10 Ιουν 2013

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΟΠΑΔΙΩΝ* : Οι τελευταίοι νομάδες κτηνοτρόφοι στη βορειοδυτική Πελοπόννησο (TransHumance in Peloponnese,Greece)


[Πρώτη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού,  “Οι δρόμοι των νερών και των κοπαδιών: οι τελευταίοι νομάδες κτηνοτρόφοι στη βορειοδυτική Πελοπόννησο”, στο Β. Νιτσιάκος-Χ. Κασίμης (επιμέλεια), Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής. Συγκρότηση και Μετασχηματισμοί, εκδ. Πλέθρον-Δήμος Κόνιτσας, Αθήνα 2000: 163-183 (χωρίς τις φωτογραφίες).  (Φυσικά οι βιβλιογραφικές αναφορές ανάγονται στην εποχή της δημοσίευσης).

Για τους νομάδες και ημινομάδες κτηνοτρόφους στην Ηλεία βλ. και http://psychogiou.blogspot.gr/2017/10/transhumance-in-peloponnesegreece-2.html

Από τους γέροντες συνομιλητές μου που απεβίωσαν αναπόφευκτα εντωμεταξύ, μνημονεύω εδώ όσους η μαρτυρία τους υπήρξε καθοριστική ή/και  καταγράφεται στο παρόν κείμενο, αφού η  απώλεια την καθιστά περισσότερο πολύτιμη και αναντικατάστατη: τα αδέλφια Κώστα, Αργύρη και Παναγιώτα Γκογκάκη, τον Γιώργη Φλίγκο,  τον Κώστα Βαγγελάκο.]

 Ευχαριστώ όλους τους “βλάχους”  συνομιλητές μου για την πρόθυμη συνεργασία και τη θερμή φιλοξενία. Ιδιαίτερα τον γερο-Κώστα Γκογκάκη, τους αδελφούς Σωτήρη και Ηλία Γκογκάκη. Οι φωτογραφίες. παραχωρήθηκαν ευγενικά για αντιγραφή από τους γερο-Κώστα Γκογκάκη, τον  Σωτήρη Γκογκάκη, την Μαρία Ηλία Φλίγκου-Ντούγκα και αναπαράχθηκαν φωτογραφικά επιτόπου και σκαναρίστηκαν από τη γράφουσα.
  Το κείμενο αποτελεί μέρος της εκτεταμένης έρευνας για τουυς νομάδες και ημι-νομάδες της ΒΔ Πελοποννήσου που πραγματοποίησα στο πλαίσιο της δουλειάς μου στο ΚΕΕΛ της Ακαδημίας Αθηνών από το 1993 έως το 1997.  Θεωρώ πολύ σημαντικό να συμπεριλάβω εδώ τις παλιές φωτογραφίες, που δενυπάρχουν στην πρύτη δημοσίευυση, γιατί δίνουν «πρόσωπο» στα ονόματα των  πινάκων της Α. Χατζημιχάλη για τους Μωραΐτες ποιμένες, ενώ καθιστούν  αδιάψευστες τις μαρτυρίες της (στις λεζάντες, δίπλα στα πρόσωπα που αναφέρει η Χατζημιχάλη μπαίνει ο πίνακας και ο αύξων αριθμός του ονόματός του σε αυτόν). Πέραν αυτού, γιατί μαζί με τις πιο πρόσφατες δικές τους αλλά και αυτές που τράβηξα εγώ κατά την έρευνα, δίνουν ένα πολύτιμο πλήθος εθνογραφικών πληροφοριών: για τα χειμερινά και θερινά  λιβάδια, την ποιμενική ζωή, τη συμμετοχή των −απομονωμένων από το κύριο σώμα των νομάδων ποιμένων− Μοραϊτών νομάδων κτηνοτρόφων στην οικονομική και κοινωνική ζωή των τόπων που τους φιλοξενούν (πανηγύρια, οικισμοί κλπ), τις μετακινήσεις, τη συγγένεια, την ιεραρχία, τις κατά φύλα και ηλικία  διακρίσεις, τη συνύπαρξη παραδοσιακών και νεωτερικών στοιχείων στο πλαίσιο της συνεχούς πολιτισμικής εξέλιξης (κατοικία, ενδυμασία, επαγγέλματα, επιτηδεύματα, τέχνες, τεχνικές) και άλλα.






Οι δύο τοπικοί πόλοι της μεταβατικής κτηνοτροφίας στη ΒΔ  Ηλεία:

Πάνω: η λεκάνη του Φενεού Κορινθίας, όπως φαίνεται από το καλοκαιρινό λιβάδι της  "Γκιώνας" του Χελμού (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, Σεπτ. 1995)
Κάτω: ο κάμπος της ΒΔ Ηλείας με το κάστρο Χλεμούτσι και το Ιόνιο Πέλαγος στο βάθος, όπως φαίνεται από τα Κοτσανέικα χειμαδιά, στα Βραχνέικα Λεχαινών (φωτ. Ε.Ψ., Αύγ. 1996).



"…  “Νομός”  είναι η ελληνική λέξη για το βοσκοτόπι και ο «νομάδας» είναι ο αρχηγός ή ο Γέροντας  ενός κλαν που προΐσταται του καταμερισμού των νομών [των βοσκών-βοσκημάτων]. Έτσι η λέξη «νομός» έφτασε να σημαίνει «δίκαιη διανομή», «αυτό που ορίζεται από το έθιμο» κι επομένως η βάση όλου του δυτικού δικαίου.

Το ρήμα νέμειν –«βόσκω», «οδηγώ στη βοσκή», «περιφέρομαι» ή «απλώνομαι»– έχει και δεύτερη έννοια, που φτάνει πίσω στον Όμηρο: «μοιράζω», «κατανέμω», ή «απονέμω»- ιδιαίτερα γη, τιμή, κρέας ή ποτό. Νέμεση είναι η «απονομή δικαιοσύνης».  Νόμισμα σημαίνει «τρέχον χρήμα», απ’ όπου η «νομισματολογία»…"
(Μπρους Τσάτουιν,  1990, Τα μονοπάτια των τραγουδιών, μετάφραση Σοφία Φιλέρη, Χατζηνικολής, Αθήνα, σ. 229).


Όταν μιλάμε για νομαδικούς ποιμενικούς πληθυσμούς, ο νους μας πηγαίνει στο χώρο της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Την Ήπειρο, τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, για να περιοριστούμε μέσα στα όρια του ελληνικού κράτους, αφού αυτοί είναι κατεξοχήν οι χώροι που εξέθρεψαν διαχρονικά στα βουνά και τους κάμπους τους εκατομμύρια γιδοπρόβατα και οικογένειες νομάδων ή ημινομάδων μεταβατικών κτηνοτρόφων και έγιναν κοιτίδα της ζωής και του πολιτισμού τους. Πάντα ωστόσο υπήρξαν οικολογικοί, ιστορικοί και οικονομικοί καταναγκασμοί που συνέβαλαν στο πέρασμα -εκτός άλλων- κοπαδιών και νομαδικών ποιμενικών πληθυσμών «κάτω απ’ τ’ αυλάκι», στη βόρεια Πελοπόννησο.

Ο Κορινθιακός κόλπος αποτελεί μια βαθιά υδάτινη πληγή στο βουνίσιο σώμα της Βαλκανικής που ανοίχτηκε από το φυσικό εργαστήρι της τριτογενούς. Εκατομμύρια χρόνια αργότερα έγινε τελικά πολυσήμαντη «τομή» με την ανθρώπινη παρέμβαση. Η γαλαζοαίματη αυτή πληγή δεν κατάφερε ωστόσο ν’ αποκόψει τη νοτιοανατολική εσχατιά της Ευρώπης, την Πελοπόννησο, από τον κορμό της ευρύστερνης χερσονήσου, αφού η ανθρώπινη δραστηριότητα και πάλι μέσω των πληθυσμιακών μετακινήσεων και της πολιτιστικής, κοινωνικής και οικονομικής επικοινωνίας αναιρεί σχεδόν αυτή τη γεωγραφική τομή.



. Ο Χελμός (Αροάνεια Όρη) που ορθώνεται  στη νότια παραλία του Κορινθιακού, αποκομμένος με το θαλάσσιο ρήγμα από το μητρικό όγκο της Πίνδου και τις προεκτάσεις του στη Στερεά, αποτελεί ένα είδος κεφαλής στον κορμό της Πελοποννήσου που στηρίζεται ανατολικά στον ώμο της Κυλλήνης (Ζήρια) και καταλήγοντας στον βραχίονα της Αργολιδοκορινθίας, δροσίζεται στα νερά του Αιγαίου. Δυτικά ακουμπάει στον ώμο των ορέων Παναχαϊκού και Ερύμανθου των οποίων ο αντίστοιχος βραχίονας είναι κουτσουρεμένος, σαν το άγαλμα του Ερμή στην Ολυμπία, χαμένος ίσως στα Τάρταρα των υποθαλάσσιων γκρεμών του Ιονίου με ορατό απομεινάρι τη Ζάκυνθο. Αιώνια χιόνια, υπόγειες υδάτινες φλέβες και υπέργειες πηγές, ποτάμια, λαγκάδια και χείμαρροι δίνουν βλάστηση, ζωή και ήχους στο ορεινό αυτό συγκρότημα, σκαλίζοντας ταυτόχρονα με τις ροές τους φυσικά μονοπάτια και δρόμους πρόσβασης.

Οι πεδιάδες της Αργολιδοκορινθίας ανατολικά και της Αχαιοήλιδας δυτικά είναι η φυσική απόληξη των ροών και των υδάτινων  βουνίσιων δρόμων, των οποίων αποτελούν κατά μεγάλο μέρος και δημιούργημα, λόγω των προσχώσεων. Κατά τους χειμωνιάτικους μήνες οι κάμποι αυτοί γίνονται υποδοχείς των κοπαδιών και των ποιμένων που ξεχύνονται από τα συγκεκριμένα βουνά προς τα χειμαδιά πηγαίνοντας «όπως πάνε τα νερά» των βουνών που ξεκαλοκαιριάζουν  (Ψυχογιός-Παπαπέτρου 1985: 40-41, 44∙ Ψυχογιός-Καυταντζόγλου-κ.ά.1987∙ βλ. και Χατζημιχάλη 1957: κη΄, κθ΄, λδ΄, οθ΄, πίνακες Α΄∙ Τριανταφύλλου 1980∙ Koster και Koster 1976∙ Sivignon 1987∙ Βελλιώτη 1993,1998∙ Ψυχογιού 1997).

Το πέρασμα των νομάδων στην Πελοπόννησο γινόταν δια θαλάσσης, σπανιότερα από το δυτικό άνοιγμα του Κορινθιακού στον Πατραϊκό κόλπο ή συνήθως ανατολικά, μέσω της γέφυρας που δημιουργεί η αλυσίδα των νησιών του Αργοσαρωνικού, και βέβαια δια ξηράς, μέσω του Ισθμού. Επίσημα στατιστικά στοιχεία και αρκετές βιβλιογραφικές αναφορές επισημαίνουν την παρουσία τους κυρίως στη νότια Αργολίδα (Συράκης 1925∙ Koster και Koster 1976∙ Ψυχογιός-Παπαπέτρου 1985∙ Ψυχογιός-Καυταντζόγλου-κ.ά. 1987∙ Kavadias 1991: 29∙ Φέρμορ 1991: 59∙ Welters 1998: 135 χάρτης, 169-171) όπου αναφέρονται γενικά ως κτηνοτρόφοι ή  ως Σαρακατσάνοι με συγκεκριμένα ονοματεπώνυμα μαζί με τα κοπάδια τους στην Χατζημιχάλη (1957: νβ’, νγ’, νε΄, μδ΄, ογ΄ πίνακες Α’), από την οποία θεωρούνται αφομοιωμένοι, μη διακριτοί χωρικοί ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Ο Συράκης δίνει υψηλούς αριθμούς οικογενειών και κοπαδιών, που τα περιορίζει αόριστα στην περιοχή της Αργολιδοκορινθίας. Η Χατζημιχάλη (η οποία τις πληροφορίες που δημοσίευσε το 1957 συγκέντρωσε κυρίως κατά τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30) παρόλο που δεν ασχολείται ειδικά  με τους Μωραΐτες νομάδες, αποτελεί  πολύτιμη πηγή ως προς τα ονόματα, τις μετακινήσεις και τα λιβάδια, μέσα από τους πίνακες που δημοσιεύει. Πιο συγκεκριμένα δημογραφικά και οδοιπορικά στοιχεία βρίσκουμε επίσης στα δημοσιεύματα των ερευνητών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών ( Ψυχογιός- Παπαπέτρου 1985∙ Ψυχογιός-Καυταντζόγλου κ.ά. 1987 :99) όπου στο χάρτη ( 1987: 104) σημειώνεται μια διαδρομή από τον Χελμό προς τα χειμαδιά της Ηλείας και ο αριθμός των κοπαδιών με βάση  τις πληροφορίες του Συράκη, της Χατζημιχάλη αλλά κυρίως της ΕΣΥΕ . Ωστόσο οι νομάδες κτηνοτρόφοι της Πελοποννήσου παραμένουν ουσιαστικά απρόσωποι, εκτός συγκεκριμένου τόπου και χρόνου, όπως εξάλλου φαίνεται να συμβαίνει στην πραγματικότητα και για τους βορειότερους, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, παρόλο το πλήθος των εθνολογικών και ανθρωπολογικών μελετών και των λαογραφικών μονογραφιών που διαθέτει η σχετική βιβλιογραφία (πρβλ. Δαμιανάκος 1987: 18-20)[1]. Δεν γνωρίζουμε δηλαδή τα συγκεκριμένα κύματα των κτηνοτρόφων που πέρασαν τον Ισθμό, το χρόνο του περάσματος, την ποικιλία των ποιμενικών πληθυσμιακών ομάδων, τον τόπο προέλευσης, τις μετακινήσεις, τα δρομολόγια, το πολιτισμικό context, τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις τους με τις άλλες, ντόπιες ποιμενικές ή χωρικές πληθυσμιακές ομάδες, τον τόπο και τον χρόνο της μόνιμης  εγκατάστασης.



πάνω αριστερά: ο  συνομιλητής στην παρούσα έρευνα γερο-Κώστας Γκογκάκης, 85 ετών,  έξω  απ’ το σπίτι του στα πρώην χειμαδιά στην περιοχή Τραγανού (φωτ. Ε. Ψυχογιού, Αύγουστος 1995 ).

