27 Αυγ 2013

Βιώνοντας τις πυρκαγιές στην Ηλεία τον Αύγουστο του 2007, από την Όλυμπο Καρπάθου: από την καταστροφή και το θάνατο στη ζωή και την αναβλάστηση




[Πρώτη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού,  "Βιώνοντας τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2007 από την Έλυμπο Καρπάθου", περιοδικό  Οροπέδιο, τεύχος 5 (2008), αφιέρωμα "Σελίδες για τις πυρκαγιές της Ηλείας", σ. 96-108].
( Εκτός από την πρώτη, οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι ταβηγμένες από την γράφουσα, εδώ διαφορετικές και περισσότερες από αυτές  της πρώτης δημοσίευσης).






Τα σπίτια αυτά τα πέτρινα / τα δίπατα   /κράτησαν τρίμερες χαρές / και ντουφεκιές / τα σπίτια αυτά τα πέτρινα / τα δίπατα  / μέσα κρατούν τους γάμους τους / μέσα και τους νεκρούς τους… 
(απόσπασμα από άτιτλο ποίημα της Γιώτας Αργυροπούλου, συλλογή Νερά απαρηγόρητα).


Κατά την αποφράδα ημέρα της έναρξης της πυρκαγιάς στην Ηλεία στις 24/8/07 ξεκινούσα από το σπίτι μου στο Νιοχώρι για ένα ερευνητικό ταξίδι-προσκύνημα στην Όλυμπο (στο τοπικό ιδίωμα Έλυμπος) της Καρπάθου (με αφορμή την εθνογραφική συγκυρία ενός τοπικού γάμου και του πανηγυριού του αη-Γιάννη στη Βρουκούντα), ταξίδι που επιθυμούσα χρόνια τώρα. Ανυποψίαστη για τις απρόβλεπτα τρομακτικές διαστάσεις που θα έπαιρνε η φωτιά στη συνέχεια, αντιλήφθηκα το κακό που μας είχε βρει από την τηλεόραση του πλοίου, καταμεσής στο καρπάθιο πέλαγος, ταξιδεύοντας από την πόλη της Ρόδου προς τα Πηγάδια, κύριο λιμάνι της Καρπάθου −αργά για να κάνω πίσω, να συν-βιώσω με τους συμπατριώτες μου την οδύνη της καταστροφής, να βοηθήσω στο μέτρο των περιορισμένων δυνατοτήτων μου ή ακόμα και να προστατεύσω, αν η τελικά φωτιά έφτανε και ως εκεί, το ίδιο μου το σπίτι…

10 Ιουν 2013

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ* : Οι τελευταίοι νομάδες κτηνοτρόφοι στη βορειοδυτική Πελοπόννησο (TransHumance in Peloponnese,Greece)


[Πρώτη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού,  “Οι δρόμοι των νερών και των κοπαδιών: οι τελευταίοι νομάδες κτηνοτρόφοι στη βορειοδυτική Πελοπόννησο”, στο Β. Νιτσιάκος-Χ. Κασίμης (επιμέλεια), Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής. Συγκρότηση και Μετασχηματισμοί, εκδ. Πλέθρον-Δήμος Κόνιτσας, Αθήνα 2000: 163-183 (χωρίς τις φωτογραφίες).  (Φυσικά οι βιβλιογραφικές αναφορές ανάγονται στην εποχή της δημοσίευσης).
Από τους γέροντες συνομιλητές μου που απεβίωσαν αναπόφευκτα εντωμεταξύ, μνημονεύω εδώ όσους η μαρτυρία τους υπήρξε καθοριστική ή/και  καταγράφεται στο παρόν κείμενο, αφού η  απώλεια την καθιστά περισσότερο πολύτιμη και αναντικατάστατη: τα αδέλφια Κώστα, Αργύρη και Παναγιώτα Γκογκάκη, τον Γιώργη Φλίγκο,  τον Κώστα Βαγγελάκο.]

