12 Σεπ 2012

Στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης: ο Ανήλιαστος, η Ανήλιαστη, η αρχαία Ήλιδα, η Ωλενία Πέτρα, η Παναγία Βλαχέραινα και οι Μύθοι για την Μητέρα-γη στη ΒΔ Ηλεία





Χάρτης της ΒΔ Πελοποννήσου, όπου σε τετράγωνα σημειώνονται οι τόποι των παραδόσεων
 (απόσπασμα χάρτη από εφημ. "Η Καθημερινή", Πολυοδηγός, Η Πελοπόννησος, κλίμακα 1: 370.000)

[Πρώτη δημοσίευση, απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου: Ελένη Ψυχογιού,  Ελένη, η «λησμονημένη» θεά: ανιχνεύοντας το μύθο, τους  τόπους και τους  τρόπους  λατρείας της ως Μητέρας-Γης στη σύγχρονη Ελλάδα (υπό αναζήτηση κατάλληλου εκδοτικού φορέα ή οίκου!). Το δημοσιεύω εδώ με την ευκαιρία του πανηγυριού στη μονή της Βλαχέραινας, στην Κυλλήνη,  , στις 8/9].
Οι φωτογραφίες τραβηγμένες από την γράφουσα, εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.



Για την καλύτερη κατανόηση της παρακάτω αποσπασματικής πραγμάτευσης, σημειώνω ότι το κείμενο αυτό  αποτελεί μέρος ενός  Κεφάλαιου του  υπό έκδοση βιβλίου το οποίο έχει ως αφορμή και αφηγηματικό πλαίσιο το περιεχόμενο 4 επιστολών του Σχολάρχη Λεχαινών Χαράλαμπου Παπαδημητρακόπουλου προς τον ιδρυτή της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη, στο πλαίσιο της εντεταλμένης συλλογής λαογραφικού υλικού από τον ίδιο, μέσω των εκπαιδευτικών. Διαθέτουμε μόνο τις επιστολές του Σχολάρχη και όχι τις απαντητικές του Ν.Γ. Πολίτη προς αυτόν. Στάλθηκαν από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 1888 και, μεταξύ άλλων  "μνημείων του λόγου",  περιέχουν τοπικές παραδόσεις όσο και τα τραγούδια που έψαλλε ομάδα γερόντων κατά την Πρωτομαγιά περιηγούμενοι στα Λεχαινά και στα γύρω χωριά, επιτελώντας έναν θρησκευτικό "αγερμό" που τον ονόμαζαν "Μάη". Τον ίδιο αγερμό της Πρωτομαγιάς και στα ίδια περίπου χρόνια με τον Σχολάρχη έχει καταγράψει (και δημοσιεύεται στον 4ο τόμο των  "Απάντων" του) και ο Λεχαινίτης λογοτέχνης Ανδρέας Καρκαβίτσας. (βλ. την ανάρτηση "Η συλλογή του λαογραφικού  υλικού. Παράλληλα κείμενα από την Ηλεία", στον ιστότοπο  fiestaperpetua.blogspot.com  και στο academia.edu. Βλ. επίσης και  τις αναρτήσεις μου περί της Ελένης/Αγιαλένης στους δύο ιστότοπους: fiestaperpetua.blogspot.com και psychogiou.blogspot.com.). Αυτά τα τραγούδια έχουν ήδη μελετηθεί από συμβολική/θρησκευτική οπτική στις προηγούμενες σελίδες του εν λόγω, υπό έκδοση  βιβλίου, στο πλαίσιο της έρευνητικής μου υπόθεσης για την Ελένη. Σε αυτό τον αγερμό γίνονται  οι αναφορές σε "τραγούδι/α του Μάη" ή "Μάης" , "Αλεξάνδρα/Αλεξανδριανή Ελένη", στο παρακάτω κείμενο. 
Σημειώνω ότι οι παραπομπές σε αριθμούς υποσημειώσεων, επίμετρο, μαρτυρίες  κ. ά. που δεν υπάρχουν στο παρόν κείμενο, αναφέρονται στις αντίστοιχες υποσημειώσεις του ίδιου βιβλίου. Το ίδιο συμβαίνει και για τις μη πλήρεις βιβλιογραφικές αναφορές. Σημειώνω επίσης ότι η επανάληψη της αρίθμησης υποσημειώσεων με αρ. 1-10 που παρεμβάλλεται στο παρόν κείμενο μέσα  στη ροή των  υπόλοιπων, παραπέμπονται στο τέλος των υποσημειώσεων, μετά τον αρ. 51 της κανονικής αρίθμησης. 
Οι υποσημειώσεις του κεφάλαιου "Παναγία η Λεχαινίτισσα" και εξής, με νέα αρίθμηση από τον αρ. 1, βρίσκονται μετά τον αρ.  30, του τέλους  των υποσημειώσεων του πρώτου μέρους).

 






Η πρώτη από τις επιστολές του σχολάρχη Λεχαινών Χ. Παπαδημητρσκόπουλου 
προς τον Νικόλαο Γ.  Πολίτη

Ο Ανήλιαστος, η Ανήλιαστη , η Ήλιδα, το Χλεμούτσι

Το «τραγούδι του Μάη»,  που κατέγραψε ο Σχολάρχης Χ. Παπαδημητρακόπουλος, το τοπικό λαογραφικό υλικό που έχει συλλέξει και δημοσιεύσει άμεσα ή έμμεσα ο Α. Καρκαβίτσας και ο Ντίνος Ψυχογιός,  όσο και η δουλειά άλλων Ηλείων  ερευνητών και λαογράφων, αλλά και η δική μου εθνογραφική έρευνα, συν-αποτελούν πεδίο μελέτης όπου θα μπορούσαμε να ερευνήσουμε  αν τα μυθικά και λατρευτικά ευρήματα που εντοπίστηκαν με βάση το «τραγούδι του Μάη» στον πρωτομαγιάτικο αγερμό των γερόντων στα Λεχαινά, ανιχνεύονται όχι μόνο στη συγχρονία της καταγραφής από τον Σχολάρχη αλλά και σε άλλα πολιτισμικά και αφηγηματικά τοπικά ευρήματα, τότε και μετέπειτα. Διαφορετικά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν «τυχαίο», μεμονωμένο δείγμα, προσαρμοσμένο στην ερευνητική μου υπόθεση, και όχι αφηγηματική, μυθική και λατρευτική δομή   και δη στη διαχρονία, όπως υποστηρίζω[1].
Καταρχήν θα σταθώ  και σε ένα άλλο, πολύ ενδιαφέρον από πολλές απόψεις, κείμενο που συμπεριλαμβάνει ο Σχολάρχης Λεχαινών Χ.  Παπαδημητρακόπουλος στο λαογραφικό υλικό της 3ης Επιστολής του προς τον Ν. Γ. Πολίτη (πιστή αντιγραφή από το πρωτότυπο): 


