27 Αυγ 2013

Βιώνοντας τις πυρκαγιές στην Ηλεία τον Αύγουστο του 2007, από την Όλυμπο Καρπάθου: από την καταστροφή και το θάνατο στη ζωή και την αναβλάστηση




[Πρώτη δημοσίευση: Ελένη Ψυχογιού,  "Βιώνοντας τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2007 από την Έλυμπο Καρπάθου", περιοδικό  Οροπέδιο, τεύχος 5 (2008), αφιέρωμα "Σελίδες για τις πυρκαγιές της Ηλείας", σ. 96-108].
( Εκτός από την πρώτη, οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι ταβηγμένες από την γράφουσα, εδώ διαφορετικές και περισσότερες από αυτές  της πρώτης δημοσίευσης).






Τα σπίτια αυτά τα πέτρινα / τα δίπατα   /κράτησαν τρίμερες χαρές / και ντουφεκιές / τα σπίτια αυτά τα πέτρινα / τα δίπατα  / μέσα κρατούν τους γάμους τους / μέσα και τους νεκρούς τους… 
(απόσπασμα από άτιτλο ποίημα της Γιώτας Αργυροπούλου, συλλογή Νερά απαρηγόρητα).


Κατά την αποφράδα ημέρα της έναρξης της πυρκαγιάς στην Ηλεία στις 24/8/07 ξεκινούσα από το σπίτι μου στο Νιοχώρι για ένα ερευνητικό ταξίδι-προσκύνημα στην Όλυμπο (στο τοπικό ιδίωμα Έλυμπος) της Καρπάθου (με αφορμή την εθνογραφική συγκυρία ενός τοπικού γάμου και του πανηγυριού του αη-Γιάννη στη Βρουκούντα), ταξίδι που επιθυμούσα χρόνια τώρα. Ανυποψίαστη για τις απρόβλεπτα τρομακτικές διαστάσεις που θα έπαιρνε η φωτιά στη συνέχεια, αντιλήφθηκα το κακό που μας είχε βρει από την τηλεόραση του πλοίου, καταμεσής στο καρπάθιο πέλαγος, ταξιδεύοντας από την πόλη της Ρόδου προς τα Πηγάδια, κύριο λιμάνι της Καρπάθου −αργά για να κάνω πίσω, να συν-βιώσω με τους συμπατριώτες μου την οδύνη της καταστροφής, να βοηθήσω στο μέτρο των περιορισμένων δυνατοτήτων μου ή ακόμα και να προστατεύσω, αν η τελικά φωτιά έφτανε και ως εκεί, το ίδιο μου το σπίτι…


Έφτασα νύχτα στην Κάρπαθο και, με ενοχές για την απομάκρυνσή μου από τη φλεγόμενη Ηλεία και με πονεμένη ψυχή για τις πυρκαγιές, ξεκίνησα από τα Πηγάδια, δια ξηράς, προς την απόμακρη και απομονωμένη από στεριά και θάλασσα Όλυμπο. Φιλοξενούμενη στο αυτοκίνητο φιλικού και συναδελφικού ζευγαριού, ακολουθήσαμε τον κακοτράχαλο δρόμο που διασχίζει κάθετα το νησί, περνώντας μέσα από τους φοβερούς πέτρινους όγκους των γυμνών καρπαθίτικων βουνών που το σκοτάδι έδινε τρομερές διαστάσεις στην άγρια ομορφιά τους, τοπίο ταιριαστό και με τη δική μου ψυχική κατάσταση.
Πολύ περισσότερο που στο μυαλό μου είχα νωπές παραδείσιες φυσικές εικόνες από τις καλοκαιρινές περιηγήσεις μαζί με αγαπημένους φίλους και συγγενείς στο γενέθλιο τόπο, την Ηλεία, που, κάθε στιγμή που περνούσε, αφάνιζε ή απειλούσε η ανεξέλεγκτη μανία της φωτιάς: το κατάφυτο οροπέδιο του Λάλα, τη βαθιά δασωμένη και υδατοβριθή κοιλάδα του ποταμού Ερύμανθου στη Νεμούτα, την απέραντη, βαθυπράσινη θάλασσα του δάσους της Φολόης όπως την αντικρίζει κανείς από το ύψος της μονής Νοτενών στο Σκιαδοβούνι του Ερύμανθου, τη βαθύκολπη, χλοερή Πηνεία με τα σταφιδάλωνα κατάφορτα τούτη την εποχή από τη «μαυρομάτα» να ξεραίνεται στον ήλιο, τη σκιασμένη από το κατάφυτο Κρόνιο ιερή Ολυμπία, όλη τούτη την πανέμορφη ομώνυμη επαρχία, που ξεκινάει από την Ανδρίτσαινα και φτάνει μέχρι την αμμώδη παραλία της Ζαχάρως ξαπλωμένη εν μέρει πάνω στο όρος Μίνθη. Τοπία που πέρα απ’ τη φυσική ομορφιά, περιέχουν, όπως παντού, παμπάλαια ιστορία, μνημεία, οικισμούς, ζωντανά πλάσματα, ανθρώπινο μόχθο και πολιτισμό και που οι άνθρωποι φαινόντουσαν ανήμποροι και κυρίως ανίκανοι να σώσουν. Και τούτο γιατί μέσα στα ωραία τοπία, ως αρνητικό κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού ενδημεί και η άγνοια, η ανικανότητα, η βία, ο δόλος, η αδιαφορία, η ανοργανωσιά, η δίψα για αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, η λύσσα για «ανάπτυξη» και κερδοσκοπία.
Ο αστερισμός των ηλεκτρικών φώτων του οικισμού της Ολύμπου, που πρόβαλε ξαφνικά από το πουθενά σε μια στροφή, κεντώντας σαν φωτεινή δαντέλα το σκοτάδι, διέκοψε τις ζοφερές σκέψεις μου…