 Ευχαριστώ όλους τους “βλάχους”  συνομιλητές μου για την πρόθυμη συνεργασία και τη θερμή φιλοξενία. Ιδιαίτερα τον γερο-Κώστα Γκογκάκη, τους αδελφούς Σωτήρη και Ηλία Γκογκάκη. Οι φωτογραφίες. παραχωρήθηκαν ευγενικά για αντιγραφή από τους γερο-Κώστα Γκογκάκη, τον  Σωτήρη Γκογκάκη, την Μαρία Ηλία Φλίγκου-Ντούγκα και αναπαράχθηκαν φωτογραφικά επιτόπου και σκαναρίστηκαν από τη γράφουσα.
  Το κείμενο αποτελεί μέρος της εκτεταμένης έρευνας για τουυς νομάδες και ημι-νομάδες της ΒΔ Πελοποννήσου που πραγματοποίησα στο πλαίσιο της δουλειάς μου στο ΚΕΕΛ της Ακαδημίας Αθηνών από το 1993 έως το 1997.  Θεωρώ πολύ σημαντικό να συμπεριλάβω εδώ τις παλιές φωτογραφίες, που δενυπάρχουν στην πρύτη δημοσίευυση, γιατί δίνουν «πρόσωπο» στα ονόματα των  πινάκων της Α. Χατζημιχάλη για τους Μωραΐτες ποιμένες, ενώ καθιστούν  αδιάψευστες τις μαρτυρίες της (στις λεζάντες, δίπλα στα πρόσωπα που αναφέρει η Χατζημιχάλη μπαίνει ο πίνακας και ο αύξων αριθμός του ονόματός του σε αυτόν). Πέραν αυτού, γιατί μαζί με τις πιο πρόσφατες δικές τους αλλά και αυτές που τράβηξα εγώ κατά την έρευνα, δίνουν ένα πολύτιμο πλήθος εθνογραφικών πληροφοριών: για τα χειμερινά και θερινά  λιβάδια, την ποιμενική ζωή, τη συμμετοχή των −απομονωμένων από το κύριο σώμα των νομάδων ποιμένων− Μοραϊτών νομάδων κτηνοτρόφων στην οικονομική και κοινωνική ζωή των τόπων που τους φιλοξενούν (πανηγύρια, οικισμοί κλπ), τις μετακινήσεις, τη συγγένεια, την ιεραρχία, τις κατά φύλα και ηλικία  διακρίσεις, τη συνύπαρξη παραδοσιακών και νεωτερικών στοιχείων στο πλαίσιο της συνεχούς πολιτισμικής εξέλιξης (κατοικία, ενδυμασία, επαγγέλματα, επιτηδεύματα, τέχνες, τεχνικές) και άλλα.






Οι δύο τοπικοί πόλοι της μεταβατικής κτηνοτροφίας στη ΒΔ  Ηλεία:

Πάνω: η λεκάνη του Φενεού Κορινθίας, όπως φαίνεται από το καλοκαιρινό λιβάδι της  "Γκιώνας" του Χελμού (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, Σεπτ. 1995)
Κάτω: ο κάμπος της ΒΔ Ηλείας με το κάστρο Χλεμούτσι και το Ιόνιο Πέλαγος στο βάθος, όπως φαίνεται από τα Κοτσανέικα χειμαδιά, στα Βραχνέικα Λεχαινών (φωτ. Ε.Ψ., Αύγ. 1996).



"…  “Νομός”  είναι η ελληνική λέξη για το βοσκοτόπι και ο «νομάδας» είναι ο αρχηγός ή ο Γέροντας  ενός κλαν που προΐσταται του καταμερισμού των νομών [των βοσκών-βοσκημάτων]. Έτσι η λέξη «νομός» έφτασε να σημαίνει «δίκαιη διανομή», «αυτό που ορίζεται από το έθιμο» κι επομένως η βάση όλου του δυτικού δικαίου.

Το ρήμα νέμειν –«βόσκω», «οδηγώ στη βοσκή», «περιφέρομαι» ή «απλώνομαι»– έχει και δεύτερη έννοια, που φτάνει πίσω στον Όμηρο: «μοιράζω», «κατανέμω», ή «απονέμω»- ιδιαίτερα γη, τιμή, κρέας ή ποτό. Νέμεση είναι η «απονομή δικαιοσύνης».  Νόμισμα σημαίνει «τρέχον χρήμα», απ’ όπου η «νομισματολογία»…"
(Μπρους Τσάτουιν,  1990, Τα μονοπάτια των τραγουδιών, μετάφραση Σοφία Φιλέρη, Χατζηνικολής, Αθήνα, σ. 229).