"... Γ) Μύθόν τινα περί τινος βασιλόπαιδος κατά την Πίσαν , νυν δε Παλιόπολιν.
Τρεις ώρας μακράν εντεύθεν [με τα πόδια ή άλογο, από τα  Λεχαινά]  απέχει η ρηθείσα Παλιόπολις, ήτις ως μοι είπον γέροντές τινες 80-90 ετών, είναι εγγύς της αρχαίας Πίσσης, πόλεως της Ήλιδος. Εκεί πέριξ υπάρχουσι υπό την γην  τεθαμμένα αρχαία λείψανα, τα οποία εκάστοτε ανευρίσκουσιν οι χωρικοί την γην ανορύττοντες· και άλλα μεν δε αυτοί κατέχουσιν, οίον ανάγλυφα, δακρύρροα αγγεία, πλάκας μέτ’ επιγραφών και άλλα, ως λ.χ. χρυσά ή αργυρά νομίσματα, εξ ών τινα εγώ αυτός είδον και εν τούτων κέκτημαι (Ήρας, ως φαίνεται, κρατούσης ταών) και έν είδον Αντιόχου βασιλέως. Και απορεί τις τη αληθεία πώς και εκεί δεν διετάχθησαν ανασκαφαί. Εις το μέρος λοιπόν αυτό ανά τα στόματα των ανθρώπων φέρεται ότι υπήρχε και υπάρχει υπόνομος οχετός διήκων μέχρι του φρουρίου της Ήλιδος, του κατά την Δ. άκραν της Πελοποννήσου κειμένου, κατά την Κυλλήνην, και  ονομαζομένου «Χλουμουτσίου», ένθα ο οπλαρχηγός Μιχαήλ Σισίνης υπερίσπηζε την Ήλιδα εναντίον των επιδρομών του Κιουταχή κατά το 1827 μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου και Ακροπόλεως Αθηνών. Ότι ακόμη υπήρχεν εκεί ποτε βασιλόπαις και ού το όνομα Ανήλιαστος, όστις διά του οχετού εκείνου του υπονόμου επορεύετο νύκτωρ και μεθ’ ημέραν προς συνέντευξιν ερωτικήν βασιλοπούλας τινός κατοικούσης κατά το φρούριον το ρηθέν Χλουμούτσιον, και ότι ποτέ θέλων να πορευθεί προς την συνήθη συνέντευξίν του και αργοπορήσας κατελήφθη υπό του φωτός της ημέρας εκτός του υπονόμου, καθ’ ήν ώραν ο αλέκτωρ εφώνει· και ότι αυτός απελιθώθη τότε και ευρίσκεταί που εκεί εντός του υπονόμου. Ωνομάζετο «Ανήλιαστος» διότι ποτέ δεν έβλεπεν αυτόν ο ήλιος και το φως της ημέρας καθώς και η βασιλοπούλα ονομάζετο και αυτή «Ανήλιαστη». Πολλοί επειράθησαν να βαδίσωσι μέχρι του Χλουμουτσίου διά του υπονόμου από της Παλιοπόλεως, ων και εις ιερεύς, αλλά δεν ηδηνύθησαν, ως άδεται,  είτε εκ του φόβου, είτε εκ του μεγάλου σκότους, είτε εξ άλλου τινός. Ισχυρίζονται και γέροντες και γραίαι ότι το απολελιθωμένον βασιλόπουλο ο «Ανήλιαστος» ευρίσκεται εντός που του υπονόμου και ότι αν γίνωσι ανασκαφαί θέλει ευρεθεί σώον! 
Ταύτα επί του παρόντος. Ο Αδριανός μας μας ελησμόνησε !!!
 Όλως πρόθυμος
Ο Σχολάρχης Λεχαινών
Χαράλαμπος Π. Παπαδημητρακόπουλος...".


Ο χώρος όπου απλωνόταν η μεγαλούπολη της αρχαίας πόλης Ήλιδας, στην κοιλάδα του Πηνειού ποταμού, στην "Κοίλη  Ήλιδα", τραβηγμένoς πάνω από το λόφο της αρχαίας ακρόπολης (1η Αύγ. 2007).  Στο βάθος δεξιά, διακρίνεται το λευκό κτίριο που στέγασε την πρώτη αρχαιολογική συλλογή και τώρα στεγάζει το μουσείο των ανασκαφών και τα εργαστήρια


Αρχαία Ήλις, κεντρικός δρόμος. Στο βάθος ο λόφος της αρχαίας ακρόπολης με το χριστιανικό ξωκλήσι του άη-Γιάννη στην κορυφή (7/4/2004)

Αρχαία Ήλις, η οργανώτρια πόλη των Ολυμπιακών Αγώνων: κεντρικός δρόμος της πόλης  που οδηγεί στην αγορά  και στο βάθος η aνασκαφή  (7/4/2004). Η γράφουσα μαζί με την αδελφή μου Ιωάννα Ανδρέου (δεξιά), ανασκαφέα εκείνη την περίοδο του αρχαιολογικού χώρου,  μαζί με το σύζυγό της, Ηλία  (φωτ. Η. Α.)


Παλιόπολη (αρχαία Ήλιδα): ο λόφος της αρχαίας ακρόπολης με το εκκλησάκι του άη-Γιάννη (1/8/2007)



Ξωκλσι του Άη-Γιάννη πάνω στο λόφο της ακρόπολης της αρχαίας Ήλιδος. Εσωτερικό (Αύγ. 2007)



Ενεπίγραφος λίθος με την ημερομηνία θεμελίωσης του ξωκλησιού του άη-Γιάνηη (Αύγ. 2007)



Πάνω  ταi κάτω: Σπίτια στο σημερινό Αυγείο (πρώην Μπουχιώτι), χωριό χτισμένο μέσα στον  ευρύτερο χώρο της αρχαίας  πόλης Ήλιδος, με αρχαία οικοδομικά μέλη ενσωματωμένα στην τοιχοδομή σπιτιού (Αύγουστος 2007) 