Όλυμπος (ή Έλυμπος) Καρπάθου, ΝΑ όψη
 (25/8/2007)
Το λαμπρό φως της επόμενης ημέρας αποκάλυψε στα μαγεμένα από το θέαμα που αντίκριζαν μάτια μου τον περίφημο οικισμό της Ολύμπου, που, ξαπλωμένος στην κορυφογραμμή σαν σε αιώρα που κρέμεται από τις  κορυφές των βουνών του προφήτη Ηλία και του «Κορυφιού» (που την ορίζουν από νότο και βορρά, αντίστοιχα), φαίνεται να λικνίζεται προκλητικά στο χάος, αναμετρούμενη απ’ τη δύση με τους αβυσσαλέους γκρεμούς που φτάνουν ως κάτω στη σκούρα γαλάζια θάλασσα ενώ απ’ την ανατολή φαίνεται να γλιστράει πάνω σε αυτούς που καταλήγουν στις κάποτε καλλιεργημένες βαθιές λαγκαδιές. 


Όλυμπος Καρπάθου. Το βουνό του προφήτη Ηλία, με το μόνιμο σύννεφο στην κορυφή (25/8/2007)

Την αίσθηση της αιώρησης αυτού του −στην πραγματικότητα γερά και επίπονα θεμελιωμένου πάνω στα απόκρημνα βράχια− οικισμού, την επέτεινε στα μάτια μου το ξεκομμένο λευκό σύννεφο που στέλνει ο πουνέντες από τη θάλασσα σαν δώρο δροσιάς και ομορφιάς στην Όλυμπο και που σε όλη τη διάρκεια τής εκεί παραμονής μου στροβιλιζόταν μέρα-νύχτα σαν πέπλος γύρω από την κορυφή του προφήτη Ηλία. Ακόμα περισσότερο που, ανάμεσα σε αυτό το σύννεφο και στα σπίτια του χωριού, προβάλλουν παραταγμένοι και περίβλεπτοι πάνω στην κορυφογραμμή 8-10 παλαιοί ανεμόμυλοι, με τις αντένες τους γυμνές τώρα, αλλά που μπορεί να φανταστεί κανείς τα πανιά τους φουσκωμένα απ’ τους ανέμους να τις γυρίζουν, δίνοντας μια αίσθηση κίνησης και σε όλη τη «φευγάτη», ανεμόεσσα Όλυμπο.
 Τον κυβισμό του όγκου των επάλληλων σπιτιών με τις επίπεδες στέγες σπάζουν τα περίτεχνα, γύψινα στηθαία που, αντί για τα σιδερένια ή ξύλινα κάγκελα, περιβάλλουν προστατευτικά  τα μπαλκόνια, τις ταράτσες, τις κρεμαστές αυλές ή πλαισιώνουν τα απόκρημνα καλντερίμια. 


Όλυμπος Καρπάθου. Διάτρητα γύψινα στηθαία (25/8/2007)

 
 Όλυμπος Καρπάθου. Η θέα από την είσοδο το ναού της Παναγίας στο Πλατύ (25/8/2008)

Με διάτρητη, δαντελωτή τεχνική, οι ντόπιοι μαστόροι μεγαλουργούν, παρά το εύλογα μεγάλο σχετικά πάχος των τοιχίων: περίπλοκα φυτικά και γεωμετρικά σχέδια σε μεγάλη ποικιλία (δεσπόζουν τα σταυρόσχημα) ή σκηνές από αρχαίους ελληνικούς μύθους. Από ξεθωριασμένα ίχνη μπογιάς σε μερικά στηθαία και από τον επιχρωματισμό άλλων  σε κάποια συντηρημένα σπίτια, φαίνεται ότι αρχικά ήταν έγχρωμα,  πράγμα που σε συνδυασμό με άλλες χρωματιστές αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες στις προσόψεις των σπιτιών που ήταν ορατές, θα έδινε διαφορετική συνολική εικόνα από την τωρινή λευκόγκριζα που έχει ο παλαιωμένος, με κλειστά τα περισσότερα σπίτια του, οικισμός. 


