23 Φεβ 2013

Λαϊκή ιατρική και θρησκευτικότητα, προφορικότητα και εγγραμματοσύνη: μια γυναικεία μαρτυρία από την ΒΔ Ηλεία

[Πρώτη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού, " Λαϊκή ιατρική και θρησκευτικότητα, προφορικότητα και εγγραμματοσύνη:  μια γυναικεία μαρτυρία από την ΒΔ Ηλεία", Αρχαιολογία και Τέχνες 105 (2007), αφιέρωμα: "Η ιατρική στη σύγχρονη Ελλάδα", σ. 16-21].

Οι φωτογραφίες  τραβηγμένες από την γράφουσα.





Παπάς και "σοφές" γερόντισσες (δεν εικονίζεται εδώ η πληροφορήτρια Γ. Θ). Η φωτογραφία τραβηγμένη στα Πλατάνια Μεσσηνίας, στο πανηγύρι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, 21/5/ 2002.


Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τις θεραπευτικές  πρακτικές όσο και τις σχετικές αντιλήψεις, την κοσμοθεώρηση που αυτές αντιπροσωπεύουν από τους κατά τόπους φορείς τους, αφού κατά κανόνα προκύπτουν έμμεσα, μέσα από τις παρατηρήσεις, τις κρίσεις και τις ερμηνείες των ανθρωπολόγων και των λαογράφων. Η παρακάτω προφορική μαρτυρία προέκυψε από συνομιλία της γράφουσας με την Γ.Θ. (73 ετών, εγγράμματη, μαμμή, γιάτρισσα) που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια επιτόπιας έρευνας στo χωριό Μέλισσα Ηλείας (πρώην Ζόγκα, με πληθυσμό κυρίως μέτοικους  από την Βυτίνα Αρκαδίας από τον 19ο αι.) , κατά τον Αύγουστο του 1989[1].   
Την δημοσιεύω αντί άλλης πραγμάτευσης ως προς τον τίτλο αυτού του post γιατί θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτική μιας «εκ των έσω» (emic) λαϊκής  αντίληψης για την υγεία, την ασθένεια, τη θεραπεία,  την  πίστη στις ιαματικές ιδιότητες των  ιερών τόπων και τη σημασία  τους για την ίαση σωματικών και πνευματικών ασθενειών. Περαιτέρω γιατί νομίζω ότι η μαρτυρία είναι έμμεσα διαφωτιστική μεταξύ άλλων και ως προς την όσμωση ή/και τη σύγκρουση ανάμεσα στη «μεγάλη παράδοση», ήτοι την επίσημη χριστιανική διδαχή −όπως την εσωτερικεύουν οι πιστοί στο αγροτικό κυρίως πολιτισμικό περιβάλλον− και στη «μικρή παράδοση», ήτοι τη λαϊκή δεισιδαιμονία, μαγική πίστη και λατρεία όπως τη βιώνουν  ή την ασκούν κυρίως οι γυναίκες[2]



Παραθέτω αποσπάσματα της απομαγνητοφωνημένης αυτής συνομιλίας, στην πλειονότητα των οποίων έχουν ωστόσο απομαγνητοφωνηθεί μόνον οι απαντήσεις της ερωτώμενης Γ. Θ. και όχι οι δικές μου ερωτήσεις, οι οποίες ωστόσο  προκύπτουν έμμεσα νομίζω από τις απαντήσεις. Λόγω αυτής της έλλειψης σημειώνω ότι ο λόγος της συνομιλήτριας κατά τη συνομιλία μας υπήρξε  συνεχής σχεδόν και πάντως τα θέματα στα οποία αναφέρεται εδώ δεν προκύπτουν από δικές μου ερωτήσεις, οι οποίες ως επί το πλείστον, λόγω και του ότι και η ίδια είχε «φορτίο» που θέλησε να καταθέσει, περιορίζονται στο να είναι διευκρινιστικές πάνω στα θέματα που εκείνη εισάγει στην κουβέντα. Έτσι οι επιμέρους ενότητες στις οποίες χωρίζω εδώ την αφήγηση έχουν γίνει  εκ των υστέρων, για την καλύτερη δόμηση  της παρούσας δημοσίευσης.



[Αφηγείται η Γ. Θ. Είναι επίσης παρούσες και παρεμβαίνουν στην αφήγηση η Α. Λ. , 73 ετών, με τη νύφη της Χ.Λ. , 40 ετών και την εγγονή της Α.Λ., 16 ετών.]

                                                                                       

Το ξαφνιασμένο "απ΄όξω"  παιδί

"… Τά ’χω μάθει απ’ τη γιαγιά μου κι από  μια θεια μου.  Επιστήμων μαμμή δηλαδή. Και μού ’λεγε «να τα λαιμπουριάζεις[3] τα παιδιά, μου λέει. Μην τηράς, οι γιατροί δεν πιστεύουνε τέτοια πράματα», μου λέει. «Αλλά εγώ επιστήμων μαμμή είμαι, μου λέει, εγώ στο λέω, τα δικά σου παιδιά, όσα καταλαβαίνεις, να τα λαιμπουριάζεις». Όσα χρόνια ήταν η μάνα μου, λαιμπούριαζε η μάνα μου. Πέθαν’ η μάνα μου η κακομοίρα, θεός σ’χωρέσ’ τηνε, λαιμπουριάζω εγώ.

Με πήρε μια και πήγα. Τρεις φορές.  Ένα κι ένα, δύο [μετράει με τις πιθαμές της πάνω σ΄ένα μαντήλι του κεφαλιού, που έβγαλε απ’ τα μαλλιά της]. «Απ’ όξω είναι το παιδί, πειραγμένο. Αερικό. Ο Σκατόφωλος». Εκείνη [η μάνα] το είπε. Εγώ δεν ξέρω ότι ερχότανε το παιδί τση πέντε μέρες πριν που φορτώνανε ’κεί απάνω, ότι ο –πώς τόνε λένε, μωρή [απευθύνεται στη μια απ΄τις παρούσες]- ο Ν., αλλά δεν τό ειδα [το παιδί] μοναχά, να ιδώ,  κουτσαίνει, δεν κουτσαίνει; Εγώ τ’ς είπα να πάει παραπέρα. Δε μπορώ εγώ να ντζη το σταυρώσω [το παιδί].  Ερχότανε λέει απ’ το το χωράφι, λέει,  κι ερχότανε ούλο αξαφνιασμένο. Η μάνα του η ίδια το λέει.  Αξαφνιασμένο, έτσι, άγριο. Ε, είχε πάρει λάδι […]

Το παιδί στο χωράφι ήτανε. Κι αν ήτανε στο χωράφι; Παραφύλαγ’ εκεί [το αερικό].  Και πού ητανε.  Είδε μια φορά, είδε δύο. Είδ’ η μάνα του. Πήγε να βρει εμένα, πήγε τη μπρώτη φορά, πήγε τη δεύτερη, πήγε την τρίτη, πήγε τέσσερις-πέντε φορές, σου λέει. Κάποια φορά, λέει, πήγε και τού ’βαλε  ένα λιβάνι, ’κεί, να ντο λιβανίσει το παιδί, είναι μεγάλος, για στρατιώτης, κι όπως έβαλε τώρα ’δώ το λιβανιστήρι κι έβαλε φωτιά να το λιβανίσει, ’κεί που το είδε έτσι το παιδί [αξαφνιασμένο], πετάγεται το κάρβουνο από ’δώ κι έπεσε απάνου στο σώμα του! Δεν τον ήθελε [το κάρβουνο] να πάει! Μου τό ειπε η ίδια η μάνα του.