κάτω δεξιά: ο Δημήτρης  Λιάκος, αδελφός της Σοφίας Γκογκάκη, συζύγου του Μήτρου (φωτογραφία του 1958).


Στην παρούσα εργασία θ’αναφερθώ σ’ ένα συγκεκριμένο, άγνωστο σχεδόν μέχρι τώρα, ζωντανό εθνογραφικό παράδειγμα τέτοιων φερέοικων νομάδων κτηνοτρόφων στη βορειοδυτική περιοχή του νομού Ηλείας, οι οποίοι  συγγενεύουν με αυτούς της Αργολίδας, επισημαίνοντας ότι αποτελεί μια πρώτη γενική παρουσίαση, στηριγμένη κυρίως στις προφορικές μαρτυρίες. Η ύπαρξη σήμερα αυτών των κτηνοτρόφων στη συγκεκριμένη περιοχή (η οποία γενικά δεν θεωρείται τόπος φιλοξενίας νομάδων φερέοικων ποιμένων, βλ. και Χατζημιχάλη, χάρτη) και η προφορική τους κατάθεση τεκμηριώνει και εμπλουτίζει τα βιβλιογραφικά και τα στατιστικά δεδομένα, δίνει ιστορική διάσταση αλλά και πρόσωπο στα ονόματα, τους αριθμούς και τις στατιστικές πληροφορίες και κυρίως καθιστά φανερό πως οι παραπάνω Μωραΐτες νομάδες ποιμένες όχι μόνο δεν αφομοιώθηκαν πριν πολλά χρόνια αλλά ότι κρατούν την πολιτισμική τους ταυτότητα σ’ αυτή την απομακρυσμένη σε σχέση με τον κύριο όγκο των νομάδων κτηνοτρόφων περιοχή, εξακολουθώντας εν μέρει τον ποιμενικό τρόπο ζωής τους ως τις μέρες μας, διατηρώντας την ετερότητά τους ανάμεσα στους χωρικούς γεωργικούς και κτηνοτροφικούς πληθυσμούς (Παπαταξιάρχης 1993∙ Αλεξάκης 1995).



Κοπάδια προβάτων βόσκουν στα αλπικά λιβάδια του Χελμού, κοντά στην κορυφή "Νεραϊδόραχη" (φωτ. Ε. Ψυχογιού, Αύγ. 1997)




Αλπικά λιβάδια στο Χελμό, κατω από την κορυφή "Νεραϊδόραχη" Διακρίνονται τα αιώνια, άλιωτα χιόνια στις χαράδρες
 (φωτ. Ε. Ψ., 20/7/1997)



Αλπικά λιβάδια στο Χελμό, στην κορυφή "Νεραϊδόραχη". Αν και με γυμνό μάτι τα λιβάδια φαίνονται σχεδόν χωρίς βλάστηση, το ζουμάρισμα του φακού δείχνει ότι υπάρχει "νανοειδής" , πλούσια βλάστηση,  οι "τούφες",μοναδική τροφή των κοπαδιών σε τέτοια υψόμετρα (2340 μ., φωτ. Ε.Ψ, 20/7/1997) )



Η γράφουσα ερευνήτρια Ε. Ψ. στην κορυφή του Χελμού, τη "Νεραϊδόραχη" εκεί περίπου όπου καταλήγει σήμερα το τελεφερίκ του   χιονοδρομικού κέντρου Καλαβρύτων (όπου ο  πάλαι ποτέ "Ξερόκαμπος") 
(20/7/1997, φωτ. από Μαρία Κακαλέτρη, Σούβαρδο-Κουρτεσιώρισσα)




Πάνω και κάτω: οι ξεναγοί μου στα Σουβαρδίτικα λιβάδια και στις κορφές του Χελμού Μαρία Κακαλέτρη και Γιάννης Κουριαλάς, από το Κουρτέσι Ηλείας ετοιμάζουν το κολατσιό μας στην πηγή "Κρύα Βρύση", στη θέση "Μάρμαρο" του Χελμού, κοντά στον Ξερόκαμπο (φωτ. Ε. Ψ., 20/7/1997)
 Ο μεταβατικός κτηνοτρόφος γερο-Αχιλλέας Ρήγας (εδώ 85 ετών) πατέρας 12 παιδιών, στο ημι-υπαίθριο  "γυροβόλι" (ή "φρετζάτο")  της ελατο-καλύβας στο θερινό λιβάδι της "Λουκάς", στο Σούβαρδο Καλαβρύτων (μόνιμη εγκατάσταση στο Κουρτέσι Ηλείας) Φωτ. Ε. Ψ., Ιούνιος 1994)


 Ο μεταβατικός κτηνοτρόφος γερο-Αχιλλέας Ρήγας (δεξιά) με το γιο του και έναν βοηθό-τσοπάνη στο ημι-υπαίθριο  "γυροβόλι" (ή "φρετζάτο")  της ελατο-καλύβας στο θερινό λιβάδι της "Λουκάς", στο Σούβαρδο Καλαβρύτων. Εμπρός, στο κέντρο,  η υπαίθρια "γωνιά" (εστία). (Μόνιμη εγκατάσταση στο Κουρτέσι Ηλείας) Φωτ. Ε. Ψ., Ιούνιος 1994)


Ως συνεργάτιδα σε ένα πρόγραμμα του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΕΛ) για τις γαμήλιες στρατηγικές στους ημινομάδες μεταβατικούς κτηνοτρόφους, προσωπικά προσέγγισα και μελετώ από το 1993 δύο ομάδες ποιμένων στο νομό Ηλείας[2]. Η πρώτη είναι ομάδα πρώην νομάδων ποιμένων που πέρασαν το “αυλάκι” τον 18ο αιώνα και μετεξελίχθηκαν σε μεταβατικούς ημινομάδες που συντωχρόνω εγκαταστάθηκαν στο χωριό Κουρτέσι του τέως Δήμου Βουπρασίας[3] και αποτελούν σήμερα οργανικό τμήμα της Κοινότητας (Ψυχογιού 1997)· από αυτήν οδηγήθηκα συμπτωματικά στη δεύτερη, που είναι το αντικείμενο του παρόντος άρθρου, η οποία αποτελείται από ένα σύνολο οικογενειών που εντάσσεται ιστορικά σε μια νεότερη, των αρχών του 19ου αι, ομαδική μετακίνηση νομάδων (το τελευταίο κύμα μάλλον, απ’ όσο γνωρίζω, που πέρασε ομαδικά από την Στερεά στην ΒΑ Πελοπόννησο) εγκατεστημένων πλέον στα παλιά χειμαδιά στην ευρύτερη περιοχή του τέως δήμου Μυρτουντίων[4].

Η εγκατάσταση της δεύτερης αυτής ομάδας κτηνοτρόφων στο ακρωτήριο Χελωνάτας είναι διάσπαρτη, εκτός αστικών ή χωρικών οικήσεων, σε μια έκταση 700 περίπου τετρ. χλμ.: από τις λοφώδεις απολήξεις του υψώματος όπου δεσπόζει το κάστρο Χλεμούτσι στην παραλία του Ιονίου δυτικά, μέχρι τα υψώματα του Μπάστα στις υπώρειες του βουνού Σανταμέρι ανατολικά (βλ. χάρτη). Η διασπορά αυτή συνετέλεσε στο να τους ανιχνεύσω κατά ένα τρόπο δύσκολο και ψηλαφητό, οδηγούμενη από τη μία οικογενειακή πολυπυρηνική εγκατάσταση στην άλλη στους κρυφούς, απομονωμένους τόπους των χειμαδιών στους λόφους και τις λαγκαδιές, ακολουθώντας τις ορατές και αόρατες διαδρομές του δικτύου των συγγενικών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας δεσμών που τους συνδέουν. Από εκεί -πάντα οδηγούμενη από τους ίδιους, είτε ως φυσικές παρουσίες είτε με τις προφορικές οδηγίες τους- σκαρφάλωσα στον «κατά κορυφήν βορρά» των αλπικών θερινών βοσκότοπων του Χελμού: τον Ξερόκαμπο, στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων στην Αχαΐα και τη Γκιώνα, στη βόρεια πλευρά της λεκάνης του Φενεού στην Κορινθία .




Πάνω: ο σκελετός της  θολωτής, ωοειδούς (χελουνωτής ή (α)δίπλα) καλύβας  του Μήτσου Φλίγκου και  δεξιά τα υπολείμματα του φρετζάτου (περιφραγμένη κυκλική αυλή) στο έδαφος, στην πλαγιά της  Γκιώνας  (θέση Ποτισώνας, κοντά στην κορυφή Κούκουρα  του Χελμού,  φωτ. Ε. Ψυχογιού, Σεπτέμβρης  1995). Τα υπολείμματα παραμένουν σήμερα (1995) στο χώρο ως ένα αρχαιολογικό εύρημα επιφανείας. Μέσα στον κύκλο του φρετζάτου διακρίνονται in situ οι πέτρες της κυκλικής υπαίθριας εστίας. Η καλύβα επανα-κατασκευάστηκε και κατοικήθηκε για τελευταία φορά το καλοκαίρι του 1987. Στον ίδιο χώρο, σε κυκλική διάταξη γύρω από την πετρόκτιστη καλύβα του μεγαλύτερου αδελφού Ηλία (διακρίνεται κάπως ένας τοίχος της στο βάθος, στο κέντρο), βρίσκονται επίσης ελάχιστα υπολείμματα από τις καλύβες και των υπόλοιπων πέντε αδελφών, 
κάτω:   διακρίνονται in situ οι πέτρες της κυκλικής υπαίθριας εστίας.

Οι μαρτυρίες ωστόσο ξεκινούν ακόμα πιο βόρεια, από την Πίνδο, απ’ όπου και η αρχική τους προέλευση, όπως παραδίνουν όλοι σχεδόν οι γέροντες. Διηγούνται δηλαδή πως στο πρώτο ήμισυ του ΙΘ΄ αιώνα έφυγε ομαδικά από την ευρύτερη ορεινή περιοχή του Συρράκου (ή του Μετσόβου ή αόριστα της Πίνδου ή της Μακεδονίας, ανάλογα με τον πληροφορητή)[5] απροσδιόριστος αριθμός ποιμένων, πιεσμένων από τις αυθαιρεσίες του Αλή Πασά και των Τούρκων και πέρασαν αρχικά κυρίως μέσω Αττικής (Μεσόγεια) και της γέφυρας των νήσων του Αργοσαρωνικού στην Αργολιδοκορινθία (Καραβίδας 1978: 54∙ Συράκης 1925∙ Koster και Koster 1976: 280∙ Ψυχογιός - Παπαπέτρου 1985∙ Ψυχογιός-Καυταντζόγλου-κ.ά. 1987)[6]. Από εκεί ανέβηκαν στα θερινά βοσκοτόπια κυρίως της Ζήριας αλλά και του Χελμού, πάνω στις κορυφογραμμές που βλέπουν προς τη λεκάνη του Φενεού στην Κορινθία, καθώς και στην περιοχή των Καλαβρύτων και της Περιστέρας (Κλουκινοχώρια) στην Αχαΐα (Σταματογιαννοπούλου 1994∙ πβ. και Φωτόπουλος 1982∙ Καλαφάτης 1990). Απ’ τις αλπικές βουνοκορφές διασκορπίζονταν και πάλι κάθε χειμώνα κατηφορίζοντας στις λοφώδεις παρυφές των κοντινών, νοτιοανατολικά απλωμένων κάμπων της Αργολίδας και των βόρειων παράλιων της Κορινθίας, οδηγημένοι από τον οικολογικό καταναγκασμό (βλ. ενδεικτικά Koster και Koster ό.π. ∙ Forbes και Koster 1976∙ Μητράκος 1985∙) αλλά και από άλλους, συγγενικούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς που είχαν φτάσει παλιότερα.


   Στο φρετζάτο του κονακιού των Γκογκάκηδων στο θερινό λιβάδι της μονής αγίου Γεωργίου Φενεού, στο Χελμό. Φωτογραφία τραβηγμένη από Άγγλο ταξιδιώτη στις αρχές της δεκαετίας του ‘30 (πιθανόν το 1933). Από αριστερά, μεταξύ άλλων: πρώτος και τελευταίος οι αδελφοί Μήτρος και Παναγιώτης Γκογκάκης αντίστοιχα (ό.π., 1957: Πιν.Α΄1, αρ.4), τέταρτη η συνομιλήτρια στην παρούσα  έρευνα Παναγιώτα Γκογκάκη, του Παναγιώτη. Οι γενειάδες σηματοδοτούν κατά κανόνα την ιδιότητα του τσέλιγκα αλλά και την ηλικία.



     Κατά τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30 κάποια απ΄ αυτά τα σόγια και τα κοπάδια τους, χωρίς ν’ αλλάξουν θερινά βοσκοτόπια, «κατρακύλησαν» σταδιακά για παραχείμασμα, προς την άλλη πλευρά του Χελμού, δυτικά  και κατέληξαν στους λόφους των παρυφών του κάμπου του τέως δήμου Μυρτουντίων (ελάχιστοι και του δήμου Βουπρασίων) του νομού Ηλείας που φιλοξενούσαν ήδη άλλους ντόπιους κτηνοτρόφους ή παλιότερους νομαδικούς ποιμενικούς πληθυσμούς (Sivignon 1987∙ Τεάζη-Αντωνακοπούλου 1994∙ Ψυχογιού 1997). Οι λόγοι αυτής της αλλαγής χειμαδιών πρέπει να ήταν σοβαροί, δεδομένου ότι πρόσθεσαν πολλά παραπάνω χιλιόμετρα στις πεζοπορίες τους και τους απομόνωναν το χειμώνα από τον κύριο όγκο των σκηνιτών νομάδων της  ΒΑ Πελοποννήσου αλλά και της Αττικής[7]. Ίσως υπερπληθυσμός κοπαδιών στους κάμπους της Αργολιδοκορινθίας, η διανομή της γης τη δεκαετία του ‘20, οικολογικοί (κράνη), κοινωνικοί (έριδες με άλλους κτηνοτρόφους , οικογενειακές βεντέτες) , άλλοι λόγοι ή και ο συνδυασμός τους  αλλά και η ευχέρεια εξεύρεσης κατάλληλων λιβαδιών  για ενοικίαση στην Ηλεία (Koster και Koster 1976∙ Koster 1977∙ Forbes και Koster 1976∙ Ψυχογιός-Παπαπέτρου 1985∙ Ψυχογιός-Καυταντζόγλου-κ.ά. 1987:  χάρτη∙ Βελλιώτη 1993)[8]


  Γκογκάκηδες στα βοσκοτόπια του Χελμού στο Φενεό το 1938. Κάτω στο κέντρο η βαβά Αφροδίτη (ή Χρύσω) Γκογκάκη, το γένος Παπαδημητρόπουλου. Αριστερά της ο συνομιλητής στην παρούσα έρευνα Σωτήρης Γκογκάκης , του Μήτρου. Δεύτερος από αριστερά στην πρώτη σειρά  ο Κώστας Γκογκάκης .
 