Όλυμπος. Η εκκλησία της Παναγίας στο Πλατύ, αφιερωμένος στην Κοίμηση (Αύγ. 2007)


Όλυμπος. Η εκκλησία της Παναγίας στο Πλατύ, λεπτομέρεια του Καμπαναριού (Αύγ. 2007)


Πάνω απ’ όλα αυτά προβάλλει βεβαίως το περίτεχνο επίσης καμπαναριό του κεντρικού ναού της «κεκοιμημένης» Μητέρας,  της Παναγίας, αφιερωμένος στην Κοίμηση, στο «Πλατύ»,  ο οποίος έχει ενσωματωμένα στους τοίχους μερικά αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη. Στο ύψος περίπου της στέγης του ναού, στολίζει το καμπαναριό μια τεράστια εικόνα που έχει φιλοτεχνήσει ο ντόπιος καλλιτέχνης Βασίλειος Ν. Χατζηβασίλης με την ίδια γύψινη διάτρητη και επιχρωματισμένη τεχνική, όπως αυτή των στηθαίων. Πρόκειται για μια ιερή «τριάδα» (απεικονίζεται  σε μπούστο): ανάμεσα στους δύο «δίδυμους» αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ στέκει η Παναγία με ρούχο που παραπέμπει έντονα στο καβάι, την τοπική φορεσιά των Ελυμπιτισσών, και που ανοίγοντας τα χέρια της σε ευλογία, ταυτόχρονα είναι σαν να αγκαλιάζει ολόκληρο τον οικισμό. Η θέση, το μέγεθος και ο συμβολισμός της εικόνας αναδεικνύει την Μητέρα ως την «Κυρά» και προστάτιδα της Ελύμπου, σε μια κοινωνία που, όπως είναι γνωστό, δίνει έμφαση κοινωνικά, κληρονομικά και συμβολικά στη μητρογραμμή.




 Όλυμπος. Η εκκλησία της Παναγίας στο Πλατύ, εσωτερικό (Αύγ. 2007)


Όλυμπος. Η εκκλησία της Παναγίας στο Πλατύ. Προσκυνηματική εικόνα της Παναγίας με χρυσή "κολαϊνα"  στο στήθος και τάματα (Αύγ. 2007)

Όλυμπος, ναός Παναγίας. Η προσκυνηματική εικόνα της Κοίμησης, ντυμένη με λαμπρή "ποδιά" (Αύγ. 2007)


Όλυμπος. Αρχαία οικοδομικά μέλη έξω από το νότιο τοίχο του ναού της Παναγίας (Αύγ. 2007)

Η εθνογραφική δουλειά μού υπαγόρευε να μεταβώ χωρίς καθυστέρηση στο σπίτι της
υποψήφιας νύφης, γιατί θα άρχιζε το γαμήλιο ντύσιμό της και ήθελα να το παρακολουθήσω και να το φωτογραφίσω, ενώ οι υπόλοιποι της ερευνητικής παρέας θα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. Κατηφόριζα το κεντρικό καλντερίμι του οικισμού που τον διασχίζει από τον ναό της Κοίμησης ως τη Μακρυμύτα, αφού το σπίτι της πρωτοκόρης νύφης ήταν στην τοποθεσία «Πέρα Παναγιά», λίγο πριν την είσοδο του χωριού. Σε αυτό το καλντερίμι είναι παραταγμένα στη σειρά τα τουριστικά καταστήματα όπου βρίσκει κανείς ό,τι κατασκευάζεται και πωλείται κυρίως από τις ντόπιες γυναίκες ως αντιπροσωπευτικό του «παραδοσιακού» πολιτισμού  της Ολύμπου (αλλά και άλλων παραδόσεων, όπως της ινδικής, της κινέζικης κ.λπ., στο πλαίσιο μιας ευρύτερης «έθνικ» και «φολκλόρ» μόδας που αφορά όλα τα τουριστικά μέρη ό,που γης), ακόμα και κομμάτια από τοπικές φορεσιές, τις οποίες φορούν ακόμα οι ηλικιωμένες που  μένουν μόνιμα στο χωριό αλλά και όλες σχεδόν οι καταστηματάρχισσες την ώρα της δουλειάς, προκειμένου και να τραβήξουν πελατεία, όντας ανταγωνιστικές μεταξύ τους. 










Όλυμπος. Από πάνω προς τα κάτω: Μαγαζιά, σοκάκια, αυλές  και σπίτια αιωρούμενα  πάνω από τη θαλάσσια άβυσσο (Αύγ. 2007)

Όλυμπος. Διάτρητο γύψινο στηθαίο με επιγραφή για το εργαστήρι του υποδηματοποιού και ομοίωμα καρπαθίτικης μπότας (Αύγ. 2007)


Ο ήχος μιας τηλεόρασης με απέσπασε από τον πειρασμό να υποκύψω στα επίμονα καλέσματα από τα μαγαζιά και τράβηξε τα βήματά μου σε ένα εστιατόριο πάνω στη διαδρομή, απ’ όπου άκουγα ήδη τις ανατριχιαστικές περιγραφές για την οικολογική καταστροφή της Εύβοιας, της Μεσσηνίας, της Αρκαδίας, της Λακωνίας και κυρίως της Ηλείας και τις τραγικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Οι εικόνες που εναλλάσσονταν στην οθόνη είχαν καθηλώσει άναυδους εμπρός στην οθόνη τους ντόπιους αλλά και τους Έλληνες  και ξένους τουρίστες που φθάνουν καθημερινά με πλοίο στο επίνειο της Ελύμπου, το Διαφάνι, και από εκεί με πούλμαν στο χωριό, όπου τους καλωσορίζει καρπαθίτικος σκοπός από τσαμπούνα που παίζει  για λίγο, εκμαυλιστικά θα έλεγα, ένας γέροντας καταστηματάρχης στην είσοδο του κεντρικού καλντεριμιού. 