 Από ’κεί η μάνα δεν έβαλε μυαλό; Να φέρει τον παπά! Ο παπάς είναι μέσα στο χωριό. Να μου πεις, μωρή γαϊδούρα, δεν τα βάνουμ΄αυτά με το μυαλό μας! Α, δεν το περιμένω αυτό το πράμα! Να πει, για σταμάτα. Σα μάνα πού ητανε, να σηκωθεί, αφού είδε τέτοιο πράμα, να μη μπάει πουθενά, να πάει, «παππούλη», να ντου ειπεί, »έλα ’δεκεί στο σπίτι μου, να διαβάσεις ένα, μια ευχή του παιδιού!» Τίποτα, έτσι το παιδί. Ήρθε στο σπίτι μου ’κεί, μαζί με την Κ. , μου λέει, «κυρά Γ., να με συγχωρείς», λέει, »έτσι κι έτσι». «-Τι να σου πώ», της λέου ’γώ, »βάλ’ του ένα μαντήλι με ’κείνο και ’κείνο μέσα, με λιβάνι, στάρι, αντρικό μαλλί, με αλάτι και μια μπουκιά ψωμί». Το ’βαλε δυο-τρία μερόνυχτα ’κεί πέρα, στα τρία μερόνυχτα ε, ήρθε ’κεί πέρα, λέει «θεια, έτοιμο».

Πήγα ’κεί πέρα. Σταυρώνω ένα έτσι, ένα έτσι, δύο, εδώ, έπιασα έτσι και το κράτησα [μετράει πάλι με το μαντήλι της με τις πιθαμές]. Σταυρώνω, ξανασταυρώνω, ξανασταυρώνω. Δεν έμπαινε καθόλου [έχανε διάστημα στο μέτρημα, δεν ταίριαζε]. Όταν είναι για να περάσει [το κακό, η αρρώστια], αυτή η απιθαμή κι αυτή η μισή να πούμε [δείχνει πάνω στο μαντήλι] –εγώ κρατώ, ’γώ τώρα-, ένα και μισή εδεπά, το κρατώ εγώ τώρα. Τώρα μετράω από κάτου [από την αντίθετη κατεύθυνση] μια απιθαμή και μια απαλάμη. Τίποτα αυτή η απαλάμη, κούνημα. Ούτε τό ’να, ούτε   τ’ άλλο. Όπως το ’βαλα, ήτανε. Δεν έφευγε.  Είχε παραλύσει το παιδί, δηλαδή. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη φορά [το δοκίμασε], πάει. Τση λέω,  «κυρία μου, μετάσχω τας χείρας μου, δε βλέπεις μπροστά σου». Το ’καμα μπροστά τση, δηλαδή. Δεν ξέρω τί ’χε κείνο το παιδί, πάντως ήτανε «απ’ όξω». Τση λέω, «δε μπαίρνει με κανέναν τρόπο». Πρώτη φορά, δεύτερη φορά, τρίτη φορά, δε μπαίρνει! Πήγα τρεις φορές τ’ απόγεμα, τρεις φορές το άλλο πρωί, είπα τρεις φορές τ’ αυτά, τα λόγια, δεν έπαιρνε. Λέω και λόγια, βέβαια. Ε, από ’κεί και πέρα, της λέω «ό,τι θες κάμε το, σύρ’ το όπου θες». Αλλά δεν ξέρω, τόνε βλέπω που περνάει [τον άρρωστο] αλλά δεν ξέρω τί έγινε. Ούτε τη μάνα του την είδα, την ηύρε η περίσταση με τη μάνα της, δεν την είδα να τη ρωτήσω…



 Η θεραπεία της "χρυσής" του παπά

''… Σταυρώνω για χρυσή και για σούφρες, Αυτό είχε χρυσή, το ένα. Εγώ το βλέπω [ότι έχει χρυσή], έχω συνηθίσει και το βλέπω. Το παιδί αυτούνο ’φτού, το σταυρώνω πρώτα να χάνεται το φεγγάρι. Αλλού πρώτα, για να χάνεται και η αρρώστια από το παιδί. Και ύστερα, όπως το φέρανε, μέχρι τη μέση το φεγγάρι. Μέχρι τη μέση. Και τώρα θα το φέρουνε πανσέληνο, νάτο, χτες το βράδυ τήραγα εγώ το φεγγάρι το Σάββατο θα ’ναι μέσ’ στον ουρανό, εε! [δείχνει]. Θα ’χει γυρίσει, θα ’χει πάρει δρόμο για χάσιμο.  Ε, τότε θα το σταυρώσω για τελευταία φορά. Τρεις φορές. Το μελετάω, το σταυρώνω και με την πρώτη, άμα το σταυρώσω ’γώ, αρχινάνε τα λιοδέκατα που αυτώνει, γιατί το χτυπάνε τα λιοδέκατα [δέκατα, πυρετός]. Είναι τρεις μορφές [η χρυσή]. Είναι κίτρινη, είναι άσπρη κι είναι όπως είσαι [δε φαίνεται] αλλά σε δέρνει στο κόκκαλο.