Η πολύτιμη, στο πλαίσιό της,  αυτή καταγραφή του Σχολάρχη Λεχαινών (όπως και όλες οι επιστολές του προς τον Ν. Γ. Πολίτη) έχει πολλάπλά επίπεδα ανάγνωσης, βεβαίως. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα σχόλια που παραθέτει ο ίδιος, που αναδεικνύουν και την ποιότητα των  εκπαιδευτικών του 19ου αιώνα σε μια μικρή πόλη της περιφέρειας, όπως τα Λεχαινά. Τα όσα σημειώνει για την Αρχαία «Πίσα» αποδεικνύονται τώρα αν όχι ακριβή, όμως κατά ένα τρόπο προφητικά, καθώς  είκοσι χρόνια μετά την απορία  του Σχολάρχη για το ότι δεν γίνονταν ανασκαφές στον καιρό του, άρχισαν να πραγματοποιούνται ανασκαφές στο συγκεκριμένο χώρο (από την Αυστριακή Αρχαιολογική Σχολή, το 1910). Τότε  αποκαλύφθηκε όντως όχι βέβαια η Πίσα, αλλά η πόλη της Αρχαίας  Ήλιδας. Στην  πρόσφατη ‘Εκθεση (με την ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της  Αθήνας, το 2004) της Ιστορίας των Ανασκαφών της Αρχαίας ‘Ηλιδας, περιλαμβάνεται και αντίγραφο αυτού του αποσπάσματος της  Επιστολής του Σχολάρχη, που τοποθετήθηκε  από τους υπεύθυνους της σχετικής ανασκαφής αρχαιολόγους Γιάννα και Ηλία Ανδρέου, τους οποίους ενημέρωσα για τα γραφόμενα του Σχολάρχη και τους παρέδωσα ένα αντίγραφό τους. Αναφέρω το γεγονός κυρίως ως διαχρονική επίπτωση και λειτουργία της Εγκυκλίου του Ν. Γ. Πολίτη για συλλογή λαογραφικού υλικού αλλά και της δουλειάς του Σχολάρχη, πέρα από την συνέχιση της ιστορίας της λαογραφίας στα Λεχαινά, και  στην ανασκαφική ιστορία της αρχαίας Ήλιδας.
Φαίνεται ότι η παραπάνω παράδοση για τον "Ανήλιαστο" προσείλκυσε ιδιαίτερα την προσοχή και του Ν. Γ. Πολίτη. Περίπου τον συντάραξε, αν κρίνουμε από τα διαμειβόμενα −όπως διαφαίνονται έμμεσα στις απαντητικές επιστολές του Σχολάρχη− σχετικά με αυτό το μύθο αλλά και την ερευνητική ανυπομονησία του  Ν. Γ. Πολίτη (που έχει κατηγορηθεί  ως "armchair" λαογράφος, δηλαδή ότι δεν πραγματοποίησε επτόπια έρευνα) να λάβει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες σχετικά, ακόμα και να μεταβεί επιτόπου για σχετική «εθνογραφική» αυτοψία[3]


Το φράγκικο κάστρο Χλεμούτσι (άποψη από ΒΔ, 16/9/2012)

 

Το φράγκικο Κάστρο Χλεμούτσι (Αύγ. 2008, άποψη από ΒΑ)


Κάστρο Χλεμούτσι, η είσοδος (Αύγ. 2008)


Κάστρο Χλεμούτσι, εσωτερική αυλή, όπου τα ενδιαιτήματα των Φράγκων ηγεμόνων 
αλλά και της "ανήλιαγης" βασιλοπούλας του μύθου (Ιούν. 2010)


 Κάστρο Χλεμούτσι, εξωτερικός περίβολος και η θέα προς το Ιόνιο πέλαγος (Ιούν. 2010)


Από τις εργασίες συντήρησης και αναστήλωσης του κάστρου Χλεμούτσι. Στο βάθος, μέσα από την πύλη φαίνεται το Ιόνιο Πέλαγος και η νησίδα Καυκαλίδα με το φάρο (Αύγ. 2008)


Διαχρονικά οικοδομικά υλικά, ενεπίγραφοι λίθοι και αντικείμενα καθημερινής χρήσης από τις εργασίες συντήρησης στο κάστρο Χλεμούτσι (Αύγ. 2008)


Χλεμούτσι. Η "αίθουσα του θρόνου" μετά τη συντήρηση και  την  αποκατάσταση της γκρεμισμένης οροφής (30/8/2015)


Κάστρο Χλεμούτσι. Το παρεκκλήσι της αγίας Σοφίας (30/8/2015)