Ηλεία. Προσκύνημα στα καμένα, περίπου ένα χρόνο μετά τις πυρκαγιές. Οδική ταμπέλα  με μερικά από τα  χωριά που καταστράφηκαν από τη φωτιά και θρήνησαν ανθρώπινα θύματα (Απρίλης 2008)




 Αν είχαμε κάψει τα χέρια μας / πριν κάψουμε αυτά τα δέντρα
(Τάκης Σινόπουλος, «Επιζών», Συλλογή Ι)

(Ηλεία. τα "καμένα", Απρίλης 2008, σχεδόν ένα χρόνο μετά τις φωτιές, έχει αρχίσει η αναβλάστηση)

 Τρομακτικές και συνάμα μεγαλειώδεις οι εικόνες της κόκκινης φωτιάς που αναζωπυρούμενη και ωθούμενη από τον θυελλώδη άνεμο κατέκαιγε τα πάντα, χωρίς πολιτισμικά ή ηθικά κριτήρια στην ανεξέλεγκτη, ορμητική πορεία της, έκαιγαν και τα σωθικά μου, κάνοντας καυτά δάκρυα ν’ αναβλύζουν στα μάτια μου: δέντρα, δάση, καλλιέργειες, ελαιώνες, ζώα, πουλιά, σπίτια, ναοί, μνημεία, άνθρωποι, μηχανές, αδιάκριτα, ως συνδαυλιστική οργανική ύλη της φωτιάς και μόνο, υπέκυπταν, γίνονταν μαύρα κάρβουνα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Το προαιώνιο, επαναλαμβανόμενο  οικολογικό φαινόμενο των θερινών πυρκαγιών στην ξηρή Μεσόγειο, που είχε αποτεφρώσει πριν λίγα χρόνια και την ίδια την Κάρπαθο, όπως αναθυμόντουσαν οι ντόπιοι, δεν με παρηγορούσε: …Πώς ακατάσχετη φωτιά σαρώνει καίγοντας παρθένο δάσος / ψηλά στις κορυφογραμμές, και φαίνεται από μακριά η ανταύγεια της φλόγας… (μτφ. Δ. Μαρωνίτης) περιγράφει γλαφυρά ο Όμηρος στην Ιλιάδα. Όμως εκείνους τους μακρινούς καιρούς δεν είχαν τα τεχνικά μέσα πρόβλεψης, πρόληψης και καταστολής που καμαρώνουμε ότι μας έδωσε ο βιομηχανικός και ηλεκτρονικός πολιτισμός, με τόσο βαριά τιμήματα σε κάποια άλλα επίπεδα. 

Ηλεία. Ό,τι απέμεινε από τα  σπίτια που καταβρόχθισε η φωτιά (Απρίλης 2008)

Ηλεία. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα από την πλουσιοπάροχη  "βοήθεια" που έλαβαν οι ξεσπιτωμένες, χαροκαμένες αγρότισσες των καμένων χωριών από "φιλάνθρωπους" των πόλεων (Απρίλης 2008)

Βλέποντας τα σπαρακτικά τρομαγμένα, πανικόβλητα πρόσωπα των γερόντων στην πλειονότητά τους κατοίκων των παγιδευμένων στον πύρινο κλοιό χωριών, οργίστηκα με τον εαυτό μου που ήμουν τόσο μακριά, με τα αίτια της φωτιάς που δεν γνώριζα, αλλά κυρίως με όσους είναι θεσμικά και επαγγελματικά υπεύθυνοι για να προστατεύουν τους ανθρώπους και το περιβάλλον, να προλαμβάνουν και να αποτρέπουν τέτοιες καταστροφές. Και ενώ ακόμα και οι λαλίστατοι και ανταγωνιστικά υπερβολικοί στις περιγραφές παρουσιαστές των καναλιών για πρώτη ίσως φορά έδειχναν να είχαν στερέψει από λόγια που να μπορούν ν’ αποδώσουν την εφιαλτική πραγματικότητα, δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε τα μάτια μας από τις πύρινες εικόνες, αποσβολωμένοι. Πέρα από την εντοπιότητα που με συνδέει με την Ηλεία, σε πολλά από αυτά τα καιόμενα  χωριά των νομών της Πελοποννήσου είχα κάνει πρόσφατα ή παλιότερα μέσα στα τελευταία τριανταπέντε χρόνια εθνογραφική δουλειά πεδίου, γνώριζα κυρίως τους γέροντες, τα προβλήματα και τη ζωή τους, τις χαρές και τους πόνους τους, ήταν δικοί μου άνθρωποι. 



Ηλεία. Τα τραγικά, αποτρόπαια επακόλουθα της πυρκαγιάς με τα ανθρώπινα θύματα που αφέθηκαν αβοήθητα στο έλεός της (Απρίλης 2008)