Ήτανε  ’νας παπάς, −και είναι ζωντανός  εσήμερα και βρίσκεται, κι όταν με βλέπει, τηράει να μου φιλήσει εμένα το χέρι! Του λέω, «παππούλη, έχεις τ’ άγια μυστήρια, αμαρτία απ’ το θεό είναι, αυτό να μη ματα το ’πείς!» του λέω. Και προχτές εδώ, στου παπα-Θ. το μνημόσυνο, ήτανε. Αλλά δε μπορεί η μανούλα του [είναι άρρωστη], δεν έχω άνθρωπο, να πάω. Ο πατέρας του έχει πεθάνει. Από τότε που πέθανε ο πατέρας του, αυτός [ο παπάς] από τη στενοχώρια του τόνε γύρισε χρυσή. Χρυσή του κοκκαλιού και δε φαινότανε, ούτε κίτρινος, ούτε λευκός, τίποτα. Αλλά μια εδώ, μια νύφη πό’ χω  πάρει απ’ του Μπόρσι [κοντινό χωριό], τη μάνα της την είχανε καντηλανάφτισσα στο χωριό, νεωκόρισσα να πούμε και πάγαινε συνέχεια στο χωριό, βάρηγε τη γκαμπάνα, εσυγύραγε την εκκλησία, ούλα, κι αφού τον ήβλεπε σε τέτοια χάλια [τον παπά] κι αυτή ήξερε για μένα ότι… [πως είναι γιάτρισσα]. Επέθανε ο πατέρας του από το καταραμένο, να καταλάβεις [καρκίνο]. Κι αυτός [ο παπάς] επήγαινε στσου γιατρούς  στην Αθήνα και του λέγανε ότι κάτι έχει το αίμα του. Κάτι έχει το αίμα του. Του λέγανε. Ούλο κάτι, κάτι, κάτι. Αφού ’πό τα πολλά κάτι-κάτι το σώμα του…. Λέει [η νεωκόρισσα] «-ρε παππούλη, δε μου λες» , του λέει. «-Τι είναι;» της λέει. «-Δε μπας  και μια φορά στη συμπεθέρα μου στου Ζόγκα», του λέει, »να ιδεις  μήπως έχεις χρυσή;» Εν τέλει, τού ’πε,  αυτά κι αυτά.

Κάποτε με ηύρε, πάαινα στα Λεχαινά, στο λεωφορείο μέσα. «-Καλημέρα», «-Καλημέρα». Είδες, όταν πρωτομπείς στην πόρτα πουθενά, που λέει ο λόγος σαν άνθρωπος, σαν γαϊδουράνθρωπος που λέει ο λόγος να βρεθείς, όχι σαν άνθρωπος, σα γαϊδουράνθρωπος. Άμα πέσεις στην πόρτα κι αυτά, τι να ειπείς. Μιλιά; Είν’ αμαρτία απ’ το θεό! [αναφέρεται στο γιατί συνομίλησε με τον άγνωστό της παπά].  «-Καλημέρα»,  λέω, λέει «καλημέρα». Ετράβηξα να βρω μιαν άκρη [γιατί της μίλησε]. Λέει, «κυρία Γ. πού πας, στα Λεχαινά ή στο Μοσχονέρι;» Δεν είχε ακόμα τότε ανοίξει το Μοσκονέρι [για τα καλοκαιρινά ιαματικά λουτρά] αλλά τότε άρχιζε και πάαινε κόσμος[4]. «΄Όχι παππούλη», του λέω, »στα Λεχαινά».  «Εντάξει» λέει, »θα σε βρω». Μόλις ροβολήκαμε στα Λεχαινά, μου λέει, «έλα ’δώ να σε ρωτήσω».  «Τί θες παππούλη;» του λέω. Μου λέει, «μού ’πε», λέει, »έτσι κι έτσι η συμπεθέρα σου», μου λέει. «-Τί να σου πω παππούλη», του λέω, »εγώ χωρίς να σε κοιτάξω, χωρίς τίποτα, ε, το είδα». Εγώ, όπως σού ’πα, από το πρόσωπό του εδώ έτσι, εκατάλαβα [πως έχει χρυσή]. Μου λέει «τί πρέπει να γίνει;» «-Ρε παππούλη, άκου ’δώ. Το φεγγάρι τώρα σε δυο-τρεις ημέρες το πολύ θα γυρίσει, πάει απάνου», του λέω. »Αλλά δεν πρέπει νά  ’ρθεις ετώρα», του λέω, »θα σου πω εγώ πότε· πάει γιομίζοντα το φεγγάρι, δεν κάνει», του λέω.

Πέρασε καιρός. Γύρισε το φεγγάρι. Εχανότανε. Μόλις εχανότανε κι ύστερα, πάγαινα για το Μοσχονέρι [για μπάνια], τότε. «-Κυρά Γ., τί γίνεται», μου λέει [ο παπάς]. Είπα καλημέρα μέσ’ στο λεωφορείο. «-Για πού πας;» «-Για το Μοσχονέρι». «-Και πότε λες να ’ρθώ;» μου λέει. Του λέω «έλα την τάδε μέρα , είναι χάση» [φεγγαριού]. Ήρθε. Μόλις ήρθε, ε, την κόψαμε [τη χρυσή]. Στους μεγάλους, όταν τους εύρει τέτοιο [χρυσή], κάτω απ’ το  πάνω χείλος από κεί μέχρι ’δώ [δείχνει σύρριζα στο άνω ούλο, πάνω από τα δόντια, κατά μήκος των κοπτήρων] κρατιέται ένα κουμπί στα ούλα απάνου και μέχρι να ντη βρεις, να ντη γκόψεις να πούμε, αυτά είναι!....[κακό] Τα λόγια τα λέω ’κείν’ την ώρα που το κόβω. Λοιπόν, γυρίζει, τη γκόψαμε ’κεί πέρα, εδώ τη γκόβουμε [δείχνει], εδώ στη γκορφή και στό  ’να αυτί και στ’ άλλο [της χρυσής], στους μεγάλους. Ενώ τα μικρά, όπως είναι τούτα ’δώ [παιδάκια παρόντα], τούτο το μικρουλάκι τώρα που θα ’ρθεί να ντο σταυρώσω, θα ντο πιάσω από ’δώ πάνου μέχρι κάτου [δείχνει όσο το πίσω μέρος του σώματος του παιδιού]! Από το λαιμό πίσω, κά’ για κά’ [κάτω για κάτω], από ’δώ κι από ’κεί, από ’δώ κι από ’κεί, [εκατέρωθεν από τη σπονδυλική στήλη] αριά-αριά να πούμε, όχι για θάνατο το παιδί να ντου φάω το αίμα ούλο, μέχρι κάτου,  να ντου φτιάσω τα πόδια του, κάτ΄εδώ, το κόβω. Επειδής είδες φτούνα τα μικρούλια τα μελετάω και για τη σούφρα [παιδική αρρώστια]. Η σούφρα είναι πιο χειρότερη ακόμα κι από τη χρυσή. Λοιπόν, τα μελετάω και για  σούφρα, γι’ αυτό τα κόβω τα μικρούλια, τρεις φορές. Χαρακιές με το ξουράφι, τέτοιο αγοραστό που παίρνεις κι αυτά, εντάξει.  Λοιπόν, με το μπαπά, τόνε σταύρωσα, αύτωσα.  Με τη μπρώτη που τόνε σταύρωσα, πήγε στην Αθήνα. Του λέω, «παππούλη, θα ’ρθείς τον τάδε καιρό,  την τάδε μέρα», λέω, »πίσω». Δεν ήρθε. Έφυγε το φεγγάρι. Αυτός πήγε στην Αθήνα.

