφου της επιτόπιας έρευνας όπου περιέχονται και τα σχετικά με τις τραγιάσκες, καταχωρημένου στο αρχείο του ΚΕΕΛ με τον αρ. 4467/1992

Οι σελίδες του χειρογράφου με την χειρόγραφη απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη του Π΄Αγραπίδη (1985)

Οι φωτογραφίες τραβηγμένες επιτόπου από την ίδια, εδώ ενδεικτικά, σε αντίγραφα, φωτογραφημένα (όχι σε ειδικές συνθήκες) από τις πρωτότυπες, που βρίσκονται στο χειρόγραφό μου, εξού και η κακή απόδοσή τους (βλ.  Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΕΛ) χειρόγραφο αρ. 4467/1992, εντεταλμένη  επιτόπια έρευνα:  Ελένη Ψυχογιού).



Παρέλαση αλόγων και καβαλάρηδων στον κεντρικό δρόμο  (όπου και τα πρώην μαγαζιά με τις τραγιάσκες) της "ιππόεσσας" Ανδραβίδας κατά τον εορτασμό της  Πρωτομαγιάς, το 2006.




Ανδρέας Χατζής, 67 χρονών:



«…Αυτή την εργασία, την τέχνη, την δημιούργησα μόνος μου, όπως είπαμε. Γιατί εμεσολάβησε κάποιο περιστατικό για να αρχίσω. Αυτό ήτανε ότι επήγαινα σχολείο και από το καπέλο [πηλήκιο] του σχολείου έπαθα μια δηλητηρίαση και έκτοτε έχασα και το σχολείο και υπόφερα και χρόνια. Και έπρεπε κάτι να βάλω στο κεφάλι μου και γι’ αυτό το λόγο έκανα μόνος μου μια απόπειρα να φτιάξω μια τραγιάσκα, αν και ήμουν ανειδίκευτος και στο βελόνι και στη μηχανή. Τότε φορούσανε πολύ τραγιάσκες. Ε, εγώ βέβαια την έκανα κάπως διαφορετική από τις άλλες τραγιάσκες. Τραγιάσκες φτιάνανε Πάτρα, Αθήνα, Τρίπολη. Εδώ δεν έφτιανε κανείς. Ε, «φτιάξε μου μία» ο ένας, «φτιάξε μου μία» ο άλλος, έμεινα σε αυτό το επάγγελμα. Η τραγιάσκα μού έγινε αγαπητή και μέχρι σήμερα που είμαι συνταξιούχος, με λυπεί γιατί κανείς άλλος δεν πήρε αυτή την εργασία. Ένας πελάτης [του είπε] «εγώ έχω πάει και στην Κούλουρη για τραγιάσκα», εκεί φτιάνανε πάλι τραγιάσκες, και αλλού, «αλλά τις τραγιάσκες του Αντρέα δεν τις συναγωνίζεται καμία, κανένας άλλος, καμία άλλη περιοχή». Τώρα φτιάνω [τραγιάσκες] σε ‘κανα φίλο, σε ’κανα παλαιό πελάτη, παραγγελία, την άφησα τη δουλειά τώρα. Αλλά σας είπα, με λυπεί γιατί αυτή την εργασία δεν μπορεί να την φτιάσει κανένας. Είναι αυτοδίδακτη, και πολλοί επιχείρησαν, εν τούτοις, πάνε σε μαγαζιά άλλων και τους λένε «Αντραβιδέικες έχεις;» Η φίρμα της Αντραβίδας και το όνομα Χατζής. Αν δεν γράφει «Χατζής», δεν την παίρνει. Ας μοιάζει. Τις ετικέτες τις τύπωνα στα Λεχαινά, στο τυπογραφείο του [Τάκη] Πυλαρινού. Έχω μία αντίληψη αλλά και υπομονή, αυτοδίδακτος. Φτιάνω [επιδιορθώνει] ραδιόφωνα, ρολόγια, ραπτομηχανές, γυαλιά, αναπτήρες, ό,τι μου φέρουνε [για επιδιόρθωση] θα ντο φτιάσω. Και ό,τι μάστορας δεν υπάρχει εδώ στο είδος, θα το φέρουνε σε μένα.
Τα στάμπα και τα νούμερα για τις τραγιάσκες, τα έχω και ό,τι μου ζητάνε, το φτιάνω. Επίσης μπορώ να φτιάσω καπέλα στρατιωτικά, χωροφυλακής, έχω φτιάσει και τέτοια.
Δεν έρχονται παιδιά να μάθουνε [την  τέχνη] γιατί θεωρούνε ότι αυτή η τέχνη δεν είναι χρήσιμη για αυτούς. «Ε», σου λέει, «τραγιάσκα!..». Εγώ δεν έβαλα ενδιαφέρον με τη δουλειά αυτή [να την αναπτύξει] αλλιώς μπορούσα να τροφοδοτώ όλη την Ελλάδα. Αφού, σκεφτείτε, είναι ένας μάστορας στην Τρίπολη που φτιάνει τραγιάσκες και του είπαν «ένας μόνο μάστορας είναι στην Ελλάδα, ο Χατζής!».