Θυμήθηκα τα συβιλλικά λόγια ενός 85χρονου γέροντα στην ορεινή Μεσσηνία, στα σύνορα με την Ηλεία, δέκα χρόνια πριν, όταν μαίνονταν και πάλι οι φωτιές που τότε είχαν κοντέψει να κάψουν μαζί με τα άλλα (ευτυχώς τότε όχι και ανθρώπους) και το ναό του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες, όπως τώρα την Ολυμπία. «Είμαστε χωρικοί και γίναμε ξωμάχοι», έλεγε με πίκρα, αναφερόμενος στη δραματική μείωση του πληθυσμού του χωριού λόγω ξενιτεμού, αστυφιλίας και γήρανσης, στην απουσία πλέον σχολείου, δάσκαλου, παπά, πρόεδρου, ελλείψεις που σηματοδοτούσαν κατά την αντίληψή του τη διάλυση του κοινωνικού ιστού, ως θεσμοί που αντιπροσωπεύουν τον όρο «χωριό»-συλλογικό κοινωνικό κύτταρο, εν όψει τότε και της εφαρμογής της διοικητικής ανα-διάρθρωσης «Καποδίστριας».
Αναλογιζόμουν την εγκατάλειψη και τη φθορά αυτών των «χωριών» της ορεινής Πελοποννήσου, τις παρατημένες πρώην καλλιέργειες και τα ορατά σημάδια τους, τα αλώνια, τις σιταροπεζούλες, τα μονοπάτια, τους παλιούς δρόμους, τα γεφύρια, τους νερόμυλους, τις πέτρινες βρύσες, τα αρδευτικά αυλάκια, που συμπύκνωναν χειρωνακτικό μόχθο εκατονταετηρίδων και τον προ-βιομηχανικό πολιτισμό, που απαιτούσε από τους ανθρώπους να είναι πιο κοντά στη φύση, να αγωνίζονται και να επαγρυπνούν καθημερινά και επίπονα, συλλογικά και προσωπικά, για τις ευαίσθητες ισορροπίες ανάμεσα στο άγριο και το ήμερο, τον άνθρωπο και τις φυσικές δυνάμεις, τη ζωή και το θάνατο. Χρειάστηκαν μόλις λίγες δεκαετίες για να καλύψει τα χαλάσματά τους η άγρια βλάστηση, αυτή που συνδαύλιζε τώρα μπροστά στα μάτια μας τη φωτιά, η οποία φωτιά επεκτεινόταν όμως και κατέτρωγε ή απειλούσε και τα προνομιούχα σήμερα, εντατικά εκμεταλλευόμενα για γεωργικούς ή τουριστικούς σκοπούς πεδινά και παραλιακά μέρη του σύγχρονου πολιτισμού.
Τα κλάματά μου έκαναν την Μαρίνα, την όμορφη νεαρή πρωτοκόρη-καταστηματάρχισσα να με απομακρύνει από την οθόνη της τηλεόρασης και να μου δώσει λίγο νερό για να συνέλθω…



Όλυμπος Καρπάθου. Το πατρικό σπίτι της  νύφης, στολισμένο για το γάμο (Αύγ. 2007)

Στο σπίτι της νύφης η ντόπια ζωή συνεχιζόταν στην πιο λαμπρή μορφή της, τη γαμήλια τελετουργία, κάνοντας για μένα πιο έντονη την αίσθηση της καταστροφής στην Πελοπόννησο. Σε όλο το Αιγαίο δίνεται παραδοσιακά (λιγότερο ή περισσότερο, κατά τόπους) έμφαση στη μητρογραμμή (στην κοινωνική, κληρονομική και ονοματοθετική κατοχύρωση της γραμμής γιαγιάς-μάνας-κόρης) με συνέπεια η μεταγαμήλια εγκατάσταση κάθε νέου ζευγαριού να είναι γυναικοτοπική (στο σπίτι της οικογένειας της νύφης ή σε νέο, προίκα της). Τούτες οι κοινωνικές δομές είχαν μέχρι και πριν ελάχιστες δεκαετίες στην Όλυμπο την πιο συγκροτημένη μορφή, ενώ διατηρούνται εν μέρει και στις μέρες μας. Για λόγους που έχουν μελετηθεί,  στην κοινωνικά και έμφυλα διαστρωματωμένη ολυμπίτικη κοινότητα με ενδογαμία όχι μόνον τοπική αλλά και ταξική, οι πρωτότοκοι  (πρωτοκόρη/κανακαρά και πρωτογιός/κανακάρης) είχαν κληρονομικό προνόμιο στην κινητή και ακίνητη μητρική και πατρική περιουσία, αντίστοιχα, και κοινωνική και αξιακή προτεραιότητα στις γαμήλιες στρατηγικές. Οι πρωτοκόρες ιδιαίτερα, κληρονόμοι της κατά κανόνα μεγαλύτερης μητρικής περιουσίας (αφού περιελάμβανε και τη χρυσή κολαΐνα και το σπίτι), προορίζονταν για επιγαμία με ολυμπίτη πρωτογιό της ίδιας κοινωνικής τάξης, κυρίως των γεωκτημόνων, ο οποίος είχε αντίστοιχα αποκλειστικότητα ή προτεραιότητα στην πατρική κληρονομιά. Αυτή η έμφυλη αμφίπλευρη κληρονομική και γαμήλια πρακτική ευνοούσε σχεδόν αποκλειστικά τους πρωτότοκους, στερώντας από τα υστερότοκα παιδιά περιουσιακούς πόρους και επομένως  επί της ουσίας τα απέκλειε τοπικά από τη γαμήλια διαδικασία, ωθώντας τα για επιβίωση σε βοηθητικούς-υπηρετικούς ρόλους στους «οίκους» των πρωτότοκων αδελφών τους ή στους εποχιακούς ή μονιμότερους  −κατά την ιστορική συγκυρία− δρόμους της ξενιτιάς.
Το σπίτι της νύφης είναι κατόπιν αυτών το επίκεντρο της γαμήλιας τελετουργίας, που στην Όλυμπο είναι ιδιαίτερα λαμπρή, ανακρατώντας την παραδοσιακή δομή και τα παλαιά παραστατικά στοιχεία της αλλά και εμβολιαζόμενη από στοιχεία που φέρνουν τα μέλη της κοινότητας από την ξενιτιά (ιδίως από την Αμερική, ως προς τα ενδυματολογικά των γυναικών και τα εν γένει διακοσμητικά στοιχεία) και βεβαίως από το σύγχρονο τρόπο ζωής. Η ολυμπίτικη γαμήλια τελετουργία (όπως κάθε παραδοσιακή γαμήλια τελετουργία) συμπυκνώνει παραστατικά και αναδεικνύει συμβολικά την αναπαραγωγή της οικογένειας και της κοινότητας, την κοινωνική συνοχή, τις κοινωνικές δομές, πεποιθήσεις και αξίες, τον κοινωνικό και οικογενειακό πλούτο, μέσω και της τελετουργικής σπατάλης, σε όλα τα επίπεδα (ενδυματολογικά, γαστρονομικά, ανταλλακτικά κ.λπ.).