Πήγε να τηραχτεί [να εξεταστεί στους γιατρούς]. Κι αφού πήγε και τηράχτηκε, του λέει [ο γιατρός, του παπά] «κύριε, το αίμα σου είναι πολύ καθαρό, δεν είναι όπως ήτανε!» Είναι τος στη ζωή, σου λέω [ο παπάς], προχτές τον είδα και λέει «εγώ να σου φιλήσω το χέρι!» Λοιπόν, « δε μου λες», του λέει, [ο γιατρός, στην Αθήνα] »το αίμα σου είναι πολύ-πολύ καθαρό, Τι συμβαίνει;», του λέει, »πήγες πουθενά; Εγώ είχα μια γιαγιά», του λέει [ο γιατρός], »και σταύρωνε κάτι παιδιά και να σου πω», του λέει,  »μπροστά σε τούτα που ξέρουμε ’μεις, γιατρικά κι αυτά, αυτά ήσαντε καλύτερα» του λέει ’κείνος ο γιατρός. «Είχα μια γιαγιά και ’γώ»,  του λέει [ο γιατρός] »και σταύρωνε μικρά παιδιά και ’γώ τα πιστεύω αυτά». «-Τι να σου πω ρε παιδάκι μου» του λέει [ο παπάς], και ’γώ παπάς είμαι αλλά πήγα σε μια πραχτικιά και από τότε πήγα καλύτερα». Του λέει, «παππούλη,  να ξαναπάς, να σε τελειώσει»,  κι αυτά. Ε, με βρίσκει στη Βάρδα κάποτε, τόνε ξανασταύρωσα, μό ’βγανε να μου δώσει τρία χιλιάρικα[δραχμές]. Λέω, «φχαριστώ πολύ, παππούλη, εγώ θέλω μόνο και μοναχά να με ματαλαβαίνετε [να της δίνει θεία κοινωνία], αν θέτε», του λέω, »δεν θέλ’τε, ε, ο θεός είν’ απάνου», του λέω. »Ούτε μάγια ξέρω, ούτε αυτά. Εγώ τά ’μαθα από τη γιαγιά μου κι αυτά.  ’Πό’ ’κεί και πέρα»,  του λέω,  »’γώ λεφτά δεν παίρνω ’πό κανένανε, θα πάρω από σένα;» , του λέω! Πως, οι παπάδες μου λένε ότι βγαίνω μπροστά απ’ το Χριστό! Έτσι μού ειπανε. Βγαίνω μπροστά απ΄το Χριστό!! «-Για σταμάτα παππούλη», του λέω, »πώς βγαίνω μπροστά απ’ το Χριστό; Για ποιο λόγο; Όχι, δε βγαίνω μπροστά απ’ το Χριστό, ποτέ. Τούτο το πράμα δεν το ξέρω», του λέω, »ούτε λεφτά παίρνω». Μάλιστα, ο παπα-Α. δε μ’ αφήνει να ματαλάβω!! Ο Α.,  ο πατέρας του [του παπα-Α.], δε μό’ ’λεγε ποτέ τίποτα. Ο παπα-Κ.;  «-΄Ελα ’δώ χριστιανή μου να σε σταυρώσω», μου λέει, »να ματαλάβεις!». Ο παπα-Κ., του παπα-Γ. το παιδί. Κι άλλοι. Και κείνος εκεί [ο παπα-Α.], μου λέει «όχι, άμα σταυρώσεις, μη ματαρθείς να ματαλάβεις!» […]

Και γι’ αυτό το λόγο [διστάζει να θεραπεύει]. Όχι, -το λέω μοναχή μου δηλαδή-, άμα ’ρθώ σε σένα και μου πεις «έλα ’δώ κυρά μου να μου σταυρώσεις το παιδί» και να σου πω «κυρά μου, ναι, να στο σταυρώσω, δό’ μου πέντε χιλιάδες, δό’ μου δέκα», θα ’τανε αμαρτία.  Αφού δε θέλω τίποτα! Με καλείς, πάαινε στην ευχή, δε θέλω τίποτα. Δε ’γιαίνει το παιδί σου; Σύρτο και παραπέρα. Δε ’γιαίνει. Μπορεί να μην είν’ από ’κείν’ την αρρώστια. Ξέρω ’γώ; Μπορεί νά ’χει τίποτ’ άλλο το παιδί σου. Να το πας και παραπέρα.

Ο παπάς, τελικά πέρασε [θεραπεύτηκε]. Πήγε και ήρθε και τού ’πανε εντάξει. Πρέπει όμως να σταυρωθεί τρεις φορές. Μια φορά χάση  και δυο φορές γέμιση του φεγγαριού. Ημέρα Δευτέρα, Πέμπτη και Σάββατο. Την Τετάρτη πιάσανε το Χριστό, την Παρασκευή τόνε σταυρώσανε, η Τρίτη είναι κακιά μέρα, η Κυριακή είναι Κυριακή και δε γκάνει,  ε, Πέμπτη, Σάββατο και Δευτέρα. Να μην είν’ άλλη. Ειδικά λόγια[5] γι αυτή την αρρώστια,τη Χρυσή  και τη Σούφρα. Μαζί πάνε. Μαζί, το ίδιο [ξόρκιο, λόγια] πάει.



Η "σούφρα" και το Μοσχονέρι

"...Με τη σούφρα το παιδί δε μεγαλώνει, ζαρώνει κι όσο πάει και χειρότερο γίνεται. Τα πάνε και στο Μοσχονέρι[6]. Πήγανε παιδιά κι από ’δώ. Ο ίδιος μου ο αδερφός. Όχι ο αδερφός μου [δικό του παιδί],  άλλονε πήγε. Τόνε πήρανε και το πήγανε [το παιδί] και μόλις πήγανε στο Μοσχονέρι, το βουτήξανε μέσ’ στο νερό και ήρθανε, γιατί τους είχαμε ’πει εμείς [να το πάνε] η μάνα μου να πούμε, ’κείν’ την ημέρα, κείν’ τον καιρό [παλιότερα δηλαδή]. Τους είπ’ η μάνα μου, ήτανε εδώ η μάνα μου, ζωντανή, και τους λέει «να μη μιλείστε κανένας,  από ’δεπά που θα πάτε μέχρι το Μοσχονέρι κι απ’ το Μοσχονέρι εδώ, ή απάντησες, ή όποιος σου μιλήσει, και ν’ απαντήσεις , όχι· αμίλητοι να πάτε κι αμίλητοι να γυρίστε!»  Τώρα, τη νύχτα γίνουνται αυτά, όχι μέρα, μόλις βασιλέψει ο ήλιος κι’ ύστερα να φύγουνε να πάνε. Τρεις παγαίνανε. Τρεις. Όχι απαραίτητα η μάνα. Δεν ξέρω αν πάνε άλλοι. Πάντως δύο και το παιδί [το άρρωστο], τρεις.  Και τού ’χανε πάρει μια αλλαξά κοντά [του παιδιού] καθαρή και ’κείνα τ’ αποφόρια [που το αλλάζανε] τα πετάξανε μέσα [στη λούμπα, στο Μοσχονέρι].  Και το παιδί [το βάλανε μέσα στο νερό της λούμπας]. Δεν έχει σχέση, ή χειμώνας ή καλοκαίρι, όποτε τύχει. Δεν έχει σχέση αυτό. Αυτό [το πότε θ΄αρρωστήσει το παιδί για να το πάνε] όποτε τύχει, η τύχη,  είναι  τση τύχης αυτό.  Αυτό το Μοσχονέρι μέσα, θα σου πω ύστερα, κοντά, συνέχεια[…]. 