Θ’ αποπειραθώ στη συνέχεια μια συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στα μοτίβα που δομούν συμβολικά τη συγκεκριμένη τοπική παράδοση του «Ανήλιαστου» και της «Ανήλιαστης» και σε αυτά που δομούν αφηγηματικά και τελετουργικά το τραγούδι του πρωτομαγιάτικου αγερμού των Λεχαινών. Πιστεύω ότι θα μας αποκαλύψει πώς εντάσσονται στην ίδια μυθική (άρα και τελετουργική) αφήγηση, ως διαφορετικές εκδοχές και λατρευτικές εφαρμογές του ίδιου μύθου, του «ιερού γάμου» της Γης. Ίσως ακόμα να μας αποκαλύψει και το πώς τα θρησκευτικά φαινόμενα δεν προκύπτουν μεμονωμένα στη συγχρονία αλλά σχετίζονται συνδιαλεγόμενα άμεσα ή έμμεσα με το όλο τοπικό, ιστορικό, κοινωνικό, οικονομικό πλαίσιο:
Α) Τα ονόματα (Ανήλιαστος/Ανήλιαστη) δεν είναι κύρια αλλά συμβολικές μεταφορές. Συνδέουν αρνητικά και μάλιστα απαγορευτικά τα πρόσωπα που αφορούν με τον ήλιο και τον αλέκτορα, σύμβολα ταυτόσημα, που σηματοδοτούν το φως και την ημέρα, ήτοι τον «απάνω κόσμο»[4]. Οι φερώνυμοι σε αρνητική με αυτά τα σύμβολα σχέση ήρωες προσλαμβάνουν μέσω αυτών των ονομάτων τους υποχθόνια σημασιοδότηση.
Β) Οι ρόλοι. Πρόκειται για εραστές. Η βασιλική θεσμικότητα των ρόλων (βασιλόπουλο, βασιλοπούλα) παραπέμπει σε πρόσωπα εξαιρετικά, εν τέλει θεϊκά, καθώς είναι συμβολικά και χθόνια. Ο ρόλος της βασιλοπούλας ερωτικός, πλην αναδεικνύεται δυναμικά παθητικός, στατικός. Ο ρόλος του βασιλόπουλου ερωτικός επίσης, είναι πρωταγωνιστικός, δραστικός, ενώ είναι και περιοδικά διαβατήριος, αφού αυτός ταξιδεύει τακτικά από και προς τη σταθερή βασιλοπούλα. Το τελικό «μαρμάρωμα» τού προσδίδει αναπαραστατικά και τα στατικά χαρακτηριστικά ενός ειδώλιου/αγάλματος.
Γ) Η δράση. Είναι κινητική, ερωτική-γονιμική, χθόνια και νυχτερινή, «πάρωρη», άρα μιαρή, σημασίες που διαλεκτικά συσχετιζόμενες παραπέμπουν και πάλι στο μεταφυσικό. Ταυτόχρονα η δράση έχει τα στοιχεία ενός διαβατήριου και μυητικού «ταξιδιού», που διακόπτεται δικαιακά από το «μαρμάρωμα», ως ποινή για διαπραχθείσα ύβρι. Αυτό το «μαρμάρωμα» παραπέμπει μεν σε θάνατο αλλά όχι ακριβώς. Πολύ περισσότερο που από  άλλες καταγραφές της  παραδόσης φαίνεται ότι το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο περιμένει να ξαναζωντανέψει, να  "αναστηθεί". Ως οριστικός και «καλός» θάνατος σύμφωνα με την προφορική θρηνητική παράδοση θεωρείται −και επιδιώκεται τελετουργικά με το θρήνο− η αφομοίωση, το «λιώσιμο», το αναβλαστικό «χώνεμα» του νεκρού στη μητρική γαστέρα της Γης. Εδώ το «πέτρωμα» του χθόνιου εραστή παραπέμπει μεν σε θάνατο, αλλά ένα θάνατο δυνάμει προσωρινό. Τούτη η αντίληψη ανιχνεύεται και στις λαϊκές δοξασίες που αφορούν τη μαγική/καταραστική όσο και δικαιακή διαδικασία του αναθέματος και κατ΄ επέκταση του αφορισμού. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές, το καταραμένο εν ζωή με ανάθεμα σώμα καταδικάζεται προφορικά με την εκφώνηση της συγκεκριμένης λέξης και μαγγανευτικά με τη συσσώρευση ενός σωρού από πέτρες, να πετρώσει, να μη το «χωνέψει η Γης». Από τη γεωκεντρική, αναγεννητικά εσχατολογική όσο και σωτηριολογική άποψη, η συγκεκριμένη κατάρα είναι τρομερή, γιατί αποκλείει το νεκρό σώμα από τη γη («το ξερνάει η Γης» ), άρα εξοβελίζει και τον εν ζωή αναθεματισμένο, από την κοσμική-συμπαντική ανακύκλωση συνολικά, και όχι μόνον από την επίγεια ζωή[5]. Ωστόσο το καταραστικό αυτό «πέτρωμα» (ή μαρμάρωμα) είναι δυνητικά προσωρινό, εφόσον ισχύει μόνον όσο κρατάει η κατάρα, η οποία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, και ν’ ανακληθεί ανά πάσα στιγμή ή από αυτόν που την έθεσε ή από άλλες δυναμικές συνθήκες και αρμόδια πρόσωπα. Στη συγκεκριμένη αφήγηση το «μαρμάρωμα» του χθόνιου βασιλόπουλου, ως μαγική ποινή για την ύβρι που συνεπάγεται η επαφή του κάτω με τον απάνω κόσμο (το φως του ήλιου) αφορά καταραστική διαδικασία, σύμφωνα με τις παραπάνω δοξασίες που σχετίζονται άμεσα με τον αναγεννητικό ρόλο της Μάνας-γης. Ο θάνατος στο συμφραζόμενο του μύθου είναι προσωρινός, άρα δηλώνεται η εν δυνάμει και υπό όρους δυνατότητα επαναφοράς του ακινητοποιημένου βασιλόπουλου και πάλι στη -χθόνια πάντα- «ζωή» του, ήτοι στην ερωτική  δράση του. Η −άρρητη εδώ− δυνατότητα ανάκλησης της κατάρας ίσως εκφράζει έμμεσα προσδοκία «αναγέννησης» ώστε ν’ αρχίσει και πάλι η διακοπείσα θεάρεστη περιοδική ερωτική/γαμική δραστηριότητα του «Ανήλιαστου», ως ίσως επίσης αυτονόητη σωτηριολογική και αναγεννητική προσδοκία για τους μετέχοντες αυτής της πολιτισμικής παράδοσης[6]. Μέσα στο όλο τοπικό −και όχι μόνον− ιστορικό και συμβολικό συν-κείμενο, το «μαρμάρωμα» του Ανήλιαστου μπορεί από σημειολογική άποψη να αναγνωσθεί ίσως και ως συμβολική μεταφορά, που να υποδηλώνει την πολιτισμική και θρησκευτική τομή και ασυνέχεια όπου εντάσσεται η αφήγηση ιστορικά: η θρησκευτική μορφή και παράδοση που αφορά, ερχόμενη σε «μιαρή» επαφή με τη νεωτερικότητα, τις «υβριστικές» από αυτή την άποψη, όσο και δραματικές πολιτειακές, πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αλλαγές σε έναν χώρο με τόσο έντονη παγανιστική θρησκευτική και πολιτική παράδοση −που αναδεικνύεται και από το ιερό της Ολυμπίας και την εμβέλεια και διαχρονικότητα των Ολυμπιακών Αγώνων− το «βασιλόπουλο»/εραστής από λατρευτική, ιερή μορφή απαξιώθηκε κυριολεκτικά σε άψυχο, χωρίς θρησκευτική οντότητα, «μάρμαρο» καθώς αποϊερωμένος ήλθε σε μιαρή επαφή με τη νέα εποχή. Η ανάγνωση αυτή θα μπορούσε να αποδώσει ετεροπροσδιοριζόμενο εκ των υστέρων νόημα και στην προσδοκώμενη −από τους ποτέ επίσημους θρησκευτικούς και πολιτικούς φορείς της εν λογω παράδοσης− συμβολική «ανάσταση» του μαρμαρωμένου βασιλόπουλου, όπως γίνεται και σε άλλες γνωστές παραδόσεις αλυτρωτισμού. Αρχαιολογική, ιστορική και ανθρωπολογική σημασία ενέχει εξάλλου και το ότι, όπως γράφει ο Σχολάρχης Λεχαινών στον Ν. Γ. Πολίτη, οι ντόπιοι γέροι και γραίες πίστευαν στα χρόνια του πως ο Ανήλιαστος είναι ακόμα μέσα στο λαγούμι, και πως αν σκάψουν θα τον βρούν. Πράγμα που επαληθεύτηκε κατά ένα τρόπο στις μετέπειτα ανασκαφές, οπότε «βγήκαν» αρκετά αγάλματα από τα σπλάχνα της θαμμένης στην ηλύ του Πηνειού Αρχαίας Ήλιδας. Αυτή η πίστη αποτελεί βεβαίως αφηγηματική αναπαράσταση και της σχετικής βιωματικής εμπειρίας των ντόπιων, αφού και οι ίδιοι έβγαζαν συνεχώς μέσα στα χρόνια τυχαία, κατά την καλλιέργεια της γης, τέτοια αγάλματα και άλλα αντικείμενα (που είχαν ποικίλη χρήση, οικονομική, οικοδομική, μαγική/συμβολική και άλλες, βλ. και Επίμετρο, μαρτυρία), όπως αναφέρει και ο Σχολάρχης. Οι φωτογραφίες της αρχαιολογικής ανασκαφικής ανέλκυσης μέσα από το χώμα, και μάλιστα «σώου», ενός ανδρικού αγάλματος είναι σαν να εικονοποιούν δραματικά την παραπάνω πίστη και παράδοση[7].