Όλυμπος. Γαμήλια πομπή στα σοκάκια του χωριού, με τα όργανα  (Αύγ. 2007)

Σήμερα βέβαια η Όλυμπος το χειμώνα έχει ελάχιστους ηλικιωμένους κατοίκους, καθώς οι περισσότεροι Ολυμπίτες ζουν έξω από αυτήν (Πηγάδια Καρπάθου, Ρόδο, Πειραιά, Η. Π. Α., Αυστραλία, Γερμανία κ. ά., για ν’ αναφερθούμε στις πιο μαζικές εγκαταστάσεις). Οι ξενιτεμένοι επανακάμπτουν και  η κοινότητα ανασυστήνεται τοπικά κάθε Πάσχα και κυρίως κάθε καλοκαίρι, για το Δεκαπενταύγουστο και το πανηγύρι του άη-Γιάννη στη Βρουκούντα. Στις ίδιες συγκυρίες κανονίζουν οι Ολυμπίτες να τελεσθούν στην Όλυμπο και αρκετοί γάμοι, ντόπιων ή των ξενιτεμένων. Ενδεικτικό των παραπάνω  είναι και το ότι  στον επικείμενο γάμο η μεν νύφη ζει μόνιμα στη Ρόδο, ενώ ο γαμπρός στο Σικάγο των Η.Π.Α., όπου και θα εγκατασταθούν αμφότεροι μετά το γάμο. Αν και με την εξέλιξη της ίδιας της Ολύμπου και της ολυμπίτικης κοινότητας της διασποράς, έχουν πλέον εν πολλοίς αλλάξει και οι  γαμήλιες στρατηγικές, ωστόσο οι Ολυμπίτες επιμένουν στην τέλεση των γάμων  με τον παραδοσιακό τρόπο.
Ο ήχος της λύρας με οδήγησε στο νεόδμητο σπίτι της νύφης, που έτσι κι αλλιώς ξεχώριζε, στολισμένο με ροζ τούλια και ψεύτικα λουλούδια εξωτερικά, με μια άλικη τριανταφυλλένια καρδιά να κρέμεται στην ορθάνοιχτη εξώθυρα. Μέσα-έξω ήταν γεμάτο κόσμο σε εορταστική κινητικότητα. Μέσα, γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι κατάφορτο με πιάτα με λογής-λογής μεζέδες −που ανανεώνονταν συνεχώς− και μπουκάλες με ουίσκι, καθόντουσαν οι «μερακλήδες» γλεντιστές, οι άνδρες, κυρίως οι μεγαλύτεροι, αλλά και νεότεροι, της οικογένειας και της κοινότητας που διεκπεραιώνουν το γαμήλιο γλέντι (και κάθε γλέντι), με ενόργανη μουσική (λύρα, λαούτο, τσαμπούνα) και τραγούδι (κυρίως αυτοσχέδιες, αντιφωνικές μαντινάδες) στην Όλυμπο. Το γλέντι είχε ήδη αρχίσει και τα  λόγια των μαντινάδων με την κοινωνική «κουβέντα», τις μνήμες, τις ευχές και τους επαίνους για τη νύφη και τα ζωντανά και εκλιπόντα μέλη της οικογένειάς της, προκαλούσαν συγκίνηση που ήταν ήδη διάχυτη στην ατμόσφαιρα. 



Όλυμπος. Οι άντρες μερακλήδες "γλεντιστές" και τα όργανα στο  αποχαιρετισήριο γεύμα  και το "γλέντι" στο πατρικό της νύφης πριν τη στέψη (Αύγ. 2007)

Από την άλλη, οι γυναίκες της οικογένειας και της ευρύτερης συγγενικής ομάδας ετοίμαζαν τα «μαντηλώματα» και τους μεζέδες, κερνούσαν τους γλεντιστές και τον κόσμο. Η ομορφιά που −όπως διαπίστωνα− χαρακτηρίζει τις Ολυμπίτισσες, γινόταν σχεδόν εξωπραγματική, καθώς ήταν οι περισσότερες −και πάντως οι νέες κοπέλες− ντυμένες με την τοπική παραδοσιακή φορεσιά, άλλες με το καβάι (το εσωτερικό πουκάμισο και το μαύρο πανωφόρι με τα τριαντάφυλλα κεντημένα ένα γύρω, την ποικιλμένη ζώνη, την ποδιά), άλλες με το σακοφούστανο (νεότερο είδος φορεσιάς, ραμμένο με αστραφτερά, βαρύτιμα υφάσματα σε διάφορα χρώματα), σύμφωνα με τα ιδιαίτερα, κατά ηλικία και κοινωνικό status χαρακτηριστικά. 