 Μοσχονέρι ή "Βρωμονέρι" Λεχαινών. Η "λούμπα" με την ιαματική μαύρη λάσπη, έδρα και της "Τρανής Κυράς" των νεράιδων,  όπως "εξωραίστηκε" από τον ιδιοκτήτη της ευρύτερης περιοχής στις αρχές της  δεκαετίας του 2000 (3/9/2006)
.

Λοιπόν, μόλις επήγανε ’κεί πέρα [στο Μοσχονέρι] και το βουτήξανε το παιδί, τα ρούχα πού ’χανε μέσα, τ’ αποφόρια απ’ το παιδί, πάπ!, τα πετάξανε μέσα. Ναι! Τ’ αφήκανε μέσα, στο νερό. Του φορέσανε άλλα του παιδιού, το πήρανε, φύγανε. Αμίλητοι. Το παιδί κλάψει δεν κλάψει, τίποτα. Το παιδί ήτανε «απ’ όξω», βαρεμένο. Βαρεμένο «απ’ όξω» αυτό. Λοιπόν κίνησε, πήγανε. Μόλις εφύγανε, ακούνε πίσω μπουουουουουου!!! Από εκεί κά’ από το νερό που ξεκινήσανε [και φύγανε]. Μέχρι που σταματήσανε και σταμάτησε το σύνερο [=σύνορο του Μοσχονεριού, εκεί σταμάτησε η βουή]. Βέβαια, το σύνερο του Μοσχονεριού. Μέχρι που σταμάτησε το σύνερο , κι από ’κεί κι απάνου, ε, δεν, και να μιλήσεις, δεν έχει [δικαιοδοσία η Τρανή Κυρά του Μοσχονεριού], θέλω να σου πω. Ε, πάει.

 Τι είναι στο Μοσχονέρι; Να σου πω ένα που άκουσα φέτο; Έχω δεκαεφτά χρόνια και ’φέτος δεκαοχτώ που πήγα, πάω και κάνω μπάνια [… ]


Μοσχονέρι.  Οι "λουόμενοι" ασθενείς, πασαλειμμένοι με τη μαύρη λάσπη εκτίθενται στον ήλιο για να στεγνώσει (3/9/2006)



 Μοσχονέρι. Ασθενής λουόμενη, μετά το πέρας της πολυήμερης θεραπείας με τη λάσπη, "πληρώνει", συμβολικά τη "λούμπα" του Μοσχονεριού (και την "Τρανή Κυρά") ρίχνοντας μέσα ανάποδα, προς τα πίσω,  (σύμφωνα με τη μαγική πρακτική), ένα νόμισμα (3/9/2006)

Το Μοσχονέρι λένε ότι είναι μια γυναίκα. Μέσ’ στο Μοσχονέρι, εφέτο τ’ άκουσα, μια γυναίκα από την Πάτρα ήταν άρρωστη. Ήτανε στα γεράματα τα δικά μας τώρα, όπως είμαστ’ εμείς τώρα εξήντα χρονών, ξέρω ’γώ πόσο είμαστε τώρα, εγώ πάω εβδομήντα τέσσερο-εβδομήντα τρίο, αλλά στις δικές μας ημέρες να πούμε, όχι παλιά. Ήτανε άρρωστη η γυναίκα απ’ τα πόδια τση. Είχε γυρίσει ούλο το γκόσμο, σου λέει. Ούλο το ντουνιά. Τ’ άκουσα ’φέτο ’γώ φτούνο το πράμα, δεν τό ’χα ακούσει τόσα χρόνια. Και της λέει,  «να πας στο Μοσχονέρι να βρεις την υγειά σου». Επαρησιαστήκανε δυο άνθρωποι στον ύπνο της και τση λένε, «εμείς είμαστε οι άγιοι Ανάργυροι» και στο Μοσχονέρι −εγώ εβάρεσα το πόδι μου εφέτο, το βάρεσα, δηλαδή μάτωσε μέσα σε πέτρα, εδώ, ε, τούτο το δάχτυλο, έβγαλα ένα κομμάτι τέεετοιο, ’κείνες τσί  μέρες που λέγανε αυτά στο Μοσχονέρι, τ’ άκουσα που τα λέγανε κι έχει πέτρες κάτου, σωστά δηλαδή− «εμείς είμαστε οι άγιοι Ανάργυροι», λέει, «και εκεί που είναι  η λίμνη», λέει, «ήτανε η εκκλησία μας και τη ρίξανε οι Τούρκοι τα παλαιά χρόνια», λέει, «κι είμαστ΄οι άγιοι Ανάργυροι και να ’ρθείς εκεί στο Μοσχονέρι να ιδείς την υγειά σου». Και μόλις ήρθε στο Μοσχονέρι, είδ’  η γυναίκα την υγειά της! Και την άλλη χρονιά φέρνει τους  Αγιανάργυρους και φέρνει και ’κείνο το αυτό που το ’χει βάλει τους Αγιανάργυρους να πούμε, το εικονοστάσι. Αυτή η γυναίκα το  ’φερε. Και τση λέει, «εμείς είμαστε τόσα χρόνια και μας εγκρεμίσαν την εκκλησία μας και μέσα εκεί που είν’ η λίμνη», λέει,  «ήτανε η εκκλησία μας, οι Αγιανάργυροι,  και όσοι περνάνε είναι φίλοι και καλοί και εμείς τσου κάνουμε θαραπαυμένους». Μάλιστα. 