Ζωγραφική αναπαράσταση  φωτογραφίας εύρεσης μαρμάρινης κεφαλής σιις ανασκαφές στην  Αρχαία Ήλιδα τη δεκαετία του 1960 (από Samiamidi Spectrum,  markers on paper, 2012)

Δ) Ο χώρος. Υπόγειος, στενός και μακρύς υπόνομος, που παραπέμπει σε λαγούμι/τούνελ ή σπηλιά. Το υποδηλούμενο υπόγειο ερωτικό σμίξιμο μέσα σε αυτόν τον υπόνομο (εφόσον και η βασιλοπούλα είναι Ανήλιαστη) παραπέμπει στην «υποχθόνια κλίνη», τους «χθόνιους κοιτώνες» της Μαυρηγής −τον κάτω κόσμο− όπου συντελείται ο αναγεννησιακός, αναβλαστικός ετήσιος βιασμός της χθόνιας Κόρης που παρασύρεται ή αρπάζεται εκεί από τον πάντα «ξένο» και «ερχόμενο», «άλλοτρο» εραστή[8]. (βλ. σχετικά και :http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2014/10/blog-post_14.html, http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/01/blog-post_27.html, http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html, http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2014/06/blog-post.html).
Ε) Οι ιστορικοί τόποι. Η αφήγηση για τον Ανήλιαστο δεν τοποθετεί την παλινδρομική δράση αόριστα σε κάποιο συμβολικό ή φυσικό χώρο αλλά προσδιορίζει επακριβώς τους γεωγραφικούς και ιστορικούς πόλους που αφορά: Παλιόπολη (Αρχαία Ήλιδα)-Κάστρο Χλεμούτσι Κυλλήνης. Οι συγκεκριμένες παράμετροι καθιστούν την  εν λόγω προφορική παράδοση πέρα από μαγική/θρησκευτική και «ιστορική» ταυτόχρονα. Οι αναφερόμενοι δύο γεωγραφικοί και ιστορικής σημασίας αυτοί τοπικοί  πόλοι ορίζουν την ευρύτερη περιοχή της προαναφερθείσας Μυρτουντίας, δηλαδή την αρχαία «κοίλη ‘Ηλιδα». Την εκτεταμένη αυτή πεδιάδα διχοτομεί ο Πηνειός ποταμός από τις ορεινές υπώρειες του Ερύμανθου στην Πηνεία ανατολικά, μέχρι τα παράλια στο Ιόνιο –στο ακρωτήριο Χελωνάτα με το κάστρο Χλεμούτσι– δυτικά, καθιστώντας την εύφορη με τις προσχωσιγενείς πλημμύρες του (και από το 1973 και εξής με την άρδευση από το φράγμα του). Περαιτέρω η αναφορά των συγκεκριμένων ιστορικών τόπων σε σχέση με τη δράση, δηλώνει και μια διαχρονική ιστορική και θρησκευτική συνάφεια ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους της ιστορίας μας. Σχέσεις που τεκμηριώνονται σήμερα και αρχαιολογικά, καθώς:

Ο Πηνειός ποταμός στο σημείο που χύνεται στην τεχνητή λίμνη του σύγχρονου φράγματος, στα ΒΔ του βουνού Σανταμέρι, στα σύνορα Ηλείας-Αχαίας (21/5/2005). Με λίγη φαντασία, μπορεί να διακρίνει κανείς  στο βάθος-βάθος το Ιόνιο πέλαγος και το κάστρο Χλεμούτσι

α) έχει πλέον αποδειχθεί ανασκαφικά (όπως είδαμε να επιθυμεί και ο Σχολάρχης Λεχαινών να γίνει, κατά το 1888) ότι η Παλιόπολη είναι χτισμένη μέσα στο χώρο της Αρχαίας Ήλιδος, οργανώτριας πόλης (μόνιμα από ένα χρονικό σημείο και μετά) των Ολυμπιακών Αγώνων. Εξάλλου, πάλι ανασκαφικά, πέραν των αρχαίων μύθων και των γραπτών πηγών, έχει αποδειχθεί ότι η "Κοίλη Ήλις" (και όλη η δυτική Πελοπόννησος) ήταν εξαιρετικά ακμάζουσα περιοχή και κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο, και παλιότερα.
β) ότι το φράγκικο κάστρο Χλεμούτσι και η περιοχή του έχει και αρχαιότερα οικοδομικά στρώματα που φτάνουν ως τη νεολιθική περίοδο, γ) ότι η Κυλλήνη διαθέτει αρχαίο λιμάνι, (το μοναδικό και μέχρι σήμερα φυσικά ασφαλές στη δυτική ακτή της Πελοποννήσου, από τον Άραξο μέχρι την Πύλο) και είναι γνωστό ήδη από τον Όμηρο ότι ήταν το επίνειο της Ήλιδας στο Ιόνιο[9].
 Σε αυτό το πλαίσιο,  αναφέρω ενισχυτικά και συγκριτικά το σημαντικό για τη δομική έρευνα όσον αφορά την  «Ελένη»  όσο και για την παρούσα ανάλυση γεγονός,  ότι και στο Γαλούπι, συνοικισμό της σημερινής Παλιόπολης −ήτοι της Αρχαίας Ήλιδος[6]− ο σύγχρονος ενοριακός ναός είναι επίσης αφιερωμένος στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. 


 



Μουσείο Αρχαίας Ήλιδος. Στην ταμπέλα τεκμηρίωσης αναφέρεται ότι  πάνω στο αγγείο έχουμε παράσταση μαινάδας με τύμπανο.  Ωστόσο εκτιμώ ότι εδώ παριστάνεται μάλλον μια ικέτιδα/προσκηνήτρια (και ταυτόχρονα μαινάδα, ίσως) που κρατάει ένα αντικείμενο ωσάν κόκκινο αβγό και που ωσάν να το αφιερώνει σε ένα είδος δέντρου στο πίσω μέρος του αγγείου, ένθεν και ένθεν της λαβής. Αν είναι έτσι, μήπως υπάρχει αναφορά σε λατρεία της ωότοκης, όσο και "δενδρίτιδος" Ελένης;

Η υπόθεση αυτή ενισχύεται και από το ότι σε  κοντινό  σημείο προς την Αρχαία Ήλιδα (μέσα στον κοινό, σήμερα, Δήμο Ήλιδας), κατέγραψα μια ακόμα «Αγιαλένη», κοντά στο χωριό Κρυονέρι (πρώην Λόπεσι), που οι τοπικές αφηγήσεις τής αποδίδουν χαρακτηριστικά που την φέρουν σε συμβολική συνάφεια με την Τρανή Κυρά του Μοσχονεριού (βλ. παρακάτω) αλλά και με την Όρθα [-Ορθία] του τραγουδιού του Μάη όσο και με την Ελένη του αρχαίου μύθου[7].
Η συγκεκριμένη «Αγιαλένη» βρίσκεται σήμερα ενάμισυ περίπου χιλιόμετρο ΒΑ του χωριού Κρυονέρι, πάνω στο δρόμο που το συνδέει με το πλησιέστατο χωριό Δαφνιώτισσα[8]. Η πρώτη θέση της «Αγιαλένης» δεν ήταν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο προφανώς νεότερος ναός. Θρυλείται ότι ήταν στην κορυφή ενός παρακείμενου, προς τα ΝΑ, λόφου, σε σημείο απρόσιτο λόγω πυκνής βλάστησης, που σήμερα δεν καλλιεργείται. Οι πληροφορίες των κατοίκων αναφέρουν ότι εδώ ήταν ο κατεξοχήν σιταρότοπος του χωριού και ότι δίπλα στο σημερινό, όσο και τον παλαιό ναό, υπήρχαν αλώνια (σήμερα ο ευρύτερος χώρος καλλιεργείται με ελιές και αμπέλια). Εξαιρετικό ενδιαφέρον –σχετικά και με την παραπάνω υπόθεσή μου για τη σχέση Ελένης, Όρθας-Ορθίας (Αρτέμιδας) και της Μαυρηγής–, έχει η πληροφορία του υπέργηρου ιερέα, πρώην εφημέριου του χωριού Κρυόνερο, Κ. Π., που διασταύρωσα να είναι γνωστή σήμερα και σε όλους σχεδόν τους κατοίκους του χωριού, άνδρες και γυναίκες, κάποιας ηλικίας. Πριν την αναφέρω, σημειώνω κάτι που χαρακτηρίζει εν πολλοίς όλες τις αφηγήσεις περί θρυλικών ιερών, στους οποίους εμπίπτει και η περίπτωση των ναών της «Αγιαλένης»: κανείς από τους συνομιλητές ή τους ντόπιους εν γένει δεν έχει δει τον «παλαιό» ναό ως οποκληρωμένο κτίσμα αλλά τον γνωρίζουν κατά παράδοση από αφηγήσεις ως ιερό τοπωνύμιο («Αγία Ελένη», «Αγιαλένη») ή «ημιτελή» εκκλησία ή μαρτυρούνται και δείχνονται κάποιες πέτρες και ογκόλιθοι ως ερείπιά του, πράγμα που ισχύει και για την παλαιά «Αγιαλένη» στο Κρυόνερο.

 Κρυόνερο (πρώην Λόπεσι) Ήλιδας. Ο λόφος όπου εντοπίζεται η παλαιά "Αγιαλένη". Στο βάθος δεξιά  το "Πορτιανό βουνό" ή Σανταμέρι και κάτω του  η "Κοίλη Ήλις " (20/5/2007)



 Κρυόνερο (πρώην Λόπεσι) Ήλιδας.  Το νεόχτιστο ξωκλήσι της "Αγιαλένης" κατά τον πανηγυρικό εσπερινό (20/5/2007)

 Κρυόνερο (πρώην Λόπεσι) Ήλιδας, ξωκλήσι "Αγιαλένης". Προσκύνημα στην εικόνα των εορταζόντων αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (20/5/2007)

 Η πολύτιμη λοιπόν για την ερευνητική μου υπόθεση τοπική πληροφορία μας λέει ότι οι γυναίκες του χωριού που απέβαλλαν (ακούσια διακοπή εγκυμοσύνης), συνήθιζαν, κατά ένα τρόπο μυστικό και τελετουργικό, ν’ ανεβαίνουν στο χώρο του κατά κορυφήν («στο βουνό»), πρώτου, παλαιού «ναού» της «Αγιαλένης» προκειμένου να θάψουν κάτω από κάποια μεγάλη πέτρα των εκεί λιγοστών ερειπίων «του» τις αποβολές (τα νεκρά έμβρυα) καθώς και τα νήπια που πέθαιναν αβάπτιστα, τυλιγμένα σε σπάργανα. Τούτο συνέβαινε ως και τα μέσα περίπου του 20ού αιώνα −σύμφωνα και με μαρτυρία γυναίκας που διέπραξε η ίδια τέτοια ταφή. Αναρωτιέμαι τι άραγε θα αποκάλυπτε ίσως κάποια ανασκαφή σε αυτό το σημείο −εξάλλου η ευρύτερη περιοχή βρίθει από αρχαιολογικά ευρήματα ( όπως π.χ. το  μυκηναϊκό νεκροταφείο  στο κοντινό χωριό Δάφνη)[9]. Είναι δε πιστεύω εξαιρετικά σημαντικό σχετικά, το ότι το ίδιο αυτό χωριό διαθέτει επίσης μια πολύ παλαιά μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Παναγίας, η οποία είναι μετόχι της Άνω Μονής Χρυσοπηγής (προαναφερθείσας σε σχέση και με την Ώλενα) της Λαμπείας (Δίβρης), στο χώρο της οποίας είδαμε επίσης δύο «Αγιαλένες», ιδιοκτησία της Χρυσοπηγής[10]. Η  "Αγιαλένη" στο Κρυόνερο εντοπίζεται επίσης σε απόσταση σχεδόν "ενός τσιγάρου δρόμο"  από την "Παναγία τη Δαφνιώτισσα", αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στο γειτονικό ομώνυμο χωριό. Η χριστιανική εκκλησία είναι χτισμένη πάνω σε αρχαίο ναό, αποδιδόμενο πιθανόν στην θεά Άρτεμη, μια από τις μορφές της πολυώνυμης και πολυπρόσωπης, μέσα στους αιώνες, Μητέρας-Γης. Σημειώνω επίσης ότι και ο ενοριακός ναός του χωριού Δαφνιώτισσα είναι αφιερωμένος στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Τοπικές και συμβολικές σχέσεις που δεν είναι τυχαίες αλλά κάτι θέλουν να μας αφηγηθούν, πιστεύω.


Η εκκλησία της "Παναγίας Δαφνιώτισσας"  (Κοίμηση της Θεοτόκου), έξω από το ομώνυμο χωριό του δήμου Ήλιδας,
χτισμένη πάνω σε αρχαίο ναό θηλυκής θεότητας


 Παναγία Δαφνιώτισσα: ίχνη του άνδηρου και τοίχων του αρχαίου ναού στη ΝΔ γωνία του χριστιανικού ναού (14/8/2007)


 "Παναγία Δαφνιώτισσα" (14/8/ 2007, πανηγυρικός εσπερινός).  Είναι ενδιαφέρουσα η αφήγηση που προκύπτει από τη διάταξη των εικόνων από τους πιστούς πάνω στο τέμπλο: δεξιά και ψηλότερα από  τη δεσποτική εικόνα  της Παναγίας Βρεφοκρατούσας  έχουν τοποθετηθεί η μητροθυγατρική εικόνα της αγίας Άννας με την κόρη της Παναγία και ακριβώς από κάτω της η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης . Φαίνονται επίσης τα κέρινα ομοιώματα παιδιών-τάματα στη χάρη της.