Όλυμπος. Φίλες και συγγένισσες της νύφης στο αποχαιρετιστήριο γλέντι (Αύγ. 2007)

Τα χρυσοπάρυφα, λουλουδισμένα μαντήλια του κεφαλόδεσμου που πλαισίωναν −συναγωνιζόμενα σε στολίδια και μεγαλοπρέπεια− τα όμορφα πρόσωπά τους με τα σκούρα, λαμπερά μάτια, οι πολύχρωμες, αστραφτερές ποδιές, τα περίτεχνα χρυσά κοσμήματα και οι βαρύτιμες, ολόχρυσες «κολαΐνες» (τα πολύτιμα περιδέραια από σειρές με χρυσά νομίσματα που μεταβιβάζονται κληρονομικά από μάνα σε πρωτοκόρη, εμπλουτιζόμενα από τον οικογενειακό μόχθο και από «κεράσματα» συγγενών σε κάθε γάμο) που ενίοτε κάλυπταν όλο το μπούστο τους φτάνοντας ως τον αφαλό, τις μεταμόρφωναν σε θεές και όλο το χώρο σε εξωτικό παράδεισο −σαν να βρισκόσουν στο θεϊκό βουνό  κι όχι στη γήινη Όλυμπο− που έδιωξε απ’ το νου μου τις πυρκαγιές. Όμως αυτές δεν σκόπευαν να με αφήσουν…

Όλυμπος. Η κοινωνική έμφαση στη μητρογραμμή και η πρωτοκαθεδρία της "κανακαράς"/πρωτοκόρης, εκδηλώνεται και στο  γαμήλιο ΄"στρώσιμο του κρεβατιού": αντί για αγόρια εδώ "ρίχνουν"  κορίτσια πάνω στο νυφικό κρεβάτι, για θηλυκή ευγονία (Αύγ. 2007)

Συστήθηκα και αφού κεράστηκα, παρακάλεσα να μου επιτραπεί να μπω στο δωμάτιο όπου στόλιζαν τη νύφη. Εκεί το κλίμα ήταν εντελώς διαφορετικό. Στο ήσυχο, μισοσκότεινο  δωμάτιο ήταν μόνον η όμορφη νύφη με λευκή ποδήρη ρόμπα καθισμένη ωσάν τα ειδώλια της Μεγάλης Μητέρας σε μια πολυθρόνα και μια νεαρή κοπέλα, η οποία δεν φορούσε ολυμπίτικα ρούχα, χτένιζε και στόλιζε με λουλούδια τα ξανθά μαλλιά της. Πάνω σε ένα διπλό κρεβάτι που γέμιζε σχεδόν το δωμάτιο,  ήταν απλωμένο το ολόλευκο, πλούσιο νυφικό. Πέρα από τη συνηθισμένη συγκίνηση που διακρίνει όλες τις νύφες σε τέτοιες στιγμές, διέκρινα εκ πείρας  κάποια περισσότερη στεναχώρια και στις δυο τους, καθώς και τα μάτια τους  ήταν κόκκινα απ’ τα κλάματα.  Μετά από λίγο, όταν συστηθήκαμε και δημιουργήθηκε οικεία ατμόσφαιρα, έμαθα (κατάπληκτη για το τι μπορεί να σκαρώσει η τύχη) ότι η μητέρα της νύφης −και η εξαδέλφη, η κοπέλα που τη χτένιζε− δεν ήταν Ολυμπίτισσα αλλά  από την κατακαιόμενη εκείνη την  ημέρα από την πυρκαγιά μαζί με τα άλλα χωριά, Σαλμώνη της Ηλείας! 



Όλυμπος. Ο σχηματισμός της γαμήλιας πομπής έξω από το πατρικό της νύφης, με τα όργανα
 (παίζει  λύρα ο γνωστός Ολυμπίτης λυράρης Μιχάλης Ζωγραφίδης, με τα διακριτικά σύμβολα του γάμου (μαντηλώματα) και τα χρήματα καρφιτσωμένα στο πουκάμισο (Αύγ. 2007)