 Μοσχονέρι, πάνω και κάτω: η ιαματική "μαύρη" λάσπη με την οποία αλείφουν τα σώματα οι ασθενείς (3/9/2006)


Ου, καημένη [απευθύνεται σε μένα], άμα κάτσουμε και βάλουμε [στην κουβέντα μας] τέτοια,  για  μάτιασμα και για τέτοια, δεν κάνει να τα λέμε, δεν κάνει φτούν’ τα πράματα. Το μάτιασμα, το παραδέχεται  η εκκλησία αλλά άλλοι το παραδέχουνται κι άλλοι όχι. Απ’ ότι είπα ’γώ, μια φορά σ’ ένανε [παπά], και μου λέει, «κυρία μου, θα βγεις μπροστά απ’ το Χριστό εσύ;». Εδώ ο πάπ’ Α. δεν μ’ αφήνει να ματαλάβω. «Εγώ παππούλη», λέω, »εμένα η γιαγιά μου μου τά ’χει ειπωμένα, έτσι κι έτσι...».

 [………………………………………………………………………]



Μοσχονέρι,  πάνω και κάτω: To εικονοστάσι των "δίδυμων" γιατρών αγίων Αναργύρων δίπλα από την "λούμπα" με την ιαματική λάσπη (εξωτερικό και εσωτερικό με το καντήλι, το λάδι και τις εικόνες, 3/9/2006)





Επιλεγόμενα

Η πολυσήμαντη αυτή κατάθεση της και η όλη ρητορική της αφηγήτριας Γ. Θ. επιτελείται (μαγνητοφωνείται εν γνώσει της, άρα ως ένα βαθμό «δίνει παράσταση», performance) ως παραμυθιακή διήγηση.  Μέσα από την ελεύθερη  συνέντευξη της γράφουσας ερευνήτριας με την αφηγήτρια  αναδεικνύονται τα σύνθετα πολιτισμικά πεδία που δομούν  ιστορικά τη συγχρονικότητα, όπως αυτή συγκροτείται  από την έμφυλα προσδιοριζόμενη  διαλεκτική ή/και αντιθετική σχέση μεταξύ εγγραμματοσύνης και προφορικότητας, πρακτικής και επιστημονικής ιατρικής, μαγείας και θρησκείας,  ανδρικής και γυναικείας θρησκευτικής και ιατρικής αρμοδιότητας, χριστιανισμού και παγανισμού, παράδοσης και νεωτερικότητας.

Η συνομιλήτρια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών που αποκαλούμε «σοφές» γυναίκες στις μικρές κοινότητες της υπαίθρου[7]. Ασκημένη στην   αφήγηση και στο θάρρος έκφρασης του λόγου και της γνώμης της που απορρέει  από τη μητρότητα όσο και από την ανάληψη  καίριων τελετουργικών και θεραπευτικών ρόλων στη μικρή κοινότητα οπου διαβιοί, με τα λόγια  της μας δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε πολυσύνθετες ανθρωπολογικές παρατηρήσεις. Μεταξύ άλλων μπορούμε να εστιάσουμε  στους συγκεκριμένους τρόπους μαγικής και πρακτικής θεραπείας  που ασκεί η ίδια προσωπικά και που αμφισβητούνται κατά κανόνα από τη σύγχρονη  ιατρική επιστήμη ως προς τη χρήση και την αποτελεσματικότητά τους. Κυρίως όμως  να κρίνουμε τις φυσικές,  κοινωνικές, φιλοσοφικές  και θρησκευτικές παραμέτρους αυτών των πρακτικών, τις πεποιθήσεις και τις αξίες που εκφράζουν και υποστηρίζουν στο πλαίσιο μιας «κατά φύση» κυρίως διαβίωσης, καθώς  και να παρατηρήσουμε την ιαματική και παρηγορητική  λειτουργία τους κατά τις προσωπικές και συλλογικές κρίσεις.  Μπορούμε τέλος ν’ αντιληφθούμε και το  πώς συγκροτούνται οι αμφίσημες σχέσεις των «σοφών» αυτών γυναικών με τη θρησκευτική και κοσμική εξουσία στο πλαίσιο των σχετικά  περιορισμένων αριθμητικά  αγροτικών κοινωνικών ομάδων όπου κυρίως διαβιούν και δρουν, συμμετέχοντας δυναμικά στα κοινά.

Είναι  λοιπόν σημαντικό νομίζω το ότι από τη συγκεκριμένη κατάθεση φαίνεται πως  το έμφυλο κοινωνικό status των «σοφών» γυναικών −που κατά κανόνα είναι επιφορτισμένες να «επιτελούν» και την παραδοσιακή ιατρική−  δεν δομείται μόνον συμβατικά, μέσα από τις δεδομένες επιτόπια πατριαρχικές  κοινωνικές νόρμες, τις συγγενικές δομές  και τους θεσμούς. Πρόσωπα «σε κρίση» οι ίδιες −όπως και οι προσφεύγοντες σε αυτές για θεραπεία− περιβεβλημένες επιπλέον και  με μια  αμφισημία ως προς  τη θεραπευτική  τους αρμοδιότητα (καθώς είναι επιθυμητή και φοβερή, έγκυρη και απορριπτέα ταυτόχρονα), ακροβατούν ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, στη μαγεία και τη θρησκεία,  στην κοινωνική καταξίωση και την καταφρόνια.  Φαίνεται δε οι εν λόγω γυναίκες να  κατακτούν το  διφορούμενο πλην σημαντικό   κοινωνικό  ρόλο τους   διεκδικητικά και ανατρεπτικά, μέσα από τη συχνά ανταρσιακή προσωπικότητά τους, την όλη  στάση τους απέναντι στη ζωή, στο θάνατο και στο μεταφυσικό, όσο και από ένα είδος οδυνηρής αυθεντίας που τους παρέχει η μητρική, θεραπευτική και τελετουργική κοινωνική προσφορά τους. Αυθεντία  που η  συνομιλήτρια  αποδίδει σε μητροπλευρική,  κατά παράδοση κληρονομούμενη  −ως ένα βαθμό και μυστικά μεταδιδόμενη−  γνώση αλλά  και στην προσωπική της επίπονη και επώδυνη εμπειρία,  στο πλαίσιο  που δομούν οι παραδοσιακές πολιτισμικές αξίες και τα καθήκοντα των γυναικών. Για αυτές τις γυναικείες αξίες παρατηρούμε να αγωνίζεται αφιλοκερδώς ως θεραπεύτρια αλλά και να τις  υπερασπίζεται κοινωνικά με τον τρόπο της,  ενίοτε ερχόμενη σε σύγκρουση με το στενό οικογενειακό της περιβάλλον, την κοινή γνώμη αλλά και με πρόσωπα της τοπικής κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας.





Ανδραβίδα,  μαρτυρία για το Μοσχονέρι


Το Μοσχονέρι (ή Βρωμονέρι) είναι ιερός, διφορούμενος  τόπος, ιαματικός και φοβερός συνάμα, για τους κατοίκους του  σημερινού δήμου Ανδραβίδας -Κυλλήνης, κυρίως για την τέως Βουπρασία και Μυρτουντία. Για τη δύναμη και την ευρύτητα της τοπικής παράδοσης για το Μοσχονέρι, παραθέτω μια ακόμα μαρτυρία από συνέντευξη με ηλικιωμένη γυναίκα στην Ανδραβίδα, που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1985, στο πλαίσιο της επιτόπιας λαογραφικής έρευνάς μου (βλ. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 4467/1992, λαογραφική αποστολή Ελένης Ψυχογιού). 