Ο ακριβής αριθμός των οικογενειών και των κοπαδιών  που συμμετείχαν σ’ αυτή τη μετακίνηση είναι άγνωστος. Κατά πάσα πιθανότητα  πρόκειται για όλους όσοι αναφέρονται στον Α΄ πίνακα της Χατζημιχάλη ως Σαρακατσάνοι παραχειμάζοντες στα λιβάδια των παραπάνω Δήμων και τα κοπάδια τους. Ο πίνακας αυτός των Σαρακατσάνων της Πελοποννήσου αφορά, και μάλιστα ονομαστικά, το κύμα των μετακινούμενων φερέοικων κτηνοτρόφων στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παππούδες και πατέρες των σημερινών γερόντων πληροφορητών στους οποίους αναφέρεται (και στις μαρτυρίες των οποίων στηρίζεται) η παρούσα εργασία, πράγμα που μας αναγάγει χρονικά στα τέλη του περασμένου και τις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι και τη δεκαετία του '30, άρα συμπίπτει εν μέρει με την εποχή της έρευνας της συγγραφέως[9]. Επί πλέον τα ονόματα των δημοτολογίων , οι μαρτυρίες, τα γενεαλογικά δέντρα, οι αγχιστείες , τα πρόσωπα που αποτυπώνονται στις παλιές φωτογραφίες  παραπέμπουν σε όλα σχεδόν τα ονόματα που περιέχει ο εν λόγω πίνακας, καθώς και στους τόπους των χειμαδιών και των καλοκαιρινών βοσκότοπων , τεκμηριώνοντάς τα ως ακριβή[10]. Οι παππούδες, πατεράδες, θείοι, εξάδελφοι  των σημερινών συνομιλητών μου στην έρευνα που εντοπίζονται στον πίνακα είναι οι εξής: ο Νικόλας Βαγγελάκος με τρείς από τους ενήλικες γιους του (Χατζημιχάλη, ό.π., πιν. Α΄2, αρ.1)[11], ο Γιώργης Τσεκούρας, ο Θόδωρος Τακουμάκης (ό.π., πιν. Α΄1, αρ.13), ο Χρήστος Τσόγκας (ό.π., πιν. Α΄1, αρ. 3),  οι αδελφοί Χαράλαμπος και Γιάννης Μαγγίνας (ό. π., πιν. Α΄ 2, αρ.18),  Κωσταντής και Μιχάλης Φλίγκος (ό.π., πιν. Α΄1,αρ. 16), Αντώνης, Βαγγέλης και Μιχάλης Γκογκάκης (ό.π., πιν. Α΄1, αρ. 2), Παναγιώτης, Χρήστος και Μήτρος Γκογκάκης (ό.π., πιν. Α΄1, αρ.4), Χαράλαμπος και Μήτσος Κότσανης (ό.π., πιν. Α΄1, αρ.17, 20). Αυτοί (μαζί με τις άλλες συγγενικές οικογένειες της ίδιας ομάδας που αναφέρονται στον πίνακα αλλά  δεν έχω εντοπίσει ακόμα συγκεκριμένους απογόνους τους) συνέχισαν να κατεβαίνουν-οδηγούμενοι σταδιακά  ίσως, ο ένας απ’ τον άλλο- για παραχείμασμα στις λοφώδεις περιοχές στις παρυφές του πλούσιου κάμπου: οι Βαγγελακαίοι στο Καπελέτο (στη Βουπρασία,  αρχικά στα πρώην βασιλικά κτήματα[12]) όπου και παρέμεινε τελικά ο ένας απ’ τους τρεις αδελφούς, καθώς  επίσης οι Τσεκουραίοι και ο Τσόγκαςû ο Δημ. Βαγγελάκος στο Νιοχώρι (στα κτήματα της μονής της Παναγίας της Βλαχέραινας και στη συνέχεια στην περιοχή îΛαύριοï)û ο Μαγγίνας μεταξύ Αντραβίδας-Λεχαινών (στα κτήματα της μονής του αγίου Γεωργίου)û οι Τακουμακαίοι στην ευρύτερη περιοχή του Βαρθολομιού (στο îΠαλιό Βαρθολομιόï)û ο Θανάσης Βαγγελάκος στο Βρανάû οι Αντώνης, Βαγγέλης, Μιχάλης Γκογκάκης, οι Φλιγκαίοι και ορισμένοι Τσεκουραίοι μεταξύ Λυγιάς και Γλύφας (κυρίως στα κτήματα της μονής της αγια-Λεούσας[13]) και στα ριζοβούνια μεταξύ Κάστρου Χλεμούτσι και Λουτρών Κυλλήνης (και στα κτήματα της μονής του αγίου Νικολάου, στο Αρκούδι)û οι Παναγιώτης, Χρήστος, Μήτρος Γκογκάκης και οι Κοτσαναίοι μεταξύ Σιμίζα και  Τραγανού (βλ. και Μαραζώτης 1983)[14]

 Η εποχική οδοιπορική ανάβαση των συγκεκριμένων κτηνοτρόφων με τα κοπάδια τους[15] στο Χελμό και η κατάβαση στον «κάμπο της Γαστούνης», συχνά σε μη σταθερά λιβάδια,  από την ίδια διαδρομή δυο φορές το χρόνο, γινόταν μέχρι και τη δεκαετία του ‘70 για την πλειοψηφία, σε πενθήμερες (έως και 8ήμερες, ανάλογα με την εποχή) κοπιώδεις πορείες 120 τουλάχιστον χλμ [16]. Περνούσαν από τρεις νομούς ( Ηλείας, Αχαΐας, Κορινθίας και τ’ ανάπαλιν) στην ορεινή καρδιά της Πελοποννήσου, μέσα από δρόμους που έσκαψαν ο Πηνειός, ο Ερύμανθος και ο Λάδωνας ποταμός, ακολουθώντας τη ροή τους[17]. Οι δύσκολες πορείες γινόντουσαν πιο άνετες, ασφαλείς αλλά και αποδοτικές με στρατηγικές στήριξης σε δίκτυο από χάνια, τελετουργικούς συγγενείς ή φίλους αλλά και σε επαγγελματικές πελατειακές σχέσεις (με χασάπηδες, μπακάληδες κλπ.), σε κομβικά, αστικά ή μη, σημεία της διαδρομής (βλ. χάρτη). Έφταναν μετά από προηγηθείσα ανίχνευση εδάφους και αφού είχαν συνάψει οικονομικές συμφωνίες, στα ενοικιαζόμενα  αρχικά και συχνά διαφορετικά κάθε χρόνο καλοκαιρινά και χειμερινά λιβάδια (βλ.και Χατζημιχάλη, ό.π., λβ΄ κε. û Campbell, ό.π: 7, 28,29,211, 228∙ πβ.και Nitsiakos 1985: 44- 45û Ανωγιάτης-Πέλε 1993: 203)[18]




Οι συνομιλητές μου στην έρευνα, αδελφοί Σωτήρης  και Ηλίας Γκογκάκης, πρώην νομάδες κτηνοτρόφοι, στη μόνιμη εγκατάστασή τους στα χειμαδιά, στο Τραγανό Ηλείας (6/8/1997)

Η μετατόπιση των συγκεκριμένων κοπαδιών ως προς τα χειμαδιά δεν επηρέασε τους συγγενικούς και επαγγελματικούς δεσμούς των κτηνοτρόφων με τις άλλες συγγενικές οικογένειες, μέλη των παραπάνω  ή και άλλων σογιών αυτής της ομάδας , οι οποίες εξακολούθησαν να κατεβαίνουν για παραχείμασμα στην Αργοναυπλία και την Κορινθία  αλλά και την Αιγιαλεία.


      Γυναίκες των οικογενειών Φλίγκου και Κότσανη, στα χειμαδιά στην περιοχή Τραγανού, μερικές φορώντας τις παλιές "βλάχικες", υφαντές φούστες (δεκαετία του ‘50).


Η Μαρία  Ντούγκα, το γένος Φλίγκου, βόσκει το κοπάδι στα χειμαδιά, στο Αρκούδι, στα Λουτρά Κυλλήνης (φωτ. του Βαρθολομαίου φωτογράφου Τσίληρα, τη δεκαετία του '70)



Ο κτηνοτρόφος Παναγιώτης Τσεκούρας, γαμπρός του τσέλιγκα Καλύβα, στα χειμαδιά κοντά στη Λυγιά Βαρθολομιού
 (φωτ. Ε.Ψ. Αύγ. 1997)


Αν οι κάμποι χωρίζουν, τα βουνά ενώνουν. Το καλοκαιρινό αντάμωμα αναδεικνύει και τη σημασία των ορεινών περιοχών ως τόπων συνάντησης και επικοινωνίας ανθρώπων διαφορετικής προέλευσης, μέσα από μια επαναλαμβανόμενη, συνεχή κινητικότητα. Οι ποιμενικοί μετακινούμενοι πληθυσμοί, όσο κι αν αποτελούν ιδιαίτερη, εσωστρεφή ομάδα, δεν παύουν να είναι φορείς και διάμεσοι για τη μεταφορά , διάδοση και ανταλλαγή πολιτισμικών και υλικών αγαθών (Braudell 1991:29-61). Στα γειτονικά λιβάδια της Ζήριας και του Χελμού αντάμωναν κάθε καλοκαίρι όλοι (από ανατολή και δύση), επιστρέφοντας από τα σκόρπια χειμαδιά, βγαίνοντας κατά κάποιο τρόπο από ένα είδος δραστήριας «χειμερίας νάρκης »[19]. Γιατί οι πλάνητες κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν τη χειμερινή περίοδο στους κάμπους σαν ένα αναγκαστικό, περιοδικό διάλειμμα της ποιμενικής ζωής τους, την οποία φαντασιακά θεωρούν ενταγμένη πάντα στα βουνά, τα όποια βουνά, όπου ανήκει και η ψυχή τους. 


     Τα παιδιά του Αντώνη Γκογκάκη γύρω από τη "γωνιά" (εστία) της καλύβας, του κονακιού στο Χελμό (φωτ.  το φθινόπωρο του 1975).

Στα θερινά βοσκοτόπια ενωμένοι επαναβεβαίωναν τη συλλογική τους ταυτότητα ως ιδιαίτερη πολιτισμική ομάδα με κοινά συνεκτικά στοιχεία τη μνήμη της προέλευσής τους από την  Ήπειρο και την ιδιότητα του «φερτού», τις φυσικές ή τελετουργικές συγγενικές σχέσεις των μελών της, την οργάνωση της οικογένειας, την αποκλειστική επαγγελματική απασχόληση με το κοπάδι των γιδοπροβάτων και τον πλάνητα, φερέοικο τρόπο ζωής που καθορίζεται από τις ανάγκες συντήρησής του (Campbell, ό.π.: 8∙ πβ. Παπαταξιάρχης 1992∙ Αλεξάκης 1995). Ίχνη του βόρειου ελληνικού γλωσσικού ιδιώματος στην ομιλία των γερόντων (πβ. Γεωργακάς 1948: 236κε∙ Χατζημιχάλη, ό.π: νστ΄-ξστ΄ ∙Campbell 1964: 5-6∙ Μποτός 1982: 334-340∙ Φέρμορ, ό.π.: 35-36), εθνογραφικά και κοινωνικά στοιχεία όπως η οργάνωση της οικογένειας , μια κάπως αποδομημένη μορφή τσελιγκάτου, οι γαμήλιες στρατηγικές και πρακτικές και μάλιστα η χρήση του φλάμπουρου σε μια περιοχή όπου αυτό δεν επιχωριάζει (Αλεξάκης 1990: 26-27, 29[20]), η μορφή, η διάταξη και η χρήση της καλύβας, η αποκλειστική χρήση του μαλλιού στο ρουχισμό, τα διακοσμητικά συμβολικά μοτίβα  (Μαρτινέσκου 1988), η παλιά ενδυμασία ανδρών ( Μπάδα 1995) και γυναικών (Welters 1998: 169-171), τα επώνυμα των σογιών, για ν΄αναφερθούμε στα πλέον εμφανή (η ανίχνευση και πιθανή ταύτιση όλων των σχετικών στοιχείων ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου), παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες, σχεδόν ταυτίζονται, με αυτά των βορειότερων νομαδικών πληθυσμών, γνωστών ως Σαρακατσαναίων, και μάλιστα αυτών της Θεσσαλίας και των Αγράφων (πβ. Μποτός1982∙ Αγραφιώτης1994).  Επιβεβαιώνουν έτσι τους πίνακες  της Χατζημιχάλη στους οποίους αναφέρονται οι συγκεκριμένοι κτηνοτρόφοι ως Σαρακατσάνοι. Οι ίδιοι ωστόσο δεν χρησιμοποιούν το πολυσυζητημένο (βλ. ενδεικτικά Γεωργακάς, ό.π.) αυτό όνομα, ούτε ονομάζουν εαυτούς Σαρακατσαναίους (πλην ελάχιστων εγγράμματων), πράγμα που είναι γνωστό πως συμβαίνει και με κτηνοτρόφους περιοχών που θεωρούνται κατεξοχήν τόποι Σαρακατσαναίων (Χατζημιχάλη, ό.π: ξζ΄-πθ΄û Μποτός 1982: 214û Αλεξάκης 1995). Χρησιμοποιούν τον όρο «σκηνίτες», όνομα που προέρχεται από την υφαντή «τέντα», η οποία μεταφερόμενη σκήνωνε με ασφάλεια τις ωοειδείς θολωτές καλύβες (χελουνουτές, του τύπου «(α)δίπλα» με καλοκαιρινό φρατζάτο, όπως αυτές που αναφέρονται, ενδεικτικά, στους Χατζημιχάλη, ό.π.:212-225 και Κavadias, ό.π: 64-85), στους κάμπους και τα βουνά καθώς και πρόχειρα τους οδοιπόρους στις πορείες σε όλους τους μετακινούμενους πληθυσμούς[21]. Η τέντα, το μεγάλο κομμάτι χοντρό ύφασμα (ή συρραφή περισσότερων) που κατασκευάζεται στον αργαλειό από τις γυναίκες με μαλλί από πρόβατα και γίδια , αποτελεί το μεταφερόμενο χρηστικό αντικείμενο αλλά και το σύμβολο το οποίο συμπεριέχει και προβάλλει την έννοια του -θηλυκού, ας μην ξεχνάμε- κοπαδιού, την επαγγελματική σχέση με αυτό, τον ποιμενικό νομαδικό τρόπο ζωής (αποδίδοντας στην ομάδα, μέσα στην κυρίαρχη πατριαρχικότητα, τη θηλύτητά της[22]), το συλλογικό όνομα και την ιδιότητα του «φερέοικου» (πβ. και Burton 1983: 115). Χρησιμοποιούν επίσης το κοινό όνομα των μετακινούμενων κτηνοτρόφων «βλάχοι» που προσδιορίζει γενικότερα την επαγγελματική ενασχόληση με τα κοπάδια και το χρησιμοποιούν και οι χωρικοί όταν αναφέρονται σ’ αυτούς, προκειμένου να δηλώσουν πολιτισμική ετερότητα.  Δεν αποτελεί στην συγκεκριμένη περίπτωση το όνομα ιδιαίτερης εθνοτικής ομάδας και μάλιστα των γνωστών Βλάχων (Γεωργακάς, ό.π.: 214-232û Χατζημιχάλη, ό.π: νστ΄-ξστ΄û Campbell, ό.π: 5-6û Φέρμορ, ό.π: 38, 56-58).


    Στο πανηγύρι της Σιβίστας (Φενεός) Κορινθίας, μέσα δεκαετίας 1930. Από αριστερά,καθιστοί: πρώτος ο συνομιλητής στην παρούσα έρευνα Κώστας Γκογκάκης, γιος του Παναγιώτη (Χατζημιχάλη,1957: Πιν. Α΄1, αρ.4), δεύτερος ο Αντώνης Γκογκάκης (Βλαχαντώνης˙ Χατζημιχάλη, 1957: Πιν. Α΄1, αρ. 2 ), τρίτος ο Αναστάσιος Τσεκούρας. Η φωτογραφία έχει και ειδικό ενδυματολογικό ενδιαφέρον, απεικονίζοντας ποικιλία στο ντύσιμο που εκφράζει μια μεταβατική εποχή.
 

Στα βουνίσια λιβάδια του Χελμού και της Ζήριας επανασυνέδεαν κάθε καλοκαίρι τις συγγενικές, κοινωνικές και επαγγελματικές σχέσεις της ομάδας μέσω της αλληλοβοήθειας στο κοπάδι και της συνεργασίας στους βοσκότοπους, των συναντήσεων και των κοινών γλεντιών στα κονάκια και στα πανηγύρια των κοντινών χωριών. Αυτό όμως που κυρίως ανασυγκροτούσε τη συγκεκριμένη ποιμενική κοινότητα και εξασφάλιζε  τη συνοχή της, την αναπαραγωγή και τη διαιώνισή της ως κλειστής, ιδιαίτερης πολιτισμικής ομάδας αλλά και τη συνέχεια της γενιάς και των σογιών, ήταν οι ενδογαμίες. Οι γαμήλιες στρατηγικές απαιτούσαν επιγαμίες μέσα στα συγκεκριμένα ποιμενικά σόγια (ο γάμος μεταξύ τους επιτρεπόταν από συγγένεια έκτου βαθμού) που ελεγχόταν απόλυτα από τους αρχηγούς των οικογενειών (Κavadias, ό.π:182-183, 348)[23]. Οι «γέροντες» τσελιγκάδες κατάστρωναν τα συνοικέσια κυρίως στο πολυήμερο πανηγύρι της Σιβίστας (Φενεού), όπου συναντιόντουσαν ως αρχηγοί των σογιών, και  οργάνωναν -ερήμην κατά κανόνα των άμεσα ενδιαφερόμενων- την τέλεση των γάμων που λάβαιναν χώρα σχεδόν πάντα στα βουνίσια κονάκια, πριν κατέβουν  στα χειμαδιά, σε χρόνο μηδέν , αν λάβουμε υπόψη ότι  το πανηγύρι γινόταν αρχές Σεπτέμβρη και έφευγαν περίπου τέλη Οκτώβρη (Campbell, ό.π.:20û Kavadias, ό.π: 132-135,379).


Τα αδέλφια Κώστας, Αντώνης, Αργύρης και Παναγιώτα Γκογκάκη


Η διασπορά τους στους βοσκότοπους των βουνών και των κάμπων, η αλλαγή λιβαδιών και η έλλειψη (μέχρι και σήμερα, στις μόνιμες εγκαταστάσεις) κοινού, δικού τους χωριού και εκκλησίας, κοινού πανηγυριού, κοινού νεκροταφείου, καθιστούσε γι’ αυτούς τους ποιμένες πιο έντονη την έννοια του νομαδισμού [24]. Έτσι οι γαμήλιες τελετουργίες στα κονάκια των βουνών αποτελούσαν και τις μοναδικές κοινές εορταστικές εκδηλώσεις της ομάδας με τελεστικά γλέντια που συγκέντρωναν τα σόγια συμβάλλοντας στον επαναπροσδιορισμό της συλλογικής τους ταυτότητας.  Οι γάμοι, παρ’ όλες τις αλλαγές στο τυπικό τους, εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να παίζουν συμβολικά και κοινωνικά συνεκτικό ρόλο για την ομάδα μέσω της συμμετοχής στις γαμήλιες τελετές,  αν και δεν ανεβαίνουν πλέον όλοι στα βουνά, έχει πάψει να ισχύει η ενδογαμία και τα μέλη της είναι εγκατεστημένα στα μεγάλα και μικρά αστικά κέντρα ή κοντά σε χωριά σε όλους τους κάμπους που περιβάλλουν τη βόρεια , ανατολική και δυτική, Πελοπόννησο.


 Αριστερά ο Αργύρης Γκογκάκης, συνομιλητής μου στην έρευνα


Το κατεξοχήν γαμήλιο τελετουργικό αντικείμενο ήταν η φερόμενη σημαία του γάμου, το φλάμπουρο ή φλάμπουρας, που αναφέρθηκε ήδη, αρσενικό σύμβολο (σε αντίστιξη θα έλεγε κανείς με το φερόμενο επίσης, “θηλυκό” σύμβολο της τέντας), το οποίο προπορευόταν της γαμήλιας πομπής που σχηματιζόταν από το σόι του γαμπρού όταν πήγαινε να πάρει τη νύφη, και σηματοδοτούσε  την έμφαση στην πατρογραμμική καταγωγή, την ενότητα και συνέχεια της γενιάς, την ενδογαμία (που είχε προϋπόθεση την ελεγχόμενη, επιβεβλημένη κινητικότητα των γυναικών μέσω του γάμου), την πρακτική της μεταγαμήλιας εγκατάστασης της νύφης στην καλύβα του πεθερού, σ’ ένα βαθμό ίσως και την κινητικότητα ανθρώπων και κοπαδιών (Καβαδίας, ό.π.˙Αλεξάκης 1990˙ Σκεύας 1985:164-165˙ πρβλ και Μαρινέσκου 1985˙Φέρμορ 1991:26-55)[25]


Καθιστοί άπό αριστερά:  τα ξαδέρφια Κώστας και Αντώνης Γκογκάκης 



Τσελιγκάδες στο πανηγύρι της Σιβίστας (Φενεού), το 1935.
αριστερά ο Κώστας Γκογκάκης του Αντώνη
δεξιά ο Παναγιώτης Γκογκάκης


Οι συγκεκριμένοι πλάνητες κτηνοτρόφοι αποτέλεσαν, όπως όλοι οι ανάλογοι πληθυσμοί, εσωστρεφή ομάδα, τα μέλη της οποίας την εποχή της ακμής της ήταν οικονομικά εύρωστα, όπως λένε, σε σχέση με τους μικροκτηματίες χωρικούς γεωργικούς πληθυσμούς. Περιορισμένοι στρατηγικά στις οικιστικές πολυεστιακές οικογενειακές νησίδες σε απόμερους τόπους στα χειμαδιά, σκαρφαλωμένοι στις δυσπρόσιτες βουνοκορφές στα θερινά αλπικά λιβάδια (αρκετοί σε καλύβες μέχρι και τη δεκαετία του’ 70 στους κάμπους και μέχρι αυτήν του ΄90 στα βουνά), εκτός αστικών κέντρων, κράτησαν λίγες, επιλεκτικές  σχέσεις με τις θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες των χωρικών. Οι άνδρες αρχηγοί των οικογενειών κυρίως ήταν αυτοί που διαχειρίζονταν τις προσεκτικές και μελετημένες συναλλαγές με την κεντρική εξουσία και τους κατά τόπους εκπροσώπους της καθώς και τις οικονομικές ανταλλαγές στα κοντινά αστικά κέντρα στους  εποχικούς τόπους παραμονής (βλ. και Kavadias, ό.π: 182-185,189˙ Φέρμορ, ό.π.: 61-62)[26]. Αυτός ο περιορισμένος μέσα στα όρια της περιπλανώμενης ομάδας τρόπος  ζωής, η ενδογαμία, η πατριαρχική κοινωνική οργάνωση και ο αποκλειστικά κτηνοτροφικός επαγγελματικός  προσανατολισμός μέχρι πολύ πρόσφατα, συνετέλεσαν ώστε να διατηρηθούν  ως και τις μέρες μας κοινωνικά και εθνογραφικά στοιχεία του παλιού νομαδικού ποιμενικού πολιτισμού,  παρόλη την παράλληλη ενασχόληση με τις καλλιέργειες, στις  σημερινές εγκαταστάσεις στους κάμπους[27].


Αδελφοί Γκογκάκη με την μητέρα τους Αστέρω (; χρειάζεται επιβεβάιωση)



Ο Βασίλης Φλίγκος με την μητέρα του Γαρυφαλλιά (το γένος Παπαγεωργόπουλου), στη Λυγιά Βαρθολομιού, 
όπου τα χειμαδιά


Η έλλειψη έγγειας ιδιοκτησίας διήρκεσε περίπου ως τις αρχές της δεκαετίας του ’40, οπότε άρχισαν οι αγορές εκτάσεων γης στα χειμαδιά (αργότερα  και οικοπέδων στα κοντινά χωριά), και γενικεύτηκαν ως τα τέλη της δεκαετίας του ‘50[28]. Στην απόκτηση ιδιόκτητων λιβαδιών  και στο πέρασμα στη γεωργία συνέβαλαν εν μέρει και οι αυθαίρετες εκχερσώσεις και οι καταπατήσεις (όπως παραπονούνται οι χωρικοί, οι οποίοι βλέπουν σήμερα τους φερτούς «βλάχους» να είναι κάτοχοι μεγάλης έγγειας περιουσίας σε τουριστικά εκμεταλλευόμενους, λόγω φυσικής καλλονής, παραθαλάσσιους τόπους, που οι ίδιοι περιφρόνησαν παλιότερα λόγω  της απομόνωσης και της δυσβατότητάς τους ή τους πούλησαν φθηνά στους ποιμένες την εποχή της φυγής προς τα αστικά κέντρα˙ βλ. και Koster και Koster 1976:281∙ Δαμιανάκος 1987∙ Ψυχογιός-Καυταντζόγλου-κ.ά. 1987∙  Τεάζη-Αντωνακοπούλου 1994). Η απόκτηση γης μετέτρεψε έκτοτε τους  συγκεκριμένους κτηνοτρόφους σε μεταβατικούς ημινομάδες ποιμένες, συν τω χρόνω  και σε γεωργούς[29]. Το οδοιπορικό «τραμπάλισμα» βουνό-κάμπος με σταθερά πλέον χειμαδιά συνεχίστηκε για πολλούς -και μάλιστα για αρκετούς με πεζοπορία- μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘80. Ελάχιστοι εξακολουθούν  ν’ ανεβαίνουν στο βουνό και σήμερα αλλά με φορτηγά αυτοκίνητα[30]


     Νεότερες γενιές Φλιγκαίων στο ιδιόκτητο λιβάδι τους στη  Γκιώνα, στο Χελμό μαζί με μέλη της συγγενικής (εξ αγχιστείας) οικογένειας Παπαγεωργόπουλου, που έβαζαν με ενοίκιο στο λιβάδι (φωτ. του 1975 περίπου).

Στο μέσο:  Καλύβες νεότερου τύπου στο λιβάδι της Γκιώνας, στο Χελμό, στη θέση Αγριοκερασιά. Εμπρός από την πρώτη, ο συνομιλητής μου στην έρευνα γερο-Γιώργης Φλίγκος (ή Κατσαρός), γιος του Μιχάλη Φλίγκου. Στο βάθος αριστερά, η καλύβα της Ελένης Μουρτζίνη, εγγονής και κληρονόμου, από κόρη του −χωρίς άρρενες απογόνους− αδελφού του, Ηλία Φλίγκου (φωτ. Ε. Ψυχογιού, Σεπτέμβρης 1995).





   Καλύβες νεότερου τύπου στο λιβάδι της Γκιώνας, στο Χελμό, στη θέση Αγριοκερασιά. Η οικογένεια του  συνομιλητή μου στην έρευνα γερο-Γιώργη  Φλίγκου (ή Κατσαρός), γιού του Μιχάλη Φλίγκου. και  η Ελένη Μουρτζίνη, εγγονή και κληρονόμος  του Ηλία Φλίγκου, από την κόρη του Μαρία Ντούγκα    (φωτ. Ε. Ψυχογιού, Σεπτέμβρης 1995).



 Η Ελένη και ο Γιώργης Μουρτζίνης αρμέγουν στη θέση "Ποτισώνας" του Χελμού, γύρω στο 1980


    Οι σημερινοί απόγονοι των πρώτων παραχειμαζόντων στη ΒΔ Πελοπόννησο εγκαταστάθηκαν συντωχρόνω στους τόπους των χειμαδιών της Ηλείας διεσπαρμένοι, διατηρώντας έτσι κατά κάποιο τρόπο τα ίχνη του παλιού νομαδισμού στο τοπίο. Η κοινή προέλευση, η συγγένεια, το κοπάδι ως κοινός παραγωγικός πόρος, η τελική εγκατάσταση διαπλέκονται ιχνογραφώντας τις κινήσεις των γενεών των ανθρώπων μέσα από μια σειρά μετακινήσεων στο χώρο και το χρόνο δίνοντάς τους τη συνείδηση της κοινής ταυτότητας (πβ. και Burton 1983:110) [31]



Τριπόταμα Ηλείας. Ο Γιώργης Μουρτζίνης μαζί με έναν κουμπάρο του δοκιμάζουν ηχητικά και τοποθετούν τα περιλαίμια στα κουδούνια του κοπαδιού που αγόρασαν στο πανηγύρι,  καθ΄οδόν προς το βουνό (φωτ. Ε.Ψ. , 2/9/1995)


Οι νεότεροι, λόγω της αποδοτικής ενασχόλησης με τις εντατικές καλλιέργειες κυρίως καθώς και άλλα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών -αφού η συντριπτική πλειοψηφία απορρίπτει την απασχόληση με την κτηνοτροφία-, το σπάσιμο της ενδογαμίας από τη δεκαετία του ‘50 (με τη σύναψη γάμων με χωρικούς και χωρικές από οικισμούς κοντά στα παλιά βουνίσια και τα καμπίσια βοσκοτόπια), την κοινωνική αλλαγή, συμμετέχουν έντονα και δυναμικά στην τοπική κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική και οικονομική ζωή. Ωστόσο δεν έχουν χάσει, παρόλ’ αυτά , τη συνείδηση της ετερότητας της ομάδας καταγωγής τους, που νοιώθουν να τους διαφοροποιεί  από τους χωρικούς ως «φερτούς», βλάχους (την ίδια αίσθηση ετερότητας εξακολουθούν επίσης να έχουν ως προς αυτούς και οι ντόπιοι).



Η γράφουσα ερευνήτρια (όρθια, αριστ.) με την Ελένη Μουρτζίνη ( κέντρο, εγγονή του γερο-Μιχάλη Φλίγκου) και την Βενέτα Φλίγκου, νύφη του γερο-Γιώργη Φλίγκου, στο λιβάδι, στη θέση "Ποτισώνας" κάτω από την κορυφή "Κουκουέρια" το Χελμού (3/9/1995)



Οι «γέροι» αρχηγοί των οικογενειών και οι γερόντισσες από 65 έως 90 χρόνων σήμερα αποτελούν τους «τελευταίους των Μοϊκανών» (πβ. και Kavadias, ό.π.:183-184, 348, 386-395, 403). Έχοντας βιώσει το νομαδισμό (ορισμένοι απ’ αυτούς κατοικούν ακόμα στις ερημιές των χειμαδιών με ένα τρόπο περισσότερο από ποτέ διακριτό, που ενίοτε φαντάζει εξαθλιωμένος), ζουν προσηλωμένοι σε αξίες παλιές, φορείς ακόμα ή πλέον νοσταλγοί ενός πολύ πρόσφατα αφημένου τρόπου ζωής, σκληρού μεν και κοπιώδους (ωστόσο ενταγμένου ως ωραίου και ασφαλούς στο συλλογικό φαντασιακό των ανδρών κυρίως και λιγότερο των γυναικών, αφού αυτές βίωναν  -λόγω της κοινωνικής και  οικογενειακής οργάνωσης, της πολυτεκνίας και  της σκληρής δουλειάς- πιο βαριά  τις τραχιές συνθήκες  της ποιμενικής ζωής[32]) που όμως εμπλούτιζε τη ζωή τους με μια αίσθηση υπεροχής, περηφάνια και πάθος, ο οποίος  ανάγεται στη δεκαετία του ‘30 ή και στον περασμένο -τουλάχιστον- αιώνα. Βιώνουν καθημερινά σε υπαρξιακό, οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο τις αλλαγές, τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις που απορρέουν απ’ αυτές, καθώς  και τα δράματα που συχνά προκαλούν (η κατάσταση επιδεινώνεται από την εισβολή του ιλιγγιώδους και ρευστού τρόπου της σύγχρονης ζωής μέσα στα σπίτια τους μέσω της τηλεόρασης˙ βλ.και Kavadias, ό.π: 391-395˙  πβ. και Δαμιανάκος 1987). 


  
Πάνω και κάτω: λεπτομέρεια διακοσμητικού μοτίβου της υφαντής φούστας της Γαρυφαλιάς Φλίγκου, το γένος Παπαγεωργόπουλου, συζύγου του γερο-Μιχάλη Φλίγκου. Ολόμαλλη, σε σκούρο μπλε χρώμα με τις χαρακτηριστικές πιέτες της "σαρακατσάνικης" φορεσιάς (πβ. Welters 1998: εικ. αρ. 52). Οι επάλληλες υφαντές ρίγες και οι κεντημένες με σταυροβελονιά γυναικόμορφες χορευτικές, ίσως, φιγούρες είναι σε κόκκινο και λευκό χρώμα (φωτ. Ε. Ψυχογιού, Αύγουστος 1995).
  

      Το κοπάδι εξακολουθεί να είναι η ψυχή και η ζωή των ηλικιωμένων ανδρών  και αποδίδει και σήμερα οικονομικά. Αλλά τούτες τις μέρες δεν μπορούν να υπερηφανεύονται γι’ αυτό. Νοιώθουν συχνά ακατάλληλοι, παράταιροι, εκτός τόπου και χρόνου, ενώ τα παιδιά ή τα εγγόνια τους λαχταρούν να γίνουν ό,τι δεν υπήρξαν εκείνοι. Τα βλέπουν - αγόρια και κορίτσια- με καμάρι να γίνονται επιστήμονες, καθηγητές, δάσκαλοι ή με θλίψη κατώτεροι υπάλληλοι και καλλιεργητές στον τόπο τους , να ξενιτεύονται -ενταγμένα σε ένα άλλο είδος κινητικότητας- προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, σπανιότερα προς το εξωτερικό. 

Φλιγκοπούλα έξω από την καλύβα στα χειμαδιά στο χωριό Λυγιά, λίγο πριν μεταναστεύσει για την Αυστραλία., τέλος δεκαετίας του ΄50

Αγωνιούν για τη συνέχεια της γενιάς και της κτηνοτροφίας, καθώς όσα από τα νεότερα αγόρια αποφασίσουν (ή μάλλον αναγκαστούν) ενίοτε να ασχοληθούν επαγγελματικά με το κοπάδι, κινδυνεύουν να μείνουν ανύπαντρα, αφού οι νέες κοπέλες αρνούνται να γίνουν νύφες σε ποιμενική οικογένεια, ακόμα κι αν ανήκουν σε τέτοια. Περήφανοι, ευσταλείς “Γέροντες”, ωστόσο μοναχικοί, αποδυναμωμένοι, αποστερημένοι της εξουσίας και της ασφάλειας -καμιά φορά και της φροντίδας- που παρείχε κάποτε στους ηλικιωμένους άνδρες το πλήθος και η οργάνωση της διευρυμένης οικογένειας (Campbell, ό.π.˙ Ψυχογιός 1987), αιωρούμενοι, με την ψυχή στα βουνά και το κορμί στον κάμπο, νοιώθουν τελματωμένοι σαν τα νερά που βαλτώνουν στα πεδινά, όταν δεν βρίσκουν διέξοδο στη θάλασσα για να ξαναγυρίσουν μέσω της βροχής και του χιονιού, στα όρη.

«Τώρα, πάει», λένε, «καταστάθ’καμε. Τώρα πάνε, διαλύθηκαν οι βλάχοι. Δε φοράμε παλαιά…Δε μιλάμε παλαιά…Μπήκαμε σ’ άλλο περιβάλλον…»


 Η βρύση/κορίτος  "ποτίστρα" στην Γκιώνα, στο Χελμό, από όπου ποτίζονταν άνθρωποι και κοπάδια που ξεκαλοκαίριαζαν στη θέση "Ποτισώνας"  (φωτ. Ε.Ψ., Σεπτ. 1995)


Η ερευνήτρια Ε. Ψ. δροσίζεται στην "ποτίστρα" (φωτ. Ελένη Μουρτζίνη, Σεπτ. 1995)

Ο "τρίφτης" στη θέση "Ποτισώνας", στη Γκιώνα, στο Χελμό,. Τετράπλευυρη πέτρα πάνω στην οποία τοποθετούυσαν το χοντρό αλάτι (απαραίτητο για διατροφικά για τα πρόβατα) και το έτριβαν με τη μικρή πέτρα (φωτ. Ε.Ψ., Σεπτ. 1995)



Η ερευνήτρια Ε.Ψ., μελετά στοιχεία για τους νομάδες και ημινομάδες  κτηνοτρόφους στα αρχεία του Υποθηκοφυλακείου Μυρτουντίων, στα Λεχαινά (φωτ. Διον. Κράγκαρης, Αύγ. 1996)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική

Αγραφιώτης Γεώργιος Ν. 1994, Οι Σαρακατσιαναίοι των Αγράφων, Αθήνα.
Αλεξάκης Ελ. Π. 1990, Η σημαία στο γάμο, Αθήνα.
Αλεξάκης Ελ. Π. 1995, “Η διαπραγμάτευση της συλλογικής ταυτότητας στους Έλληνες Βλάχους του Κεφαλόβρυσου (Μετζιτιέ) Πωγωνίου”, Εθνολογία 4, σ. 151-170.
Ανωγιάτης-Πέλε Δημήτρης 1993, Δρόμοι και διακίνηση στον ελλαδικό χώρο κατά τον 18ο αιώνα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα.
Βελλιώτη Μαρία 1993, “ Κτηνοτοφία και στρατηγικές απόκτησης και χρήσης της γης σε μια κοινότητα της ανατολικής Πελοποννήσου”, Εθνολογία 2, σ. 23-44.

­­­­­­­­Γεωργακάς Δ. 1945, “Περί των Σαρακατσαναίων της Θράκης”, Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσολογικού Θησαυρού, 12, σ. 65-128.

Γεωργακάς Δ. 1948, “Περί της καταγωγής των Σαρακατσαναίων και του ονόματος αυτών”, Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσολογικού Θησαυρού 14, σ.193-270.
Δαμιανάκος Στάθης 1987 (επιμ.), Εισαγωγή στο Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, έκδ. Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα.
Halstead P. 1996, “ Μεσογειακή ορεινή οικονομία στην Πίνδο. Μετακινήσεις ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν ”, στο Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο, Κόνιτσα, σ. 63-73.
Καλαφάτης Θανάσης 1990, Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στη Β. Πελοπόννησο, Αιγιάλεια τέλη 19ου αιώνα, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, τόμ. ΄Α΄, Β΄, Γ΄ Αθήνα.
Καραβίδας Κ. Δ. 1931,1987, Τα Αγροτικά (φωτογραφική ανατύπωση της πρώτης έκδοσης της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα.
Καρκαβίτσας Ανδρέας 1973, “Μικρόν Ημερολόγιον”, στο Άπαντα, επιμ. Γ. Βαλέτα, εκδ. Χρήστος Γιοβάνης, Αθήνα, τ.IV, σ. 212-247.
Καυταντζόγλου Ρωξάνη 1996, “Ιστορία και Ανθρωπολογία. Συνάντηση των δύο επιστημών στο  πεδίο της ιστορίας της οικογένειας”, εισαγωγή στο Καυταντζόγλου Ρωξάνη (επιμ.), Οικογένειες του παρελθόντος. Μορφές κοινωνικής οργάνωσης στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια, σ.9-34.
Κολιόπουλος Γιάννης 1979,  Ληστές. Η κεντρική Ελλάδα στα μέσα του 19ου αιώνα, εκδ. Ερμής, Αθήνα.
Λουκόπουλος Δ. 1930, Ποιμενικά της Ρούμελης, εκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, εν Αθήναις.
Λύρας Κώστας, 1989, Η ποιμενική ζωή της Γκούρας Φενεού.
Λυριντζής Χρήστος 1991, Το τέλος των «τζακιών».Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα  του 19ου αιώνα, εκδ. Θεμέλιο.
Μαραζώτης Γ. Θ. 1983, Οι οικογένειες Τραγανού, Αθήνα.
Μαρινέσκου Μ. 1985, “Σύμβολα του κύρους του κοινωνικού καθεστώτος σε μια ποιμενική κοινότητα της Ελλάδας: οι γκλίτσες των Σαρακατσάνων”, στα Πρακτικά Συνεδρίου : Σαρακατσάνοι, ένας ελληνικός νομαδικός πληθυσμός (Σέρρες, 1-3/10/1983),  Αθήνα, σ.173-178.
Μητράκος Κ. Α. 1985, “Οικολογική θεώρηση του Σαρακατσάνικου νομαδισμού”, στο Πρακτικά Συνεδρίου : Σαρακατσάνοι, ένας ελληνικός νομαδικός πληθυσμός (Σέρρες, 1-3/10/1983),  Αθήνα, σ.13-21.
Μπάδα Κωνσταντίνα 1995, “Η παράδοση στη διαδικασία της ιστορικής διαπραγμάτευσης της εθνικής και τοπικής ταυτότητας. Η περίπτωση της «φουστανέλας» ”, Εθνολογία 4, σ. 127-150.
Μποτός Γ. 1982, Σαρακατσιαναίοι, Αθήνα.

Νιτσιάκος Βασίλης 1991, Παραδοσιακές Κοινωνικές Δομές, εκδ. Οδυσσέας.

Παπαγεωργίου Βασ.1956, “ Η οικογένεια Πετιμεζαίων”, Ηπειρωτική Εστία 5, σ.340-341.
Παπαταξιάρχης Ευθύμιος 1993, “Το παρελθόν στο παρόν.Ανθρωπολογία, ιστορία και η μελέτη της νεοελληνικής κοινωνίας”, στο Ε. Παπαταξιάρχης -Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ανθρωπολογία και Παρελθόν.Συμβολές στην Κοινωνική Ιστορία της της Νεότερης Ελλάδας, εκδ.Αλεξάνδρεια, σ. 13-74.
Παπαταξιάρχης Ευθύμιος και Θ. Παραδέλλης 1992, Εισαγωγή στο  Ε. Παπαταξιάρχης -Θ. Παραδέλλης, Ταυτότητα και φύλο στη σύγχρονη Ελλάδα, εκδ. Αλεξάνδρεια.
Παραδέλλης Θ. βλ. Παπαταξιάρχης Ε. και-

Σαρλής Βασίλειος Π., 1974, Η Γκούρα Κορινθίας, Αθήνα

Sivignon Michel 1987, “Εξελίξεις της αγροτικής κοινωνίας στη Δυτική Πελοπόννησο - Μετόχι (Αχαΐας)”, στο Δαμιανάκος Στάθης , Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα (επιμέλεια-εισαγωγή), έκδ. Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, σ. 75-92.
Σκεύας Α. 1985, “Παραδοσιακός σαρακατσάνικος γάμος ή χαρά”, στα Πρακτικά Συνεδρίου : Σαρακατσάνοι, ένας ελληνικός νομαδικός πληθυσμός (Σέρρες, 1-3/10/1983),  Αθήνα, σ. 162-172.
Σταματογιαννοπούλου Μαρία 1994, “Στη βόρειο Πελοπόννησο του 19ου αιώνα: Η αγροτική οικογένεια, η εποχιακή μετακίνηση και η κυρίαρχη κοινωνική ομάδα στην Κραθίδα (1840-1880)”, Ελληνική Κοινωνία, Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Ελληνική Κοινωνίας της Ακαδημίας Αθηνών 2-3, σ. 103-126.
Συράκης Δ. 1925, “Η νομαδική κτηνοτροφία εν Ελλάδι”, Γεωργικόν Δελτίον της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρείας, ΧΙΙ, τεύχ. 169, σ. 651-777.
Τεάζη-Αντωνακοπούλου Ηλιάννα 1994, “Μετασχηματισμοί της οικιακής ομάδας στο Τζέρο, κοινότητα της ΒΔ Πελοποννήσου”, Ελληνική Κοινωνία, Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Ελληνική Κοινωνίας της Ακαδημίας Αθηνών, 2-3, σ. 172-191.
Τριανταφύλλου Κώστας 1980, “ Η Αχαιοήλις ως ιστορικός όρος και θεσμός”, Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών, εν Αθήναις, σ.87κε.
Τσαούσης Βασ. 1985, “Καταγωγή των Σαρακατσάνων με βάση την παράδοση” στα Πρακτικά Συνεδρίου : Σαρακατσάνοι, ένας ελληνικός νομαδικός πληθυσμός (Σέρρες, 1-3/10/1983),  Αθήνα, σ. 27-47.
Φέρμορ Λη Πάτρικ 1991  Ρούμελη. Ταξίδια στη Βόρεια Ελλάδα, μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα.
Φωτόπουλος Αθανάσιος 1982, Ιστορικά και λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, τόμ. Α΄-Β΄, Αθήναι.
Χατζημιχάλη Αγγελική,  1957, Σαρακατσάνοι, τ. Α’, Αθήνα.
Ψυχογιός Δημήτρης - Παπαπέτρου Γιούλη 1985, “Οι μετακινήσεις των νομάδων κτηνοτρόφων”,  στα Πρακτικά Συνεδρίου : Σαρακατσάνοι, ένας ελληνικός νομαδικός πληθυσμός (Σέρρες, 1-3/10/1983),  Αθήνα, σ. 27-47.
ΨυχογιόςΔημήτρης• Ρωξάνη Καυταντζόγλου• Ευδοκία Μανώλογλου• Αριάδνη Μιχαλακοπούλου• Ματίνα Ναούμη• Γιούλη Παπαπέτρου 1987, Ο οικονομικός & κοινωνικός μετασχηματισμός αγροτικών κοινοτήτων, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα.
Ψυχογιός Δημήτρης 1987, Προίκες, φόροι, σταφίδα και ψωμί. Οικονομία και οικογένεια στην αγροτική Ελλάδα του 19ου αιώνα, ΕΚΚΕ, Αθήνα.
Ψυχογιός Δημήτρης 1993, “Η προίκα ως παραγωγική σχέση του οικιακού τρόπου παραγωγής”, στο Ε. Παπαταξιάρχης -Θ. Παραδέλλης (επιμ.), Ανθρωπολογία και Παρελθόν.Συμβολές στην Κοινωνική Ιστορία της της Νεότερης Ελλάδας, εκδ.Αλεξάνδρεια, σ. 13-74.
Ψυχογιού Ελένη 1987,   Λεχαινά . Ο τόπος, τα σπίτια, εκδ. Εκ παραδρομής, Λεχαινά.
Ψυχογιού Ελένη 1997,  “Οι δικοί μας άγνωστοι. Ακολουθώντας το δρόμο  του κοπαδιού από τα χειμαδιά της Βουπρασίας στην Πίνδο”,   Αλφειός 12-13, σ. 105-118.



Ξενόγλωσση

Antonijevic    D. 1975, “Sarakatsani”, Balkania VI, σ.202.
Braudell Fernand    1979, 1991, Méditerranée et le monde méditerranéen  à l’ époque de Philippe II, Παρίσι. H Μεσόγειος  και ο μεσογειακός κόσμος την εποχή του Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, τ. Α΄, Ο ρόλος του περίγυρου, μτφρ. Κλαίρη Μητσοτάκη, έκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα.
Burton W. John 1983, “ Same time, same space: observations on the morality of kinship in pastoral nilotic societies”, Ethnology, τόμ .22 , σ. 109-119.
Campbell J. K. 1964, Honour,Family and Patronage, Oxford University Press, Οξφόρδη.
Caftanzoglou R. 1994, “The household formation ratterns of a Vlach  mountain community in Greece: Syrrako 1828-1929”, Journal of Family History 19 () 79-98.
Chang Claudia and Tourtellote Perry A. 1993, “Ethnoarchaeological  Survey of Pastoral Transhumance Sites in the Grevena Region”  Journal of Field Anthropology 20, σ.249-264.
Forbes H. – Koster H. 1976, “Fire, Axe and Plow: Human Influences on Local Plant Communities”, στο Dimen Μ. και  Friedl E. (επιμ.), Regional variations in modern Greece and Cyprus,  Annales of the New York Academy of Sciences, τόμ. 268, Νέα Υόρκη, σ. 109-126.
Ηentry  H. Howorth 1873, “The Westerly Drifting of   Nomades, from the fifth to the nineteenth Century” ( the Bulgarians)”, The Journal of the Royal Anthropological Institute, τόμ. 3, τεύχ.2, μέρος ΧΙ, σ.277-299.
Hoeg C. 1925,  Les Sarakatsans. Une tribu nomade Grecque. I. Etude linguistique  precedee, d’ une notice ethnographique, Παρίσι-Κοπενχάγη.
Poulianos A.N. 1973, Sarakatsani: The most Ancient People in Europe, !xth International Congress of  Anthropological and Ethnological Sciences, Σικάγο.
Koster H. και Koster Jonan Bonza 1976, “Competition or Symbiosis? Pastoral adaptive strategies in the Southern Argolid, Greece”, στο Dimen Μ. και  Friedl E.(επιμ.),Regional variations in modern Greece and Cyprus, Annales of the New York Academy of Sciences, τόμ. 268, Νέα Υόρκη,  σ. 275-85.
Kavadias  G. B, 1965, Pasteurs -nomades Mediterraneeus, Les Sarakatsans de Grece, Παρίσι και 1991,  ˙Σαρακατσάνοι. Μια ελληνική ποιμενική κοινωνία, Μτφρ. Μ. Καβαδία, εκδ. Λούση Μπρατσιώτη, Αθήνα
Nitsiakos V. 1985, A Vlach pastoral community in Greece. The effects of its incorporation into the national economy and society. Thesis submitted for the Degree of Ph. D. Department of Social Anthropology, University of Cambridge, Κέμπριτζ (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή).

Tourtellote Perry A. 1993, βλ. Chang Claudia και-

Wace Allan J. B. – Thompson Maurice S. 1914, The Nomads of the Balkans. An Account of Life and Customs among the Vlachs of Northern Pindus, Methuen & Co. Ltd., Λονδίνο και 1989, Οι νομάδες των Βαλκανίων. Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, μτφρ. Πάνος Καράγιωργας, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.
Welters Linda 1998, “Womens Traditional Dress in Argolidokorinthia: Local Variations”, Εθνογραφικά 11, σ. 133-175.