 Το κινητό τηλέφωνο που χτυπούσε κάθε λίγο, πληροφορούσε για τις καταστροφές που υφίστατο η περιουσία της μητρικής οικογένειας: πάει το αμπέλι του παππού, πάνε οι ελιές του αδελφού, κινδυνεύει και το σπίτι!! Εκτός από την εξαδέλφη,  και οι άλλοι συγγενείς που είχαν φθάσει για το γάμο από τη μακρινή Σαλμώνη της ηλειακής Ολυμπίας στην Όλυμπο της Καρπάθου, πληροφορούμενοι από αυτούς που είχαν μείνει πίσω τις καταστροφές, μπαινόβγαιναν απελπισμένοι στο δωμάτιο, ανήμποροι να κάνουν κάτι. Η προσπάθεια που κατέβαλλε η νύφη για να ανταποκριθεί στο ρόλο της αλλά και αυτή που κατέβαλλαν όλοι ώστε να μην αντιληφθούν οι άλλοι τη σκληρή  πραγματικότητα, και κυρίως η μητέρα της, προκειμένου να μπορέσει ν’ ανταπεξέλθει στις τελετουργικές υποχρεώσεις του γάμου που είχε ήδη «ξεκινήσει», έκαναν  πιο τραγικές τις στιγμές.
Η απρόσμενη, αν και  τραγική, αυτή συγκυρία είχε για μένα κατά κάποιο τρόπο και ευεργετικές συνέπειες. Ως προς την έρευνα, με κατέστησε «οικεία» με την οικογένεια της μητέρας της νύφης, ως συμπατριώτισσα σ’ έναν ξένο τόπο, ενώ ταυτόχρονα  μου παρείχε μεγαλύτερη άνεση αλλά και ανοχή −από την ντόπια οικογένεια της νύφης όσο μετά και του γαμπρού και όλης της κοινότητας− στο να καταγράφω (μαζί με άλλους συναδέλφους) λεπτομερώς τα διαδραματιζόμενα. Και σε προσωπικό επίπεδο όμως, αφενός είχα συμπατριώτες για να θρηνούμε μαζί, ενώ από την  άλλη με  βοήθησε να μειωθούν κάπως οι  ενοχές για την απουσία μου από τον τόπο της καταστροφής, αφού παρηγορούσα κατά κάποιο τρόπο εδώ συμπατριώτες που η περιουσία τους ήταν στο μάτι της πυρκαγιάς.
Η πολυήμερη, επίπονη όσο και λαμπρή γαμήλια τελετουργία συνεχίστηκε απρόσκοπτα, πλαισιωμένη ακατάπαυστα από μουσική και μαντινάδες. Ο γάμος στη συνέχεια μάς κράτησε ξάγρυπνους και μας απορρόφησε όλους κατά ένα τρόπο λυτρωτικό (με αποσπασματική, αγωνιώδη ενημέρωση για τις φωτιές από  την τηλεόραση και τα κινητά), αν και σε ένα πλαίσιο χαρμολύπης ακόμα πιο τραγικής από αυτή που χαρακτηρίζει συνήθως τον παραδοσιακό γάμο…






Όλυμπος. Από πάνω προς τα κάτω: Το "μέγαρο", το οίκημα όπου επιτελούνται οι δημόσιες εκδηλώσεις στο χωριό, στολισμένο εσωτερικά και εξωτερικά για το γαμήλιο γεύμα και το "γλέντι". Οι τοίχοι διακοσμημένοι με τα εργόχειρα της "προίκας" του γαμπρού, φιλοτεχνημένα από την μάνα του, κάνουν το μέγαρο να θυμίζει τα πολύχρωμα "ανάκτορα του Νέστορα", στη Χώρα της Μεσσηνίας (Αύγ. 2007)


Ενδεικτική βιβλιογραφία για την Όλυμπο:

ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ-ΣΑΚΑΡΕΛΛΟΥ  Μαρία, 2000, «Να πούμε για την Παναγιά…: Δεκαπενταύγουστος στην Όλυμπο Καρπάθου», εφημ. Τύπος της Κυριακής, 13/8/00, σ. 12-15.

ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ Μαρία, 2007, «Οι σκοποί πατινάδας στην Όλυμπο Καρπάθου. Συμβολικές μορφές μουσικής έκφρασης και επικοινωνίας», στο Μανώλης Γ. Βαρβούνης − Μανώλης Γ. Σέργης (επιμ.), Δρυς υψικάρηνος. Τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Δημήτριο Β. Οικονομίδη, σ. 55-68.

ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ Μαρία, (υπό έκδοση), «Μνήμη νεκρών. Συμβολή στη μελέτη των γλεντικών αναπαραστάσεων του θανάτου στην Όλυμπο Καρπάθου», Εθνογραφικά 13.

ΣΚΙΑΔΑ Βιργινία, 1993, «Πολιτισμική αλλαγή και λαϊκός πολιτισμός.  Η κοινωνική ιστορία της “κολαΐνας”  στην Όλυμπο Καρπάθου», Εθνολογία 1 (1992), σ. 85-115.

ΚΑΒΟΥΡΑΣ Παύλος, 1993, «Αυτοσχέδιο διαλογικό τραγούδι και γλεντικός συμβολισμός στην Όλυμπο Καρπάθου», Εθνολογία 2, σ. 155-200.

−1996, «Το καρπαθικό γλέντι ως τελετουργία και παράσταση: μια κριτική ανθρωπολογική προσέγγιση του συμβολισμού των παραδοσιακών τεχνών», στο Λαϊκά Δρώμενα. Παλιές μορφές και σύγχρονες εκφράσεις (Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Λαϊκών Δρωμένων, Κομοτηνή 25-27 Νοεμβρίου 1994), έκδ. Υπουργείο Πολιτισμού − Διεύθυνση Λαϊκού Πολιτισμού, Αθήνα, σ. 65-81.

VERNIER Bernard, 2001, Η κοινωνική γένεση των αισθημάτων. Πρωτότοκοι και υστερότοκοι στην Κάρπαθο, μτφ. Ευγενία Τσελέντη, εισαγ. Εύα Καλπουρτζή, επιστ. θεώρηση Ευθύμιος Παπαταξιάρχης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα.