25 Μαΐ 2012

Σιδηρουργείο αδελφών Σταύρου και Σωτήρη Παπούλια στα Λεχαινά Ηλείας





Συνέντευξη σιδηρουργού Σταύρου Παπούλια 

(στην Ελένη Ψυχογιού, μέσα στο σιδηρουργείο, στις 28/7/1988)


«Η τέχνη αυτή υπήρχε από παλαιά. Ο αδερφός μου την έμαθε στην Αμαλιάδα. Εκεί υπήρχανε δύο σιδηρουργεία. Ένας Καρβελάς και ένας Ζωνόρος Παλιοχωρίτης.
Ο αδερφός μου είχε μάθει το ’30.  Στην αρχή δουλεύανε τζάμπα 2-3 χρόνια, μέχρι να μάθουνε την τέχνη. Δεν πληρώνανε, τσου δίνανε μοναχά λίγο φαΐ και κάνανε ούλες τσι δουλειές. Και άμα μαθαίνανε, δε ντζου λέγανε «εντάξει, μάθατε» για να ντζό’χουνε ‘κεί να δουλεύουνε.

Τα φυσερά  τα φέρνανε απ’ τη Γαλλία, έτοιμα. Έχει ένα σύστημα που όταν ρουφήξει τον αέρα, πέφτει μια τάπα και κλείνει και μετά βγαίνει  ο αέρας λίγο-λίγο και ανάβει το κάρβουνο. Τώρα δεν έχουνε φυσερά, έχουνε μοτεράκια με ηλεκτρικό. Το μπροστινό μέρος του φισουνιού που δίνει  τον αέρα στη φωτιά το λένε  προφύσι.
Βαρέλι με νερό. Αυτό είναι τσιμεντένιο, παλιά φτιάνανε ξύλινα βαρέλια. Είναι για να σβήνει τι σίδερο το καμένο.


Ο σιδηρουργός Μίχος Γύφτος στο χωριό Άγναντα Άρτας, στα Τζουμέρκα (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, Αύγουστος 1979)

Καμίνι
Τώρα [στο καμίνι] βάνουμε κάρβουνο ορυχείου από Αγγλία, Γερμανία, Βέλγιο. Παλιά εφέρνανε κάρβουνο από ‘δώ κοντά, από του Ζόγκα [Μέλισσα], από ρείκι. Ήσαντε καρβουνιαρέοι που καίγανε ρίζες από ρείκια και φκιάνανε κάρβουνο. Και στο Κάστρο το κάνανε αυτό. Όπου ήτανε ψηλώματα που είχε ρείκια. Δεν επαίρνανε λεφτά, πληρωνόσαντε σε είδος. Τσου δίναμε αλέτρια, αξίνες, τέτοια.


Ο σιδηρουργός  Μίχος Γύφτος στο χωριό Άγναντα Άρτας, στα Τζουμέρκα (φωτ. Ελένη Ψυχογιού, Αύγουστος 1979)

Παλιά ηλεκτροκόλληση, οξυγονοκόλληση δεν υπήρχε. Τα σίδερα τα κολλάγαμε στο καμίνι, με μια τέχνη που τη λέγανε βράση, γι’ αυτό λένε «στη βράση κολλάει το σίδερο». Αυτή ήτανε η πιο δύσκολη δουλειά του σιδηρουργού, του μάστορα, έπρεπε να βάλει όλη του την τέχνη. Έκαιγε τα σίδερα που ήθελε να κολλήσει στο καμίνι και μετά τα χτύπαγε με ένα φάρμακο που πουλάγανε στα φαρμακεία, το βόρακα (ή μπουράζο)  στο αμόνι μέχρι να κολλήσουνε τέλεια.
Πρώτη ύλη (σίδερο) φέρνανε από Πάτρα, Πειραιά. Το ατσάλι το φέρνανε σε βέργες αλλά και χρησιμοποιημένο, από άλλη χρήση και το φκιάνανε ό, τι θέλανε. Παλαιά δουλεύανε πιο πολύ το ατσάλι.
Δε μπόρηγε να σταθεί αγροτικό σπίτι αν δεν πέρναγε από τέτοιο μαγαζί, σιδεράδικο.  Όλες οι αγροτικές δουλειές είχανε σχέση με τα σιδεράδικα. Απ΄ τη μ πυροστιά που μαγερεύανε μέχρι το αλέτρι που οργώνανε, τα φκιάναμε ’μείς όλα.
Τώρα με τα τραχτέρ, τα αλυσοπρίονα, τα γεωργικά φάρμακα, πάει, έσβησε αυτή η δουλειά. Υποαπασχόληση γίνεται. Καμίνι σπάνια να μεταχειριστούμε. Βάνουμε τώρα τα μηχανήματα και το κόβουμε [το μέταλλο].
Τροχός. Τροχίζει διάφορα. Παλιά ήτανε ποδοκίνητος. Πολύ κουραστική δουλειά. Αφού παραμορφωνόσαντε τα πόδια των μαστόρων και περπατάγανε με μισάνοιχτα πόδια.
Φκιάναμε γεωργικά εργαλεία και μας πληρώνανε σε χρήμα και διορθώναμε όσα χαλάγανε. Τα ατσαλώναμε. Βάναμε δηλαδή ατσάλι που είναι σκληρό μέταλλο  στο σίδερο για αντοχή. Αυτό το κάναμε στη φωτιά με το κάρβουνο και το αμόνι.
Τρυπάνι χειροκίνητο.
Τα αμόνια τα φέρνανε απ’ το  εξωτερικό. Υπάρχουνε διάφορα μεγέθη και τύποι, ανάλογα με τι δουλειά θα γινότανε.
Στον Πύργο ύπαρχε συνοικία ολόκληρη Χαλικιάτικα, γιατί τους μαστόρους τους λέμε χαλικιάδες [χαλκιάδες]. Εκεί φκιάνανε και αξίνες και ό, τι θες. Τώρα τα φκιάνουνε εργοστάσια.

Εργαλεία:
Ψαλίδισκουριολόγος, σφυρί, τσιμπίδα,  όλα σιδερένια, διάφορα μεγέθη

Σιδεράδες στα Λεχαινά:
Λεολέης είναι τέσσερες γενιές, από προσπάππου
Σταύρος και Σωτήρης Παπούλιας
Καντούρας (Κουρής)
Πετράτος (προπολεμικά)
Τατούλης……….»

Σημείωση: Το σιδηρουργείο έκλεισε στο τέλος της δεκαετίας του 1980, δεν υπάρχει πλέον ούτε το κτίριο.