Είναι ενδιαφέρον ότι η παραβατική "Αγιαλένη" δηλώνει την παρουσία της μόνο τοπωνυμικά και στην έδρα της Οθωμανικής εξουσίας στην Ηλεία επί Τουρκοκρατίας, την Γαστούνη, που δεν βρίσκεται μακριά από την αρχαία ¨Ηλιδα και μάλιστα πάνω στο δρόμο του ¨Ανήλιαγου" βασιλόπουλου προς το Χλεμούτσι, θα έλεγα, παράλληλα με τον ρου του Πηνειού ποταμού. Μέσα στο όλο θρησκευτικό συμφραζόμενο, είναι εύλογη η γειτνίασή του τοπωνύμιου "Αγιαλένη", στα ΝΔ,  με την παμπάλαια, βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας της Καθολικής,  λίγο έξω από την πόλη, που γιορτάζει την Τρίτη του Πάσχα. Στην "Καθολική" τα πολλά αρχαία οικοδομικά γλυπτά μέλη, από διάφορες περιόδους, ενσωματωμένα στη δόμησή της, μάλλον υποδηλώνουν την ύπαρξη αρχαίου ιερού επιτόπου ή στην ευρύτερη περιοχή, ενώ η θαυματουργή, προσκυνηματική εικόνα της Παναγίας ανήκει στις "μαύρες" απεικονίσεις της. Εκκλησάκι "Αγιαλένης" δεν μαρτυρείται, ούτε υπάρχει σήμερα πάνω στο τοπωνύμιο, ωστόσο υπήρχαν εδώ  τα αναμενόμενα σιταροχώραφα. Η παρουσία εκεί κοντά του κοιμητριακού ναού της Γαστούνης, αφιερωμένου σε "δίδυμους" φτερωτούς αγίους, τους Ταξιάρχες, ενίσχυσε για μένα την πιστότητα της ύπαρξης της  "Αγιαλένης" εδώ. Σε αυτή την "Αγιαλένη" με οδήγησε η απορία μου γιατί άραγε η Γαστούνη να έχει πανηγύρι στις 21 Μάη, στη γιορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ δεν έχει εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη τους (ένας νέος ναός τους χτίζεται τα τελευταία μόλις χρόνια). Η απορία μου αυτή εκμαίευσε την ύπαρξη της "Αγιαλένης"  από τον  τέως δήμαρχο Γαστούνης Κ. Λ., ο οποίος  δεν μπορούσε  επίσης να μου εξηγήσει το "περίεργο" του πανηγυριού χωρίς ομώνυμη εκκλησία.  Και αυτό παρόλο που είναι γέννημα-θρέμμα της Γαστούνης, ενώ έχει ασχοληθεί και με την ιστορία της προσωπικά αλλά κα αναθέτοντας στον αείμνηστο ιστορικό Τάσο Γριτσόπουλο να γράψει και να δημοσιεύσει το δίτομο έργο του για την Ιστορία της Γαστούνης (όπου βεβαίως δεν αναφέρεται η "Αγιαλένη").  Η παρουσία της  "Αγιαλένης" τόσο κοντά στην  "Καθολική" Παναγία, έλυσε για μένα το μυστήριο του παράταιρου πανηγυριού της Γαστούνης, δηλώνοντας κατά την κρίση μου για μια φορά ακόμα πόσο ισχυρή μπορεί να είναι η πολιτισμική αξία αλλά και η μνημονική δύναμη των τοπωνύμιων, ως "η επί του εδάφους εγγεγραμμένη ιστορία", κατά τη γνωστή ρήση του Μηλιαράκη. 



Ο βυζαντινός ναός της "Παναγίας Καθολικής" στη Γαστούνη (Οκτ. 2009)


Γαστούνη, ναός Παναγίας Kαθολικής . Η εικόνα της "μαύρης" Παναγίας (λεπτομέρεια από το κέντρο της μεγάλης εικόνας με την εξιστόρηση του  θαύματος επαναφοράς της εικόνας (Οκτ. 2009)


Εκκλησία Παναγίας Καθολικής, στη Γαστούνη. Αρχαίες κολώνες στη  θύρα του πρόναου και μέσα στο ναό ( Απρ. 2007)


Το σημείο όπου  μαρτυρείται το τοπωνύμιο "Αγιαλένη" στη Γαστούνη. Στο κέντρο, στο βάθος, διακρίνεται το καμπαναριό της "Καθολικής" (Μάης 2008)

Πρώην σιταροχώραφα πίσω από το σημείο όπου το τοπωνύμιο "Αγιαλένη" στη Γαστούνη (Μάης 2008)

Η εντοπιότητα του μύθου στους εν λόγω  ιστορικούς και συμβολικούς τόπους αναδεικνύει την αρχαϊκότητα της παράδοσης για τον "Ανήλιαστο" όσο και την, ανεξαρτήτως επίσημης θρησκείας, ιερότητά της. Το επεισόδιο της περιοδικής, χθόνιας ιερής γαμικής συνεύρεσης του  "ανήλιαγου" με την "ανήλιαγη", και, συγκριτικά, το βασικό μοτίβο του λεχαινίτικου αγερμού του «Μάη», που αφορά τον  χθόνιο «ξένο» βλαστικού εραστή-ρόδο που σμίγει εποχικά κάτ’ έτος με την γονιμική και βλαστική πλένουσα/λουλούδω/όρνιθα/Όρθα κόρη-Γη και χθόνια υφάντρα/Αλεξάνδρα/Μάρω [-Ελένη], (όσο και με την Ελένη-Μαλάμω του Γενιτσαρίστικου αλλά και την Ελένη του Λιμάζη) φαίνεται να εντάσσοονται στη συνολική μυθική αφήγηση περί του βλαστικού/παραγωγικού κύκλου του βίου του χρόνου και της Γης-Μητέρας[10].

Η νεράιδα-μάνα, η «Ωλενία Πέτρα»


(βλ. και:http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html)





Το βουνό Σανταμέρι ή "Πορτιανό"  , στα ΒΑ σύνορα Ηλείας-Αχαίας (αρχ. Σκόλλις ή "Ωλενία πέτρη"), από τα ΒΔ. Στο κέντρο διακρίνεται το χωριό Πόρτες και δεξιά, λίγο κάτω από τη χαμηλότερη κορυφογραμμή, η "Νεραϊδότρουπα" (άνοιξη 2006)




Πόρτες. Πάνω: η "Νεραϊδότρουπα" εξωτερικά και κάτω  το άνοιγμα της τρύπας από το εσωτερικό της σπηλιάς (Αύγ. 1978)


Το βουνό Σανταμέρι από τα ΒΔ. Εμπρός δεξιά διακρίνεται ο Πηνειός ποταμός, λίγο πριν την τεχνητή  λίμνη του σύγχρονου φράγματος (21/5/2005)