«…Κάνουνε και μπάνια. Είναι μια λίμνη [το Μοσχονέρι] –την καθαρίσανε τώρα– καλάμια, αυτά. Και είναι το νερό το βλέπεις από πάνου και κάτου γης.  Είναι μαύρη, σα μπαρούτι. Το παίρνεις στο χέρι σου το νερό και είναι άσπρο [και η γη κάτω είναι μαύρη]. Παγαίνει πολύς κόσμος, τώρα [τον Αύγουστο του 1985] θ’ αρχίσει λεωφορείο και θα μας παίρνει [από την Ανδραβίδα] και θα πηγαίνουμε [στο Μοσχονέρι].  Κι άσε τώρα τι [άνθρωποι, κόσμος] ερχώνται, από την Πάτρα, γιατροί, αυτά, από όλα τα περίχωρα. Τα λουτρά [του Μοσχονεριού] είναι τρεις βαθμούς ανώτερα, το νερό,  από όλα τα λουτρά. Ο Σπηλιάδης τα είχε αυτά. Μεγάλη περιουσία. Δικό του ήτανε [το Μοσχονέρι] και δικό του είναι. Και αυτός έχει καμωμένο διαθήκη και συμβόλαια ότι να έχουνε την κατάρα του τα παιδιά του, ότι, να μη χαλάσουνε  το Μοσχονέρι, να πηγαίνει ο κόσμος δωρεάν. Είτε [ούτε] και να μπορούνε[οι κληρονόμοι του] να το χαλάσουνε, είτε να το μεταχειριστούνε με λεφτά [με πληρωμή], σα λουτρά [δηλαδή ως οργανωμένη λουτρική εγκατάσταση, με πληρωμή]. Όχι. «Σας άφηκα περιουσία» τους λέει [ο Σπηλιάδης, στη διαθήκη του] «να ζήσετε εσείς και πολλοί άλλοι. Αυτό θα το αφήκετε έτσι, να λένε “του Σπηλιάδη”». Περιουσίες μεγάλες άφηκε στα παιδιά του, χωράφια  αμέτρητα, τα νοικιάζουνε. Τα παιδιά του δεν πιστεύω να εργάζουνται [με τόση περιουσία], δεν ξέρω, τι να σου πώ.. Λεχαινίτες αυτοί. Ε, και μπαίνεις μέσα στη λίμνη και κάτου, μπαίνεις ως εκεί μέσα στο νερό, ως τα γόνατα, δεν είναι περσότερο [το βάθος του νερού]. Κάθεσαι χάμου, είναι κάθε τόσο τρύπες χάμου και αναβρεί [αναβλύζει] και είναι χιόνι [κρύο το νερό]. Εκεί περνάνε ξένοι, από ξένα βασίλεια κι αυτά, και βλέπουνε τον κόσμο, εκεί φτιάνουνε μπαράκες [χόρτινες καλύβες], πααίνουνε και μένουνε εκεί [για τα μπάνια] να μην πηγαινο-ερχόνται. Παίρνουνε τη λάσπη από τον πάτο και αλειφόνται, είναι μαύρη αυτή, σαν κατράμι. Αλειφόνται. Πόδια, χέρια, ό,που τους πονάει, και κάθονται στον ήλιο, πασαλειμμένοι. Μπαίνεις [κατόπιν] μέσα στο νερό; Διαλύεται η λάσπη! Διαλύεται τελείως από 'πάνου σου η λάσπη, φεύγει. Είτε [ούτε] μουτζούρα, είτε τίποτα, τίποτα. Ο γιος μου, μια φορά, «μητέρα», μου λέει, «θα ‘ρθώ και ‘γώ, με πονάνε τα πόδια μου», –ανεβαίνει στις κολώνες [ο γιος, στις κολώνες της ΔΕΗ] κι αυτά.  Μπαίνει μέσα [στο νερό, στο Μοσχονέρι] ηύρε κι άλλους χωριανούς εκεί, και τι κάνει: βάφει [με τη μαύρη λάσπη] τα πόδια του ούλα, κεφάλι, ούλα. Περνάνε κάτι ξένοι, ξένη γλώσσα, και του πήρανε φωτογραφία!
Λένε ότι εκεί «κρατάει». Μια γειτόνισσά μου εδώ, κάτι κορόιδευε για το Μοσχονέρι  ότι «κρατάει» και τέτοια [δεν το πίστευε]. Και τσ’ ήρθ’ ένα σκαμπίλι, χωρίς να ξέρει ποιος [της το έδωσε]! Εκεί, μέσα στη γούβα [της ήρθε το σκαμπίλι]. Ή που ‘χουνε παραπάνω [από τη «γούβα»] καμωμένο μια βρυσούλα και βγαίνει νερό που το πίνεις! Εκείνο [το νερό της βρυσούλας] για το στομάχι , είναι….!! [πολύ καλό, χωνευτικό]. Αλλά καθαρό ‘κείνο ‘κει (όχι μαύρο, ιαματικό]. Λένε ότι τώρα τα μετατρέψανε [το Μοσχονέρι]. Όχι τη λούμπα αλλά τα καλάμια γύρω-γύρω,  τα καθαρίσανε, δεν τα ‘χω ιδεί ακόμα.  Λένε ότι πέρναγε από ‘κεί κάποιος και βλέπει μία με μαύρα [ρούχα] κι όπως ‘θελα συναντηθούνε στο δρόμο, είδες, στρίβει [η μαυροφόρα γυναίκα] δίνει μια και πέφτει αυτή στη λούμπα! Εκείνη με τα μαύρα. Αυτή είναι «Ώρα». Εκείνη βάρεσε και τη γυναίκα [ αυτή που έφαγε το χαστούκι]. Τώρα εκείνη [η μαυροφόρα] είναι πο’ ‘χει το νερό, δεν το ξέρω. Ετούτη ‘δω η γριά η γειτόνισσά μου,  μου το ‘λεγε. «Άμα πάω», λέει [η γειτόνισσα, στο Μοσχονέρι], «δε μιλάω, δε λέω τίποτα, τίποτα!».
Γέρους, τους φέρνουνε [στο Μοσχονέρι] με την καρέκλα [δεν μπορούν να περπατήσουν]. Πρώτη, δεύτερη μέρα [στο Μοσχονέρι], πάνε με τα πόδια τους! Τους είδα εγώ, με τα μάτια μου! Ένας, μας έλεγε –από της Μανωλάδας τα μέρη [αυτός] κι ακόμη πέρα–  δεν μπόρηγε να περπατήσει, τόνε φέρανε με την καρέκλα. «Και είχα γυρίσει», λέει, «όλα τα λουτρά του κόσμου», που πλήρωνε κιόλα, τίποτα δε γινότανε και ήρθε στο Μοσχονέρι και έγινε  καλά. Το  παιδάκι μου δε μπόρηγε, τότε στην Κατοχή, είχε πάθει από αθροφία, δεν είχε να φάει  το παιδί και έπαθε άφτρα εδώ στο στόμα του και λέγανε πως είναι «από Ώρα».  Και το πήραμε  και το πήγαμε [στο Μοσχονέρι] με το κάρο. Αμίλητο το πήγαμε, αμίλητο το φέραμε [δεν μιλούσαν καθόλου όσοι το συνόδευαν]. ΄Εσκουζε το παιδάκι; Ας έσκουζε [αυτοί έμεναν αμίλητοι]. Όταν φεύγαμε όμως, του πέταξα ένα πανί μέσα [ρούχο του παιδιού, στο νερό]. Μέρα πήγαμε, το έγδυσα το παιδί και του έκαμα μπανάκι [στο νερό της λούμπας, στο Μοσχονέρι], το βούτηξα μέσα τρεις φορές, αμίλητη. Μήτε εγώ μίλαγα, μήτε ο πατέρας του. Ε, και τώρα εμείς που πάμε, όσα μπάνια και να κάνουμε, το τελευταίο μπάνιο ή θα πετάξουμε μέσα [στο νερό] ένα ρούχο παλιό ή θα πετάξουμε ασήμι, ένα τάληρο, δεκάρικο, ό,τι. Έτσι το έχουνε έθιμα, να ασημώνουνε το νερό.  Και του παιδιού μου, όταν έφυγα [από το Μοσχονέρι] του άφησα μέσα ένα ρούχο του. Αλλά το παιδί δεν είχε φάει, πιεί, δεν είχα να το ταΐσω και πέθανε… Πηγαίνανε όμως πολλοί και γινόσαντε καλά. Και σήμερα γίνουνται καλά. Έρχονται από παντού, από όλα τα χωριά. Από του Μπουχιώτι [σημ. Αυγείο], το χωριό μου, έρχονται οι μισοί. Πολύς κόσμος!
(πβ. και τη γυναικεία μαρτυρία στο post "Κάρα και καροποιία στη ΒΔ Πελοπόννησο"σε αυτό εδώ τον ιστότοπο:
 https://www.blogger.com/blogger.g?blogID=532136745385105400#editor/target=post;postID=8251085121041286023;onPublishedMenu=allposts;onClosedMenu=allposts;postNum=4;src=link.).