Περικλής Αγραπίδης, 37 χρονών:



«Εγώ έμαθα την τέχνη κοντά στον Αντρέα το Χατζή. Ο Χατζής την έμαθε την τέχνη περισσότερο μόνος του. Χάλασε μια παλιά τραγιάσκα και έβγαλε τα στάμπα. Στην αρχή δεν τα κατάφερνε καλά, σιγά-σιγά έμαθε. Εδούλευε μόνος του 15-20 χρόνια και μετά πήγα εγώ. Είχε πάρει τα στάμπα από άλλονε. Δηλαδή βρήκε αλλιώτικο κλισέ στην αρχή και αυτός το άλλαξε, το ‘κανε αλλώτικο. Το ‘φερε διαφορετικό αυτός, όπως το ήθελε αυτός, όπως του άρεσε. Αυτό που έφτιαξε είχε επιτυχία εδώ στα μέρη τα δικά μας, άρεσε, και του ζητάγανε διάφοροι και χοντρικώς και λιανικώς, να πουλάει. Από τα Κρέσταινα, τον Πύργο μέχρι την Αχαγιά, όλη αυτή την περιφέρεια του νομού Ηλείας . [….] δεν είναι επικερδής δουλειά.
Και έτυχε να πάω εγώ, [στον Χατζή] γιατί είμαι από φτωχούς γονείς, και μου λέει «κάθισε εδώ, θα σε μάθω, είναι καλή δουλειά, θα ζήσεις καλά», και τα λοιπά. Τώρα τι να κάνω εγώ; Να φυλάω πρόβατα, που λέμε; Πήγα.


Ο Περικλής Αγραπίδης, 37 χρονών, στο εργαστήρι του, σχεδιάζει με το ειδικό "σαπουνάκι"  μια τραγιάσκα από "πατρόν" πάνω στο ύφασμα   (1985)

Σιγά-σιγά, μου ‘δεσε το δάχτυλο για να μπορέσω να μάθω τη βελόνα, δε γίνεται αλλιώς… Μού ‘χε τσακίσει, γυρίσει προς τα μέσα το μεσαίο δάχτυλο και το ΄χε δέσει, για να συνηθίσει. Περίπου τρεις μήνες [το είχε δεμένο] για να πάρει την κλίση, να δουλέψει. Μετά έμαθα τη μηχανή, έμαθα να καρικώνω, να ρεμπατεύω τη δουλειά, μετά μ’ έβαλε στο κόψιμο, στο γάζωμα. Αυτά όλα κρατήσανε… χμ.. τη δουλειά την έμαθα αργά. Ήμουνα 15 χρονών. Είχα μείνει σε μια τάξη στο σχολείο  [και το άφησε]. Εκάθησα εκεί [στον Χατζή] περί τα δέκα χρόνια εμάθαινα, μετά πήγα φαντάρος, μετά το στρατιωτικό, άνοιξα δική μου δουλειά.


Πάνω και κάτω: το εργαστήρι του Περικλή Αγραπίδη, στην Ανδραβίδα, με τον πάγκο εργασίας, τη ραπτομηχανή, τις κλωστές και τις βελόνες, τα ψαλίδια, τα πατρόν  και έτοιμες τραγιάσκες κρεμασμένες στους τοίχους, προς πώληση (1985)

Τον πρώτο χρόνο που δούλεψα στου Χατζή, είτε πληρωνόμουνα, είτε πλήρωνα. Ούτε ΙΚΑ είχαμε τότε, ούτε τίποτα. Δεν υπήρχε ΙΚΑ στην Αντραβίδα τότε. Τον πρώτο χρόνο δεν μου ‘δινε ούτε δραχμή. Το δεύτερο χρόνο, μου ‘φτιασε ένα παντελόνι και από παλιό, όχι καινούριο. Τον τρίτο χρόνο, μου ‘δινε δέκα δραχμές την ημέρα. Τον τέταρτο χρόνο, μ’ έβαλε με το κομμάτι, πέντε δραχμές την τραγιάσκα. Ήτανε και μια άλλη κοπέλα [δούλευε στου Χατζή] εκεί, τώρα έχει πάει στην Αμερική. Τον πέμπτο χρόνο του ζήτησα αύξηση, από πέντε δραχμές να τις κάνει δέκα, δεν ήθελε. Του είπα τότε για το ΙΚΑ που είχε έρθει εντωμεταξύ στην Αντραβίδα. «Δε σε παίρνει», μου λέει, «άμα θες, τράβα δούλεψε μοναχός σου». Και βγάζω τα στάμπα και τα καλούπια και του λέω, «δώσ’ μου τα, να πάω σπίτι μου να δουλέψω». Μου λέει, «πάρ΄τα, δε με νοιάζει». Πάω ‘γώ σ’ ένα μαραγκό, βγάνω τα καλούπια και δούλευα στο σπίτι. Έπαιρνα δουλειά από τα μαγαζά και από άλλους, φίλους μου, εδώ στην Αντραβίδα. Εντωμεταξύ με καρφώσανε και ήρθε το ΤΕΒΕ. Εγώ δεν ήθελα να γραφτώ γιατί δεν είχα πολλά κέρδη. Μου κάνει μήνυση [το ΤΕΒΕ] και πήγαμε στα δικαστήρια, εκεί τα συμβιβάσαμε και γράφτηκα στο ΤΕΒΕ. Έτσι το 1968 εβγήκα στην αγορά, άνοιξα μαγαζί. Ε, με τη δουλειά μου και με τις οικονομίες μου έφτιαξα ένα σπιτάκι, χωρίς να πάρω λεφτά από κανένανε.

           

Για να φτάσεις μια τραγιάσκα, θέλεις δυόμισι ώρες δουλειά. Δηλαδή τέσσερες την ημέρα βγάνω. Έχουνε πολλή δουλειά, γιατί είναι όλο με το χέρι. Το ύφασμα το αγοράζουμε ‘μείς ρεταλάκια από τα ραφεία που φκιάνουνε κουστούμια και τους περισσεύουνε κομμάτια.






Το ύφασμα το απλώνουμε, το σημαδεύουμε με το στάμπο, χάρτινο στάμπο, και τα κόβουμε. Ανάλογα το νούμερο και το σχέδιο τραγιάσκας που θέλεις. Αρχινάει πό 51 νούμερο, μέχρι 60. Παίρνω το μέτρο του πελάτη, τι νούμερο φοράει και εν συνεχεία μετά το κόβω. Το κόβω, το γαζώνω, το σιδερώνω, πριν το γυρίζω ανάποδα, το βάζω στο καλούπι μαζί με τη «νάπα» που λέμε, το καναβάτσο, και μετά το σιδερώνω. Άμα το σιδερώσω, το ρεγουλάρω, το γυρίζω, το φοδράρω, βάζω το γείσο μέσα με τη φόδρα, τη στάμπα που λέμε, και λοιπά και είναι έτοιμο.   