[1] Βλ. ενδεικτικά: Ηentry 1873 ˙Wace-Thompson 1914˙1989˙ Höeg.1925˙ Λουκόπουλος 1930˙ Γεωργακάς 1945∙ Χατζημιχάλη 1957∙ Campbell 1964∙ Πουλιανός 1985˙ Antonijevic 1975˙ Καραβίδας 1978˙ Kavadias 1991˙ Μποτός 1982˙ Nitsiakos 1985˙ Πρακτικά Συνεδρίου Σαρακατσάνων 1985˙ Φέρμορ 1991˙ Chang 1993˙ Αγραφιώτης 1994˙ Caftanzoglou 1994˙ Halstead  1996.
[2] Σημειώνω πως με την περιοχή με συνδέει σχέση εντοπιότητας  ενώ με την κτηνοτροφία οικογενειακή         -επαγγελματική  αλλά και ερευνητική- παράδοση.
[3] Και σημερινού, σύμφωνα με το νέο νόμο «Ι. Καποδίστριας» περί ΟΤΑ και μετά τις δημοτικές εκλογές της
[4] Σημερινοί Δήμοι (μετά τις δημοτικές εκλογές της 11/10/98): Λεχαινών, Ανδραβίδας, Βαρθολομιού, Τραγανού, Κάστρου-Κυλλήνης. Για την περιοχή , τη χωροταξία της και στοιχεία για τις ιστορικές, πληθυσμιακές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες σε σχέση με το δομημένο περιβάλλον, βλ. Ψυχογιού 1987.
[5] Επισημαίνω ότι, όπως προκύπτει απ’ τις μαρτυρίες, λέγοντας Συρράκο δεν εννοούν το συγκεκριμένο βλαχοχώρι αλλά την ευρύτερη περιοχή του ή τα βουνά της Πίνδου γενικότερα. Αρνούνται κατηγορηματικά την πιθανότητα να ανήκουν στην εθνοτική ομάδα των Βλάχων, και πάντα κατά τις μαρτυρίες τους, ούτε οι ίδιοι ούτε οι πρόγονοί τους μίλησαν ποτέ άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής. Για το ζήτημα της αναφοράς του Συρράκου ως τόπου προέλευσης των Σαρακατσαναίων βλ. Γεωργακάς 1946: 209-214∙ Χατζημιχάλη 1957: οθ΄∙ Campbell, ό.π.: 5, χάρτη∙ Φέρμορ,ό.π.: 37,61∙ πβ. και Caftantzoglou 1994∙ Αλεξάκης 1995:  158. Για μια άποψη που θέλει αντίθετα κάποια σαρακατσάνικα σόγια του βορρά να έχουν προέλευση  από την Πελοπόννησο, βλ. Τσαούσης 1985:120.
[6] Παραθέτω μερικές απομαγνητοφωνημένες σχετικές μαρτυρίες: “.... Ο προσπάππους μου, ο πατέρας του παππούλη μου, αυτοί έφυγαν από του Συρράκου του Ιωαννίνου επί Αλή Πασά. Κυνηγήθ'καν από 'κεί απ' τους Τούρκους, είχαν λάβει μέρος ο προσπάππος σε αντιστάσεις του Τούρκου, και τους κυνήγησαν από 'κεί και έφυγαν κ' ήρθαν στην Πελοπόννησο ...” ( Τραγανό 1995, Αργύρης Γκογκάκης, 75 χρ.). “.... Ήρθαμε από Απέναντι [εννοεί  την βόρεια του Κορινθιακού Στερεά και γενικότερα τη δυτική ηπειρωτική Ελλάδα]. Δεν ξέρουμε χωριό . Επειδή οι Πασάδες προσβάλλανε  τις καλύτερες βλαχοπούλες, αναγκαστήκανε ορισμένοι τσελιγκάδες να εγκαταλείψουνε τα πάντα και περάσανε στην Πελοπόννησο. Άλλοι βγήκανε στο Λουτράκι , άλλοι βγήκανε στην Κόρινθο, άλλοι βγήκανε στην Κυλλήνη .... ” (Βρανά 1996, Μήτσος Βαγγελάκος,, 78 χρ.).  “....Το όνομα του παππούλη μου ήτανε Κωσταντίνος Τακουμάκης. Οι προσπάπποι μας ήρθανε τότε, επί Τουρκίας, ήτανε στα σύνορα, κάπου εκεί στο Μέτσοβο. Μετά, αφόσον δεν είχαν δικά τους, τους έδιν' ο Τούρκος λιβάδια ΄κεί. Έπειτα τους είπε να τους δώσει δικά τους αλλά οι γυναίκες θα είναι στη διάθεση των Τούρκων. Εδώ οι βλάχοι, τότε που φύγανε από 'κεί, δεν το δέχτηκαν κι έφυγαν και πέρασαν δώθε που δεν ήταν Τούρκοι. Πολλοί έφυγαν από 'κεί....” ( Βαρθολομιό 1996, Κώστας Τακουμάκης, 78 χρ.).  Αυτές είναι μερικές από τις μαρτυρίες που δείχνουν πώς αρχίζουν τη διήγηση για την ομάδα όλοι οι γέροντες συνομιλητές μου δίνοντας το ιστορικό, τοπικό, ηθικό, ιδεολογικό και συγγενιακό στίγμα της ομαδικής τους ταυτότητας (Παπαταξιάρχης 1992:44-49˙ 1993:54˙ Καυταντζόγλου 1996:9-31).
7  Ορισμένες οικογένειες ξεχειμώνιαζαν και στους κάμπους της Αττικής, στα Μεσόγεια και ανέβαιναν τα καλοκαίρια στη Ζήρια μέσω Ισθμού (βλέπε και το post "Νομάδες κτηνοτρόφοι και ληστές  στην Αττική το 19ο αι., σε αυτό εδώ το blog http://psychogiou.blogspot.gr/2012/04/19.html). Οι μετέπειτα ''Ηλείοι'' αναθυμούνται ακόμα συγγενικά σόγια  μόνιμα εγκαταστημένα πριν δεκαετίες στην Αττική και διηγούνται ιστορίες. Κατά τις μαρτυρίες πάντοτε, μερικοί παραχείμαζαν κατά καιρούς και σε κάμπους της Μεσσηνίας (βλ. και υποσημ. αρ.17). Το πέρασμά τους στην Πελοπόννησο πρέπει να έγινε πριν την έναρξη του αγώνα της Ανεξαρτησίας, σύμφωνα με  έγγραφα που μαρτυρούν την παρουσία στο Φενεό μερικών απ΄τα επώνυμα των πινάκων της Χατζημιχάλη (1957): “… Το 1826-1827 η μονή [Αγίου Γεωργίου] γίνεται αποθήκη τροφίμων και πολεμοφοδίων, όπου ο γενικός αρχηγός Θ. Κολοκοτρώνης έχει εγκαταστήσει το στρατηγείο του. Μα και οι γύρω βλαχοποιμένες,της Ζήριας (οι Κορδιαλαίοι [πιν. Α΄3, αρ.10 κ.α.] και Χανιάδες [πιν. Α΄1, αρ.7 κ.α], του Σαϊτά οι Μακρυγιάννης, Σαρανταυγάς [πιν. Α΄1, αρ.8 κ.α], Καπλάνηδες, Καλυβαίοι [πιν. Α΄1, αρ.9 κ.α]  και Φραγκογιανναίοι, του Χελμού οι Μαμαλαίοι [πιν. Α΄1, αρ.15],   και Κωτσοκολαίοι), εφοδιάζανε σε έμψυχο και άψυχο υλικό τους αγωνιστές της ελευθερίας… ” (Γκούρα Κορινθίας 1998. ΚΕΕΛ, Αρχείο χειρογράφων, αρ. 4614, μέρος Α΄, σ. 14. Πηγή: Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υπουργείο Πολέμου, αρ. φακ. 199, 21-6-1827, έγγραφα Θ. Κολοκοτρώνη προς την Εθνική Βουλή και την  Γραμματεία των Πολεμικών. Βλ. και Λύρας 1989.
[8] Μια ομάδα κτηνοτρόφων με την οποία ήλθαν σε σύγκρουση, κατά τις μαρτυρίες τους, είναι οι Βαλτετσιώτες , οι οποίοι φαίνεται πως είχαν προβλήματα και με τους ντόπιους Διδυμιώτες  ποιμένες (Βελλιώτη 1993: 30-31· πβ. και Koster και Koster 1976). Ίσως η σχετική “άνεση” στους βοσκότοπους και η ειρηνική συμβίωση των κτηνοτρόφων στην επαρχία Ερμιονίδας που σημειώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του ΄30, όπως  διαπιστώνει η Μ. Βελλιώτη (ό. π: 34-35) να οφείλεται, πέρα απ΄τους λόγους που αναφέρει, και στην μετακίνηση των χειμαδιών  των συγκεκριμένων κοπαδιών προς τον κάμπο του τέως δήμου Μυρτουντίων.
[9] Βλ. Χατζημιχάλη ,ό.π., πίνακα Α΄, τον οποίο επισυνάπτω και εδώ, στο τέλος του άρθρου για να είναι εύκολη η σύγκριση (ο πίνακας Α΄2 περιλαμβάνει ονόματα και της παλιότερης ποιμενικής μετανάστευσης ∙ βλ. Ψυχογιού 1997).
[10] Εξαίρεση αποτελεί η αναφορά των λιβαδιών του Παναχαϊκού (πιν.Α΄1). Καθώς η συγγραφέας δεν αναφέρει συγκεκριμένη πηγή ή και χρονολογία για τους πίνακες, δεν γνωρίζουμε από πού προέρχεται αυτή η πληροφορία. Επειδή συμπεριλαμβάνονται τα ονόματα  οικογενειών της παρούσας έρευνας, οι οποίες κατά τις μαρτυρίες δεν  ξεκαλοκαίριαζαν στο Παναχαϊκό, η αναφορά στο εν λόγω βουνό πρέπει να είναι λανθασμένη. Ίσως κάποιοι να  ξεκαλοκαίριασαν  μεμονωμένα  παλιότερα εκεί. Σημειωτέον επίσης πως στον πίνακα Α΄3 έχουν αντιμετατεθεί κατά λάθος μερικά από τα καλοκαιρινά και τα χειμερινά λιβάδια.
[11] Σύμφωνα με τις πληροφορίες του 80άχρονου σήμερα εγγονού του Κώστα, (βλ. σημείωση αρ.17) ο Ν. Βαγγελάκος κατέβαινε ήδη από τα τέλη του 19ου αι. στην περιοχή, στο Λάπα Αχαΐας (Sivignon 1987) τα οποία ανήκαν αρχικά στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου (Ψυχογιού1997) και στα λιβάδια της Μονής της Παναγίας της Βλαχέραινας στα ψηλώματα ανάμεσα Νιοχώρι και Κυλλήνη, μέχρι το 1928 που παραχωρήθηκαν στους Μικρασιάτες πρόσφυγες ( ίσως αυτά να είναι τα “βλάχικα κονάκια” που αναφέρει ο Καρκαβίτσας 1973: 220, αν δεν πρόκειται για τους Γορτύνιους Βυτιναίους μεταβατικούς ποιμένες που συναποτέλεσαν το σημερινό συνοικισμό Βυτιναίικα). Δεν αποκλείεται, δεδομένης της εξ αγχιστείας συγγένειάς του με το πολυάριθμο σόι των Γκογκάκηδων (είχε παντρευτεί την Αστέρω Γκογκάκη) να ήταν αυτός που οδήγησε στην περιοχή και τους υπόλοιπους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι ο πρώτος τόπος που προσέγγισαν ήταν η ευρύτερη περιοχή της Βουπρασίας και όπου ήταν τα μόνιμα χειμαδιά του προγενέστερου νομαδικού κύματος που εγκαταστάθηκε τελικά στο Κουρτέσι (Ψυχογιού, ό.π.). Ίσως λοιπόν οι παραπάνω να οδηγήθηκαν στην  Ηλεία από αυτούς, με τους οποίους είναι πολιτισμικά συγγενείς πληθυσμοί  και γειτονεύουν στα ορεινά βοσκοτόπια του Χελμού (Λουκά--Κρύα Βρύση-Ξερόκαμπος κοντά στο Σούβαρδο Καλαβρύτων). Ούτε οι μεν βέβαια, ούτε οι δε έχουν συνείδηση αυτής της «συγγένειας», ωστόσο κάποιες επιγαμίες -και μάλιστα σε εποχές που η ενδογαμία στους κτηνοτρόφους της παρούσας εργασίας ήταν ενεργή- καθώς και  οι ισχύουσες και σήμερα συνεργασίες στα θερινά λιβάδια (βλ. Ψυχογιού 1997:114, φωτ.) υποδεικνύουν ίσως τη λανθάνουσα μνήμη της κοινής τους προέλευσης.
[12] Sιvignon 1987∙  Τεάζη - Αντωνακοπούλου 1994: 181-182∙ Ψυχογιού 1997.
[13] Είναι αξιοσημείωτο το πόσο τα  μοναστήρια στήριξαν τους κτηνοτρόφους και μάλιστα σε περιόδους δύσκολες και ανασφαλείς ( όπως π.χ. στην τουρκοκρατία) φιλοξενώντας, έναντι ενοικίου βέβαια, χιλιάδες κοπάδια στα λιβάδια τους (βλ. ενδεικτικά και Χατζημιχάλη,ό.π.:11∙Κavadias, ό.π.: 403).
[14] Βλ. και χάρτη. Λόγω της  κινητικότητας των κτηνοτρόφων, η συγκεκριμένη διασπορά δεν είναι απόλυτη και εκφράζει τις μαζικότερες συγκεντρώσεις, με γνώμονα τις σημερινές εγκαταστάσεις. Μερικές οικογένειες π.χ. κατέβαιναν και εγκαταστάθηκαν και στην περιοχή της Γαστούνης.
[15] Το κοπάδι αποτελούνταν από πρόβατα  και γίδια ( θηλυκά όπως είναι γνωστό, εκτός από τους ελάχιστους επιβήτορες και οδηγούς αρσενικούς ) από εξακόσια έως χίλια τουλάχιστον, οι μεγάλες οικογένειες ή και περισσότερα: ο Κώστας Βαγγελάκος μαρτυρεί χίλια διακόσια για τον παππού του απ' τον πατέρα του και δύο χιλιάδες απ΄την μητέρα του (το γένος Τσεκούρα), ο Παναγιώτης  Τσεκούρας για τον πεθερό του, τον τσέλιγκα γερο-Θανασούλα (Θανάσης Καλύβας) τρείς χιλιάδες. Διέθεταν επίσης μεγάλο συχνά αριθμό αλόγων , βαλμαριό (60-70 ή και περισσότερα, όπως ο Θανάσης Καλύβας, που του αποδίδουν 120 ), τα  οποία  χρησιμοποιούσαν για τις μεταφορές και νοίκιαζαν για αλώνισμα στα χωριά (πράγμα που τους εξασφάλιζε και το σιτάρι της χρονιάς), καθώς και τα αναπόσπαστα τσοπανόσκυλα. Μετέφεραν  επίσης στο βουνό τα πουλερικά τους και  αρκετές οικογένειες από ένα χοίρο.
[16] Μεγαλύτερης διάρκειας και περισσότερο κοπιώδες ήταν, κατά τις μαρτυρίες, το φθινοπωρινό κατέβασμα στα χειμαδιά γιατί τα ζώα εγκυμονούσαν, η εύρεση βοσκής στην πορεία ήταν πιο  δύσκολη απ' την άνοιξη, οι καιρικές συνθήκες συχνά ταλαιπωρούσαν και καθυστερούσαν ανθρώπους και ζώα (μια αντίθετη άποψη βλ. στο Nitsiakos 1985: 45).
[17] Η διαδρομή που ακολουθούσαν κατά την ανάβαση, με τις απαραίτητες για το κοπάδι κυρίως αλλά και τους ανθρώπους στάσεις για άρμεγμα, τυροκόμημα, βόσκηση, φαγητό και διανυκτερεύσεις, ήταν η εξής: Χειμαδιά→Χάβαρι→Σιμόπουλο(Λαγαναίικοποτάμι)→Χάνια Πανόπουλου→Δίβρη→Τριπόταμα→Μαζαίικα (Κλειτορία)→Πλανητέρου→«Διάσελο του Κυνηγού»→λιβάδια Χελμού προς το Φενεό και αντίστροφα, για την κατάβαση. Όσοι ανέβαιναν στα λιβάδια της Περιστέρας , των  Σουδενών και την ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων (κυρίως οι Κοτσαναίοι και κατά καιρούς οι Βαγγελάκοι), ακολουθούσαν την ίδια διαδρομή με τους Σουβαρδίτες κτηνοτρόφους: Φαρές→Χαλανδρίτσα→Βλασία→Μάνεσι→λιβάδια (βλ. χάρτηû βλ. και Ψυχογιού 1997).
[18] “....Και πήγαινε ο παππούλη μου σ' ένα μέρος, πι χι στη Μεσσηνία, τέτοια εποχή [Αύγουστο], εύρισκε 'κεί πέρα ένανε τσαμπάση να πούμε, τού 'λεγε ότι, μην ξέρεις  εδώ καμιά δεκαριά στρέμματα χωράφια που θέλω ν' αγοράσω; ...Τ' αγόραζε, [γιατί ] άμα τα νοίκιαζε, θα τον διώχνανε. Τ' αγόραζε, πόσο κάνει; Ένα χιλιάρικο, η τσέπη του ήτανε γιομάτη χιλιάρικα, αφού είχε τόσα πρόβατα. Ένα χιλιάρικο, ξέρω 'γώ, δύο, τρία, ο τόπος δεν ήτανε αξιοποιημένος, τότε λόγγοι ήσαντε και τέτοια πράματα. Αυτός κανόνιζε ένα μέρος νά 'ναι στράγγιο, να μην πινιγούν τα πρόβατα. Δεν τους έλεγε πως ήτανε τσέλιγκας και πως είχε χίλια πρόβατα, [έλεγε] πως ήθελε να γίνει χωριανός, ξέρω 'γώ τί τους έλεγε, έπαιρν' ένα  κομμάτι χωράφι 'κεί, έφευγε. Τού 'λεγε εσύ θα πάρεις ένα χιλιάρικο και θα μου φτιάξεις ένα μαντρί για τα πρόβατα, γιατί έχω κάτι γιδάκια, ξέρω 'γώ τί. Μετά γιόμιζε όλο αυτό μαντριά. Οι εκτάσεις ήσαντ' ελεύθερες. Έπιαναν τα πρωτοβρόχια, ερχότανε ένα μπουλούκι πρόβατα, διακόσα. Μετά άλλα διακόσα, άλλα διακόσα, γέμιζ' ο τόπος. Και να θέλανε μετά να ντόνε διώξουνε,  δεν μπορούσανε, γιατ' είχ' αγορασμένο. Κάνανε ξέρω 'γώ, μηνύσεις, τί κάνανε, αποζημίωνε, επέρναγε τη χρονιά. Άμα έβγανε καλή χρονιά, πάλι πήγαινε. Ο παππούλη μου είχε μεγάλη ιστορία  εδώ στο Νησί  των Καλαμών. Είναι πασίγνωστος και αγαπητός σε όλους. Είχε εκατό φιοτσίδια [=βαφτιστήρια] κάνει. Χάλασε ο καιρός εκεί, δεν έκανε, δεν έβγανε χορτάρι και πέρασε προς τα εδώ, στου Λάπα [Βουπρασία], εδώ στου βασιλιά τα χτήματα, που του είχανε τότε. Έ, ήρθε  προς τα 'δώ και ξεχείμαζε 'δώ πέρα. Εντωμεταξύ έκανε κι έναν κουμπάρο ο οποίος είχε χίλια στρέμματα χωράφια δικά του, στου Λάπα , εκεί κοντά κάπου και ,γύρω στο '90 γινόσαντ' αυτά, το '890 , και το καλοκαίρι πήγαινε στο Χελμό. Άλλη χρονιά πήγαινε προς της Αιγιαλείας τα μέρη. Άλλα χτήματα αγοράζει 'κεί. Το ίδιο σύστημα πάντα .  Άλλα χτήματα αγοράζει 'κεί. Εκεί είχε κάνει, είχε σειρά καλή. Έσπασ' ένα ποτάμι που έρχεται από το... που περνάει πιο πέρ' από του Λαμπίρι, Φοίνικας πιστεύω πως λέγεται, και τα χτήματα και όλ' αυτά γίνανε χαλίκια. Τα εγκατέλειψε κείνα  και ξαναγύρισε προς τα 'δώ [τη Βουπρασία-Μυρτουντία]. Εντωμεταξύ,  μεγαλώσαν τα παιδιά του, χωρίσανε και πήρ' ο καθένας 500-600 πρόβατα, παντρεύτηκε, έκαμε δική του οικογένεια και από πέντ' έξι παιδιά που είχε, εφτά ,[πέντε αγόρια και δυο κορίτσα], τα δύο φύγανε για την Αμερική, οι άλλοι μείνανε και κάνανε οικογένειες εδώ. Από ένα από τα παιδιά αυτά είμαι και 'γώ. Ένα από τα παιδιά του έχει μείνει στου Καπελέτου[χωριό της Βουπρασίας]. Ο άλλος στου Βρανά [Μυρτουντία]. Ο άλλος, πιο  πέρα  'κεί απ΄το Αίγιο.... ”  ( Νεοχώρι 1995, Κώστας Βαγγελάκος). Η περιεκτική αυτή μαρτυρία, πέρα απ' το ότι συμπυκνώνει το περιεχόμενο της παρούσας εργασίας, εξιστορεί, μέσα απ΄ αυτήν της οικογένειας του αφηγητή (πβ. Τεάζη-Αντωνακοπούλου, ό.π.: 175-176û Καυταντζόγλου 1996), την πορεία ολόκληρης της ομάδας και επιπλέον σκιαγραφεί τη ρευστή, «κινητή» έννοια που είχε για τους μετακινούμενους κτηνοτρόφους η γη -όσο εξακολουθούσαν να είναι πλάνητες- ακόμα κι όταν για λόγους τακτικής, την αγόραζαν.
[19] Και  στα θερινά βοσκοτόπια  όμως, όπου υπήρχε δυνατότητα, όπως π.χ. στο μεγάλο λιβάδι των Φλιγκαίων στη Γκιώνα , γινόταν μια δεύτερη, εσωτερική μετακίνηση  που είχε σχέση με τις κλιματολογικές συνθήκες, το είδος της εργασίας στο κοπάδι και τον καταμερισμό της κατά φύλα και ηλικία ,  την έκταση του βοσκότοπου, την ύπαρξη νερού (πβ. και Nitsiakos, ό.π.: 44κε.˙ Ψυχογιού 1997) . Χώριζαν δηλαδή τον χρόνο παραμονής στο βουνό σε τρείς περιόδους με ορόσημα τις γιορτές τριών αρσενικών αγίων που τιμούν ιδιαίτερα και που, μαζί με τη γιορτή του κατεξοχήν αγίου των περιπλανώμενων κτηνοτρόφων Γεωργίου, σηματοδοτούν τη θερινή περίοδο .  Πρώτη, αυτή του τυροκομήματος, που διαρκούσε από την ανάβαση  στο βουνό, από τη γιορτή του Αγίου Κων/νου, μέχρι και τη γιορτή του προφήτη Ηλία στις είκοσι Ιουλίου , κατά ττη διάρκεια της οποίας όλα τα μέλη της οικογένειας ήταν υπεραπασχολημένα και παρέμεναν στα χαμηλότερα σημεία των λιβαδιών. Δεύτερη, την περίοδο από τ’ άη Λιος μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, που ανέβαιναν στα ψηλότερα, κατά κορυφήν βοσκοτόπια για ανακούφιση κοπαδιών και ανθρώπων από το καύμα και ανεύρεση χορτονομής , κατά την οποία  οι μεν άντρες είχαν λιγότερη απασχόληση αφήνοντας τα κοπάδια ελεύθερα να βόσκουν, οι  δε  γυναίκες δούλευαν σχεδόν επί εικοσιτετραώρου βάσεως, καθώς πέρα από τις καθημερινές  δουλειές στο κονάκι, τα μικρά περιβόλια  και  το κοπάδι, έπρεπε να κατασκευάσουν στον αργαλειό όλη την αποκλειστικά μάλλινη οικοσκευή ,τις προίκες και τα ενδύματα των μελών της οικογένειας. Τρίτη τέλος, την περίοδο από αρχές Σεπτέμβρη μέχρι του αγίου Δημητρίου και την   αναχώρηση  για τα χειμαδιά , οπότε, λόγω του ότι τα χειμερινά πλέον καιρικά φαινόμενα σε τέτοια υψόμετρα απέτρεπαν την βοσκή των ζώων και την παραμονή τους εκεί,  ξανακατέβαιναν στα χαμηλότερα βοσκοτόπια του βουνού. Στη διάρκειά της οι άντρες αρχηγοί των οικογενειών, οι ''γέροι'' -ενίοτε και ενήλικα αρσενικά αλλά και θηλυκά μέλη τους προκειμένου να πουλήσουν τα προϊόντα  των χεριών τους- συμμετείχαν για επαγγελματικούς κυρίως λόγους ( συνάντηση και συμφωνίες με ιδιοκτήτες λιβαδιών και μπακάληδες, ξεκαθάρισμα λογαριασμών και πληρωμές) αλλά και κοινωνικούς (δημόσιες σχέσεις, γνωριμίες, σύναψη συμπεθεριών) στα πανηγύρια  των  κοντινών χωριών. Προς το τέλος της τελευταίας αυτής, ανακουφισμένης από έντονη απασχόληση περιόδου, τελούσαν κατά κανόνα και τους γάμους, στα κονάκια.
[20] Στο χάρτη αυτού του βιβλίου, τα σύμβολα που αντιστοιχούν στη βόρεια και ανατολική Πελοπόννησο σηματοδοτούν ακριβώς τα θερινά και χειμερινά ενδιαιτήματα των κτηνοτρόφων στους οποίους αναφερόμαστε εδώ. Είναι αξιοσημείωτο ότι η περιοχή της Ηλείας δεν σηματοδοτείται. Αυτό ίσως οφείλεται -σε σχέση πάντα με τους παραπάνω- στο ότι όταν άρχισαν να ξεχειμωνιάζουν εκεί το έθιμο του φλάμπουρου έσβηνε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, αλλά και στο ότι οι γάμοι τότε λάβαιναν χώρα σχεδόν πάντα στο βουνό (πβ. και Αγραφιώτης 1994: 107-112).