Βιβλιογραφικές Αναφορές



 BLUM Richard και BLUM Eva,  Η κακιά ώρα. Μαγεία, Τελετουργίες και Προλήψεις της Ελληνικής Υπαίθρου, μτφρ. Αργυρώ Πατσού-Βελούδου, εκδ. Αρχέτυπο, Αθήνα 2005.

ΠΑΡΑΔΕΛΛΗΣ Θεόδωρος, 1995, Από τη βιολογική γέννηση στην κοινωνική. Πολιτισμικές και Τελετουργικές διαστάσεις της γέννησης στον ελλαδικό χώρο του 19ου αιώνα, Διδακτορική Διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας (αδημοσίευτη), Αθήνα.

STEWART Charles, 1991, Demons and the Devil. Moral Imagination in Modern Greek Culture, Princeton University Press.

STEWART Charles & SHAW Rosalid, 1994 (επιμ.), Syncretism/Anti-syncretism. The politics of Religious Synthesis, έκδ. Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη.

ΨΥΧΟΓΙΟΣ Ντίνος, 1988, Περί γοητειών και μαντείας, έκδ. Ν.Ε.Λ.Ε. Ηλείας - εκ παραδρομής, Λεχαινά.

ΨΥΧΟΓΙΟΥ Ελένη 1980,  «Νεράιδες. Πίστη και λατρεία τους στην Ηλεία», Ηλειακά ΛΗ΄, σ.  1136-1143.
 −,1987, Λεχαινά. Ο τόπος, τα σπίτια, καλλιτεχνική επιμέλεια Σωσώ Κατσούφη-Σεβδαλή, εκ παραδρομής, Λεχαινά.
−,  1998, «Νανουρίσματα-ταχταρίσματα: λειτουργίες του λόγου στην τελετουργία της γέννησης»,   Εθνολογία 6-7 (1998-1999), σ. 193-271.

−, 2008, Μαυρηγή και Ελένη. Τελετουργίες Θανάτου και Αναγέννησης, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 24, Αθήνα.

−, 2012, «Οι συλλογές  λαογραφικού υλικού. Παράλληλα κείμενα από την Ηλεία», στο Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης και το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας - 23, σ. 1045-1080.
.





[1]Βλ. Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Αρχείο Χειρογράφων,  χφο αρ. 4400, σελ. 86-106. Επιτόπια έρευνα-καταγραφή Ελένη Ψυχογιού. (Μέσα σε αγκύλες, επεξηγήσεις της γράφουσας. Οι τελείες μέσα σε αγκύλες δηλώνουν τμήματα της αφήγησης που παραλείπονται ως προσωπικά δεδομένα της αφηγήτριας ή ως άσχετα με το θέμα).

[2] Βλ. Stewart 1991· Stewart & Shaw 1994.

[3] Λαιμπούριασμα ή λαιμούριασμα = λαϊκή προληπτική ενέργεια ανοίγματος του  λαιμού των νεογέννητων, από τα πρώτα παιδιατρικά  καθήκοντα της μαμμής (βλ. Ψυχογιού 1998)

[4]Λακκούβα με μαύρο  ιαματικό νερό και λάσπη μεταξύ Λεχαινών-Μέλισσας όπου προσφεύγουν οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής λουόμενοι για ίαση ( βλ.  Ψυχογιού  2003, 2005).

[5] Αρνήθηκε κατηγορηματικά να προφέρει τα λόγια, γιατί υποστηρίζει ότι θα χάσουν τη θεραπευτική δύναμή τους.

[6] Το Μοσχονέρι θεωρείται και  έδρα των νεράιδων, στην αρχηγό των οποίων, την Τρανή Κυρά ή Κυρά Καλή παρέδιδαν παλιότερα τα «στριγγλιασμένα» μωρά με μαγική τελετή προς ίαση. Για το μαγικό αυτό βάπτισμα βλ. Ψυχογιού 1980· Ψυχογιός 1988: 89-92·  πβ. και  Παραδέλλης 1995.


[7]Βλ. Blum και Blum 2005.