                 


Καθένα έχει τα μυστικά του. «Στάμπες» που λέμε, προσχέδια, πολλά. Τις φόδρες τις παίρνω τόπι, με το μέτρο, δε βρίσκω ρετάλια. Και τα λινάτσα με το μέτρο. Η λινάτσα είναι δύο ειδών, δύο τύποι λινάτσας. Αυτή η λινάτσα, η σκληρή, βγάζεις αυτό το σχέδιο με το κουμπί [για τον «κούκο»], χωρίς κουμπί η μαλακή λινάτσα [για την «τραγιάσκα»].Κάθε σχέδιο έχει το στάμπο του. Αυτό [δείχνει] το σχέδιο βγάζει την τραγιάσκα με το κουμπάκι, με τα οχτώ φύλλα [τον κούκο]. Το γαζώνω με μηχανή Singer Ήτανε μια εδώ και πήγε στην Αθήνα και μου άφησε τη μηχανή. Της έχω βάλει τώρα ένα μοτέρ και την έκανα ηλεκτρική. Και τώρα, το ‘χω το λουράκι, όταν θέλω την κάνω χωρίς ρεύμα.                   

         


Η φόδρα θέλει αλλιώτικο κόψιμο. Αυτά [δείχνει] είναι τα «γείσια» από συμπαγές χαρτί. Αυτά τα παίρνω στην Αθήνα. Πάω σε δύο [μαγαζιά] και παίρνω χάρμποτ φύλλα. Και πάω σε έναν που έχει είδη πιλοποιίας, Καριώτης, πλατεία Ψυρρή, και του λέω και μου τα κόβει αυτά. Βγάζω χίλια κομμάτια-χίλια τρακόσα και περνάω ένα χρόνο. Έχω κλισέ σιδερένια, τα ‘χω στην Αθήνα, στην αδερφή μου, να μην τα κουβαλάω. Τα ‘χω φτιάξει εγώ, μόνος μου. Ο μάστοράς μου [ο Χατζής] τα κόβει με τη φαλτσέτα. Και ΄γώ μόνος μου τα κόβω αλλά  τώρα σιγά-σιγά έφτιαξα τη δουλειά πιο σύγχρονη. Πρώτα αυτός έκοβε το γείσο με το χέρι, αγόραζε υφάσματα λίγα, έπαιρνε εγχώρια, από τους εμπόρους εδώ κα τον εκμεταλλευόσαντε, εγώ τα παίρνω κατευθείαν από τα εργοστάσια. Εμένα μ‘ έστελνε [ο Χατζής] κι έπαιρνα πέντε μέτρα λινάτσα. Εγώ πηγαίνω και παίρνω δέκα τόπια. Λινάτσα από το εργοστάσιο της Κερκύρας ή του Δεσύλλα, Θηβών. Κι έχω κι έναν άλλονε, Βελής λέγεται, δίπλα απ’ το γήπεδο του Ολυμπιακού. Τις κουβαρίστρες, ο μάστοράς μου μ’ έστελνε και τις έπαιρνα μία-μία, ενώ εγώ πάω και τις παίρνω χοντρικώς. Έτσι, κάτι από ΄δώ, κάτι από ΄κεί, μου μένουν και πέντε δρα’μές. Αυτά που βάνω, τα κουμπάκια [στον κούκο], είναι τάπες χάρτινες που βάνουνε στα όπλα, 16άρες, 12άρες. Εγώ το σκέφτηκα αυτό, να βάζω αυτά. Ο μάστορας μ’ έβανε και τα ΄κοβα με το ψαλίδι, μόνος μου. Δηλαδή πολύ καθυστερημένος αυτός. Εγώ την έφτιαξα πιο σύγχρονη τη δουλειά.

         
  
Η φόδρα είναι κάμποτο, έτσι λέγεται το ύφασμα. Εγώ παίρνω καφέ [χρώμα] που δε λερώνει. Βάζω δύο χρώματα, το καφέ και το γκρί, απέξω. Το γκρι πάει στο απάνω μέρος του κεφαλιού και το καφέ, το λοξό, πάει στο πλάι, γύρω-γύρω στη σκούφια. Το γαζώνω. Έχω και αυτοκόλλητο αλλά δεν θέλω να ντο βάνω. Γύρω-γύρω βάζω «πιλογύρο», έτσι λέγονται, όσοι πελάτες θέλουνε, για τον ιδρώτα. Είναι πλαστικό αυτό, σα μουσαμάς. Τα παίρνω από την Αθήνα, από αυτόν τον Καριώτη, που κόβω τους γείσους. Αυτός φτιάνει εκατομμύρια τέτοια και τα δίνει στα εργοστάσια που φτιάνουνε τις ψάθες, τα καπέλα τα έτοιμα.

            




       
Αυτό το σχέδιο που δεν έχει κουμπί, το σκέτο, το παίρνουνε οι γέροι, οι ηλικιωμένοι και με το κουμπάκι το παίρνουνε οι πιο νέοι.. Από 50-100 [χρονών] παίρνουνε το σκέτο [την τραγιάσκα] και από 35-50 παίρνουνε με το κουμπί [τον κούκο], αν και τώρα δεν φοράνε οι νέοι τραγιάσκες.
Κι αν πάρουνε, τις παίρνουνε για καλαμπούρι, όχι να τις  φορέσουνε. Ενώ ο γέρος, ο ηλικιωμένος, τη χρειάζεται γιατί κρυώνει το κεφάλι του κι αν δεν φορέσει τραγιάσκα, δεν πάει και στην ηλικία του. Μου λένε εμένα τώρα [οι γέροι] «φτιάξε μου και μια τραγιάσκα, θέλω να πάω τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα στην εκκλησία». Να ‘ναι καινούργια.




Το γείσο το φτιάνουμε με δυο κομμάτια ύφασμα, ένα απού κάτου και ένα από πάνου. Το γαζώνουμε, το γυρίζουμε ανάποδα, μπαίνει ύστερα ο γείσος μέσα και το ράβουμε με το χέρι. Εκεί παίρνει φόρμα με το κεφάλι του καθενός. Καμιά φορά το ράβουμε μπροστά, πάνω στο γείσο, να μη σηκώνεται ψηλά το μπροστινό μέρος της τραγιάσκας αλλά σπάνια. Συνήθως μένει έτσι μόνο του, παίρνει το σχήμα. Σηκωμένη έτσι την τραγιάσκα, δεν τη φορεί κανείς, μόνο άμα είναι ’κανας βλάχος. Τους λέω κι εγώ αν δεν είναι κάτι ωραίο, πώς να το φορέσουνε.



   
Το λουρί και τα κουμπάκια φαίνονται απ’ το πλάι κι έχει το γούστο του. Έτσι το ΄χω μάθει, έτσι μου το ΄χουνε πει και δεν το ‘χω αλλάξει. Ορισμένα μόνο έχω αλλάξει. Το ενενήντα τα εκατό οι νέοι φορούνε αυτή με το κουμπάκι. Με το κουμπάκι λέγεται κούκος και η άλλη, η σκέτη, τραγιάσκα. Το κάθε ένα έχει τον τρόπο του, θέλει τέχνη. Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη οι κοπέλες [που φτιάχνουν σκούφιες] δεν προσέχουνε λεπτομέρειες. Καθονται ‘κεί στη μηχανή και βγάνουνε ένα σχέδιο. Δουλεύουνε γαζί συνέχεια. Δεν κάνουνε αυτές τις ψιλοδουλειές που κάνουμε ‘μείς. Και είμαστε, «Αντραβιδαίικια δουλειά», να πούμε.
   