Όταν μιλάμε για νομαδικούς ποιμενικούς πληθυσμούς, ο νους μας πηγαίνει στο χώρο της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Την Ήπειρο, τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, για να περιοριστούμε μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους, αφού αυτοί είναι κατεξοχήν οι χώροι που εξέθρεψαν διαχρονικά στα βουνά και τους κάμπους τους εκατομμύρια γιδοπρόβατα και οικογένειες νομάδων ή ημινομάδων μεταβατικών κτηνοτρόφων και έγιναν κοιτίδα της ζωής και του πολιτισμού τους. Πάντα ωστόσο υπήρξαν οικολογικοί, ιστορικοί και οικονομικοί καταναγκασμοί που συνέβαλαν στο πέρασμα -εκτός άλλων- κοπαδιών και νομαδικών ποιμενικών πληθυσμών «κάτω απ’ τ’ αυλάκι», στη βόρεια Πελοπόννησο.

Ο Κορινθιακός κόλπος αποτελεί μια βαθιά υδάτινη πληγή στο βουνίσιο σώμα της Βαλκανικής που ανοίχτηκε από το φυσικό εργαστήρι της τριτογενούς. Εκατομμύρια χρόνια αργότερα έγινε τελικά πολυσήμαντη «τομή» με την ανθρώπινη παρέμβαση. Η γαλαζοαίματη αυτή πληγή δεν κατάφερε ωστόσο ν’ αποκόψει τη νοτιοανατολική εσχατιά της Ευρώπης, την Πελοπόννησο, από τον κορμό της ευρύστερνης χερσονήσου, αφού η ανθρώπινη δραστηριότητα και πάλι μέσω των πληθυσμιακών μετακινήσεων και της πολιτιστικής, κοινωνικής και οικονομικής επικοινωνίας αναιρεί σχεδόν αυτή τη γεωγραφική τομή.

23 Φεβ 2013

Λαϊκή ιατρική και θρησκευτικότητα, προφορικότητα και εγγραμματοσύνη: μια γυναικεία μαρτυρία από την ΒΔ Ηλεία

[Πρώτη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού, " Λαϊκή ιατρική και θρησκευτικότητα, προφορικότητα και εγγραμματοσύνη:  μια γυναικεία μαρτυρία από την ΒΔ Ηλεία", Αρχαιολογία και Τέχνες 105 (2007), αφιέρωμα: "Η ιατρική στη σύγχρονη Ελλάδα", σ. 16-21].

Οι φωτογραφίες  τραβηγμένες από την γράφουσα.





Παπάς και "σοφές" γερόντισσες (δεν εικονίζεται εδώ η πληροφορήτρια Γ. Θ). Η φωτογραφία τραβηγμένη στα Πλατάνια Μεσσηνίας, στο πανηγύρι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, 21/5/ 2002.


Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τις θεραπευτικές  πρακτικές όσο και τις σχετικές αντιλήψεις, την κοσμοθεώρηση που αυτές αντιπροσωπεύουν από τους κατά τόπους φορείς τους, αφού κατά κανόνα προκύπτουν έμμεσα, μέσα από τις παρατηρήσεις, τις κρίσεις και τις ερμηνείες των ανθρωπολόγων και των λαογράφων. Η παρακάτω προφορική μαρτυρία προέκυψε από συνομιλία της γράφουσας με την Γ.Θ. (73 ετών, εγγράμματη, μαμμή, γιάτρισσα) που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια επιτόπιας έρευνας στo χωριό Μέλισσα Ηλείας (πρώην Ζόγκα, με πληθυσμό κυρίως μέτοικους  από την Βυτίνα Αρκαδίας από τον 19ο αι.) , κατά τον Αύγουστο του 1989[1].   
Την δημοσιεύω αντί άλλης πραγμάτευσης ως προς τον τίτλο αυτού του post γιατί θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτική μιας «εκ των έσω» (emic) λαϊκής  αντίληψης για την υγεία, την ασθένεια, τη θεραπεία,  την  πίστη στις ιαματικές ιδιότητες των  ιερών τόπων και τη σημασία  τους για την ίαση σωματικών και πνευματικών ασθενειών. Περαιτέρω γιατί νομίζω ότι η μαρτυρία είναι έμμεσα διαφωτιστική μεταξύ άλλων και ως προς την όσμωση ή/και τη σύγκρουση ανάμεσα στη «μεγάλη παράδοση», ήτοι την επίσημη χριστιανική διδαχή −όπως την εσωτερικεύουν οι πιστοί στο αγροτικό κυρίως πολιτισμικό περιβάλλον− και στη «μικρή παράδοση», ήτοι τη λαϊκή δεισιδαιμονία, μαγική πίστη και λατρεία όπως τη βιώνουν  ή την ασκούν κυρίως οι γυναίκες[2]