[21] “....Οι σκηνίτες είναι απόγονοι των αρματολών και κλεφτών. Όταν γύριζαν στα βουνά που υπήρχανε οι ανταρτικές ομάδες, αυτοί είχαν οικογένειες, είχαν αδερφάδες, είχανε παιδιά, μανάδες και τέτοια πράγματα. Κάπου αυτά, την οικογένειά τους έπρεπε να την ασφαλίσουνε. Γινόσαντε νομάδες αυτοί τώρα. Άφηνε άλλος την αδερφή του στο βουνό, άλλος τη μάνα του, άλλος τα παιδιά του, ήσαντε σχεδόν μία οικογένεια. Τους προσέχανε όμως αυτοί οι κλέφτες. Είχαν τη δύναμη. Και πηγαίνανε αυτοί [οι κτηνοτρόφοι]στα βουνά, σε διάφορα μέρη, δεν ήτανε δεσμευμένοι τότε αυτοί, ήτανε ελεύθεροι, ήτανε ακαλλιέργητοι. Και τα πρόβατά τους εβόσκανε από 'δώ κι από 'κεί, ενισχυούσανε και τους καπεταναίους και έχει δημιουργηθεί η ράτσα αυτή, να πούμε, η λεγόμενη σκηνίτες. Αυτοί ήσαντε σε όλα τα μέρη. Και στη Ρούμελη και προς την Αττική˙ όταν άρχισε να ελευθερώνεται η Πελοπόννησος, περάσανε από τα Καλύβια, 'κεί στα Μεσόγεια, περάσανε προς το Γαλατά. Καθήσανε 'κεί πέρα, έρημο το νησί, ορισμένες οικογένειες, οι άλλοι πήγανε από  'δώ, στη Βλαχιά[τοπωνύμιο] που λένε, σε κάποιο μέρος, εκεί υπήρχε πάλι έρημη έκταση. Ήσαντε πολλοί αυτοί, ήσαντε καμιά δεκαπενταριά οικογένειες. Και ζούσανε νομαδικά. Όπου θέλανε να πάνε επροστατευόσαντε κι από τους καπεταναίους. Και τα κοπάδια τους [.....]. Κατεβαίνανε απ' τον Πόρο, βγαίνανε προς την Τραχιά εκεί, πώς το λέγανε, και ανεβαίνανε ύστερα στο βουνό...... ” (Νεοχώρι 1995, Κώστας Βαγγελάκος, 75 χρ.˙ βλ. και Κολιόπουλος 1979:167-169˙ Koster και Koster 1976: 278, χάρτη.
[22] Είναι πάρα πολύ σημαντική, ως προς την έννοια της θηλύτητας και επίσης τη σημασία της μητροπλευρικής καταγωγής,  η πληροφορία  που εκμαιεύτηκε κατά τη συνομιλία με τον Σωτήρη Γκογκάκη (Τραγανό 1995) ότι το σημάδι του κοπαδιού της νέας οικογένειας του γιού όταν  «χώριζε» από την   πατρική (Campbell, ό.π.: 79κε) στην  περίπτωση που η νύφη είχε προικοδοτηθεί και με πρόβατα, ακολουθούσε αυτό που έφερε ήδη το προικώο κοπάδι της νύφης (γιά την προίκα στην περιοχή των χειμαδιών, βλ. Ψυχογιός 1993).
[23] Η αυστηρή αυτή -μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο- ενδογαμία οφειλόταν εν μέρει, κατά τις μαρτυρίες , και στην απροθυμία των χωρικών να δώσουν νύφες στους σκηνίτες βλάχους, αφού το θεωρούσαν υπογαμία λόγω της ιδιαίτερα σκληρής και επίπονης ζωής των γυναικών σ' αυτούς τους πληθυσμούς.
[24]Ούθε γης κι ο τάφος”, είναι μια απ' τις παροιμιώδεις φράσεις που λένε και αντικατοπτρίζει την  αναγκαστική εθιμική πρακτική να θάβουν τους νεκρούς τους στο νεκροταφείο του κοντινότερου στα καλοκαιρινά λιβάδια ή τα χειμαδιά χωριού.
[25] Αυτές οι γαμήλιες στρατηγικές και πρακτικές ίσχυαν μέχρι και τους γάμους της πλειοψηφίας των σημερινών γερόντων, δηλαδή περίπου μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
[26] Κυρίως με τα Λεχαινά, το Τραγανό και το Βαρθολομιό στον κάμπο και το Πανόραμα, τα Καλύβια, τη Γκούρα , το Φενεό (Σιβίστα), τη Ζαρούχλα, τα Καλάβρυτα στα βουνά.
[27] Είναι επίσης αξιοσημείωτο το ότι οι γεροντότεροι κατάφεραν –κυρίως λόγω αναλφαβητισμού και ενδογαμίας- να κρατήσουν ακόμα στοιχεία του σαρακατσάνικου ιδιώματος που μεταφέρθηκε από μανάδες σε παιδιά , αν και ζουν σχεδόν διακόσια χρόνια σε ένα τόπο σαν την Πελοπόννησο, της οποίας η ντοπιολαλιά μέσω ιστορικών, κοινωνικών , εξουσιαστικών, εκπαιδευτικών και άλλων συγκυριών καθιερώθηκε ως κοινή νεοελληνική και όπου κατά κανόνα αφομοιώνεται η μεγάλη ποικιλία των πληθυσμών  που κατά καιρούς την κατοικούν, ιδιαίτερα στον πλούσιο ηλειακό κάμπο (πβ. και Φέρμορ, ό.π.: 59˙ Ψυχογιού 1987).
[28] Δεν έχω μελετήσει ακόμα τους συγκεκριμένους λόγους αλλά βέβαια δεν είναι άσχετες και οι ιστορικές συγκυρίες του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, του Εμφύλιου , της φυγής προς τα αστικά κέντρα τη δεκαετία του '50. Σχετικά δικαιοπρακτικά έγγραφα αγοραπωλησιών βρίσκονται στο Υποθηκοφυλακείο τέως Δήμου Μυρτουντίων, στα Λεχαινά , πχ. εγγρ. αρ. 12.885/27-10-1948, τ. 115, αρ.392 14617˙ αρ. 14617/25-8-1948, τ. 115, αρ. 322˙ αρ.9500/23-1-50, τ. 116, αρ. 322 (αφορούν κάποιες από τις πρώτες αγορές των γιών του γερο-Μιχάλη Φλίγκου από κοινού στην περιοχή των Λουτρών Κυλλήνης ή Λίντζι). Στα βουνά δεν απόκτησαν ιδιόκτητα βοσκοτόπια αλλά νοίκιαζαν κοινοτικά στις περιοχές που αναφέρθηκαν ή τα λιβάδια της μονής του αγίου Γεωργίου Φενεού , όπως π.χ  κάνουν ορισμένοι  απ' τους  Γκογκάκηδες ακόμα και  σήμερα. Μόνο η οικογένεια  του γερο-Μιχάλη Φλίγκου απόκτησε  με αγορά από τη γνωστή οικογένεια των Πετιμεζαίων (Παπαγεωργίου 1956˙ Λυριντζής 1991) ιδιόκτητο λιβάδι 12.000 στρεμμάτων (îσύχουμοï) στη Γκιώνα  του Χελμού στα τέλη της δεκαετίας  του ’30 (πβ.και Χατζημιχάλη1957: μδ΄) όπου έβαζαν και άλλα κοπάδια με ενοίκιο. Οι κληρονόμοι εξακολουθούν να έχουν τη νομή του και μερικοί να ανεβάζουν εκεί τα κοπάδια τους (καλοκαίρι 1995).
[29] Οι Κοτσαναίοι “ έσπειραν ”, όπως λένε, (σιτάρι) για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του '50 και το θεωρούν ορόσημο για τη μετάβασή τους και στη γεωργική, παράλληλα με την κτηνοτροφική, παραγωγή.
[30] Η ανάβαση στο βουνό σταμάτησε σταδιακά , για διαφορετικές αφορμές και χρονική συγκυρία για κάθε οικογένεια.  Μόνο μία οικογένεια από τους Γκογκάκηδες , μία από τους Βαγγελάκους μία από τους Κοτσαναίους και μία από τους Φλιγκαίους (μέχρι το 1996) εξακολουθούν ν΄ ανεβάζουν και σήμερα τα πρόβατα στα  βουνίσια λιβάδια με φορτηγά.
[31] Οι σημερινοί παππούδες κυρίως, είναι εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια των κοντινών στα χειμαδιά κοινοτήτων εκ μεταφοράς, όπως αναφέρεται, από χωριά του Άργους, της Κορινθίας, κλπ. στα λιβάδια των οποίων έχουν γεννηθεί και είχαν αρχικά εγγραφεί, πριν αρχίσουν οι νομάδες γονείς τους να ξεχειμωνιάζουν στα χειμαδιά της Ηλείας αλλά και των ορεινών χωριών του Φενεού και των Καλαβρύτων, όσοι έτυχε να γεννηθούν  εκεί τους καλοκαιρινούς μήνες (πβ. και Χατζημιχάλη, ό.π: νβ'-νγ').
[32] Βλ. και Χατζημιχάλη, ό.π: 32, 33,142, 178, 274∙ Campbell, ό.π: 75-76,288∙ Μποτός, ό.π.: 36-39, 154-159∙ Παπαταξιάρχης και Παραδέλλης 1991.