Είναι, αυτή η τραγιάσκα να πούμε, μπορεί να φαίνεται απλή, αλλά άμα πιάσεις το νόημα εδώ πέρα, καταλαβαίνεις ότι έχει τέχνη. Εγώ έκαμα 4-5 χρόνια να τη μάθω. Η τραγιάσκα βαδίζει με χιλιοστά, ανάλογα με το νούμερο. Αυτά τα χιλιοστά στις οχτώ ραφές δημιουργούνε διαφορά έναν πόντο-δύο και δεν έχεις το νούμερο που θέλεις. Έχει τέχνη και όλο με το χέρι, με το μάτι. Όταν εσύ δεν ξέρεις το μυστικό, νομίζω δεν είναι εύκολη να την φτιάξεις. Έχω τα νούμερα έτοιμα και διαλέγω. Όταν όμως έρθει ένας πελάτης  και μου πει «παραγγελία», του τη φτιάνω.

Το ένα καλούπι ανοίγει τις ραφές και «σπάει» και το γείσο. Το χαρτί του γείσου, άμα δεν το βρέξεις το σιδέρωμα, να το λυγίσεις, δεν γίνεται, σπάει. Βάνεις το γείσο, βάνεις νερό και το σιδερώνεις σιγά-σιγά και του δίνεις την κλίση που θέλεις. Άμα στεγνώσει, μένει κόκαλο, όπως το ‘χεις σιδερώσει. Το τρίγωνο καλούπι είναι μόνο ν’ ανοίγεις τις ραφές.
Δίνω και σε άλλα μαγαζά αλλά όχι πολλές, γιατί είμαι μόνος μου. Τα χρώματα τα διαλέγω εγώ, σε καλά υφάσματα, μάλλινα. Δημητριάδη, τεριλέν, κασμηροφανέλα, καλά υφάσματα που φτιάνουνε κουστούμια, σκούρα χρώματα πάντως. Ρεταλάκια, να βγαίνουν 1-2 τραγιάσκες απ΄ το καθένα. Δε συμφέρει ν’ αγοράσεις με το μέτρο. Εγώ πουλάω εφτά κατοστάρικα [δραχμές] τη μία, δε με συμφέρει. Βγάζουμε ένα μεροκάματο με δυσκολία, 1000-1500 δραχμές την ημέρα. Δίνω και έξω από Αμαλιάδα μέχρι Κρέσταινα. Άλλοι ερχόνται και τις παίρνουνε και σ’ άλλους τις πάω: Ζαχάρω, Αμαλιάδα, Πύργο, Βάρδα, μέχρι Αχαγιά. Λεχαινά δε δίνω. Ο Κεφάλας[1] που κάποτε έπαιρνε, δεν παίρνει τώρα, ύστερα είναι κοντά, ερχώνται εδώ και τις παίρνουνε [τις τραγιάσκες]. Όλο και πιο ηλικιωμένοι έρχονται. Μου λένε μερικοί, «Άμα πεθάνουμε εμείς, εσύ πας, σχόλασες». Η δουλειά δεν είναι… Οι παλαιοί δεν εκάνανε χωρίς τραγιάσκα. Προτού χαλάσει η μία, παίρνανε άλλες, αμέσως! Τώρα, οι νέοι, ξεσκούφωτοι.\
Δεν έρχεται τώρα κανείςνα μάθει την τέχνη. Έχω πει σε πολλούς, κορίτσα κι αγόρια, και δεν έρχονται. Άμα ακούνε αυτή τη δουλειά, γελάνε ... Άμα πάρω σύνταξη εγώ και γεράσω, σχόλασε αυτή η δουλειά. Θα την έχουμε ευτού [στο χειρόγραφο της ερευνήτριας] γραμμένη…».



Τραγιάσκες και "κούκοι"στον τοίχο του εργαστήριου Αγραπίδη, έτοιμα προς πώληση. Δεξιά, μέσα στον καθρέφτη, φαίνεται πελάτης που δοκιμάζει τραγιάσκα για να την αγοράσει (1985)






[1] Οι Αδελφοί Κεφάλα είχαν ραφείο  ανδρικών ρούχων και εμπορικό κατάστημα στα Λεχαινά.