Εκτός από την καταγραφή της ιστορίας του Ανήλιαστου από τον Σχολάρχη, τοπικά μαρτυρείται και δεύτερη προφορική αφήγηση μιας τέτοιας παλινδρομικής περιπλάνησης, πάλι από ανατολάς προς δυσμάς, ανάμεσα στους ίδιους αυτούς ιστορικούς και γεωγραφικούς πόλους: από την ευρύτερη περιοχή της Αρχαίας Ήλιδας, το χωριό Πόρτες (στο ΒΔ άκρο του αρχαίου βουνού Σκόλλις, σήμερα Σανταμέρι ή Σανταμεριάνικο ή Πορτοβούνι), πάλι προς το κάστρο Χλεμούτσι. Την ιστορία δημοσιεύει επίσης ο Ν. Γ. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του, με πληροφορητή τον Ανδρέα Καρκαβίτσα[11]. Αφορά μια νεράιδα βασίλισσα-μάνα που πλανώμενη αναζητά θρηνούσα την χαμένη κόρη της, την οποία κρατά φυλακισμένη στο Χλεμούτσι η άκληρη «άσχημη»αδελφή της. Η μάνα, κάθε φορά που πηγαίνει με την ελπίδα να πάρει πίσω την κόρη, συνοδεύεται από ευδία και καλοκαιρία ενώ όταν επιστρέφει άπραγη και θρηνούσα είναι ανεμοστροφιλιασμένη, φέρει δηλαδή τοπικούς ανεμοστρόβιλους, καταιγίδες και συντριμίζει, ήτοι προκαλεί καταστροφές, ιδιαίτερα στις καλλιέργειες[12]



Όταν η νεράιδα μάνα επιστρέφει από το Χλεμούτσι στο Σανταμέρι "ανεμοστροφιλιασμένη" (21/5/2005)

Όπως υποστηρίζει και ο Ν. Γ. Πολίτης στη δημοσίευση της παράδοσης, είναι προφανείς οι δομικές αναλογίες της ιστορίας αυτής με το μύθο της Δήμητρας και της Kόρης. Με βάση όμως τα δεδομένα που ανέλυσα παραπάνω, νομίζω ότι υπάρχουν αναλογίες και με τις θανάσιμες όψεις του μύθου της Αλεξαντριανής-Ελένης που έχω υποστηρίξει σε άλλο κείμενο (βλ. http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2013/01/blog-post_27.html) [13].










Βορειοδυτικό άκρο του βουνού Σανταμέρι με το χωριό Πόρτες. Από πάνω προς τα  κάτω:  το νεκροταφείο του "άγιου Κωνσταντίνου"  και τα σχεδόν ώριμα σιτηρά (21/5/2005)

 Το σημείο εκκίνησης της νεράιδας-μάνας στο ΝΔ σημείο του «Πορτιανού» βουνού με την αρχαία ονομασία Σκόλλις ή/και «Ωλενία πέτρα» (η ομηρική ""πέτρη τ' Ωλενίη", Ιλιάδα, Β στ. 618, στον "νεών κατάλογο")  βρίσκεται σε έναν τόπο φορτισμένο συμβολικά, ιστορικά και αρχαιολογικά: τον οικισμό Πόρτες, ο οποίος έχει οπτική επαφή με το Χλεμούτσι, το Ιόνιο, τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά, σαν εξώστης-βίγλα που εποπτεύει όλη την «Κοίλη Ήλιδα» και τους στεριανούς και θαλασσινούς δρόμους[14]. Μαζί με την κατοικία της νεράιδας-μάνας, εδώ εντοπίζεται και η «Νεραϊδότρουπα» (πιθανότατα και να ταυτίζονται) ένα βαθύ σπηλαιοβάραθρο στην πετρώδη πλαγιά πάνω από το χωριό Πόρτες, κάτω από την κορυφογραμμή. Έδρα και φοβερό ιερό των Νεράιδων, για τις οποίες πλούσιες αφηγήσεις είναι ζώσες σήμερα στο χωριό. Υπάρχει επίσης κατά κορυφήν πύργος της Φραγκικής περιόδου, που πιθανόν και να τροφοδοτεί τις αφηγήσεις για τη «βασίλισσα». (βλ.  http://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=santameri)

 
 Πόρτες. Εμπρός, στο κέντρο και προς τα δεξιά ,  ο πευκόφυτος λόφος με τον μυκηναϊκό τύμβο (Απρ. 2006)


Πόρτες. Ο μυκηναϊκός τύμβος (Απρ. 2006, φωτ. Γ. Α. ). 

Πρόσφατα (τέλη της δεκαετίας του '90) στις Πόρτες, κοντά στη θέση «Κεφαλόβρυσο», ανακαλύφθηκε και ανασκάφηκε Υστεροελλαδικός, Μυκηναϊκός  τύμβος με θαλαμωτούς και κιβωτιόσχημους τάφους, καθώς και οικισμός στον οποίο ανήκε το νεκροταφείο, ενώ εντοπίστηκαν ευρήματα που ανάγονται μέχρι και τη νεολιθική περίοδο[15]. Επισημαίνω επίσης ότι ο ανασκαφέας Λ. Κολώνας ταυτίζει τις Πόρτες με την ομηρική Ηλειακή Πύλο, στην οποία σημειωτέον παραδίνεται και ένα από τα ιερά τα αφιερωμένα στον Άδη, όπως υπήρχε και στην Ήλιδα (ως χθόνια θεότητα που συμβολικά φέρει τα χαρακτηριστικά του Ανήλιαστου, αλλά προκύπτει και συγγενική της Μαυρηγής [Μέλαινας]-Ελένης)[16].


Το βουνό Σανταμέρι και το χωριό Πόρτες. Με βέλη σημειώνονται η θέση της  "Νεραϊδότρουπας" και των Μυκηναϊκών τάφων.

Το χωριό Πόρτες όταν το επισκέφθηκα πρώτη φορά κατά το 1978 για επιτόπια έρευνα, ήταν «άγονη γραμμή»: οι κάτοικοι ζούσαν εν πολλοίς στην προβιομηχανική εποχή, ένα «κατά φύση», αγροτοκτηνοτροφικό βίο ενώ τοπικά, λόγω εδαφικών και κλιματολογικών συνθηκών, είχαν σημαντική παραγωγή δημητριακών[17]. Ο αναλφαβητισμός και των δύο φύλων, ιδιαίτερα δε στις γυναίκες άνω των 50 ετών, ήταν πολύ υψηλός, σχεδόν καθολικός. Πολιτισμικά οι Πορτιανοί στο δεδομένο χρόνο μπορούν να ενταχθούν στην προφορικότητα −όσο σχετικός μπορεί να είναι αυτός ο όρος στην Ελλάδα κατά το 1978[18]. Οι άφθονες και πλούσιες σε ποικιλία μοτίβων αφηγήσεις ανδρών και γυναικών κάθε ηλικίας για τις νεράιδες, τη «νεραϊδότρουπα», τα μάγια, τις μάγισσες, τους μαγεμένους και τους νεραϊδοπαρμένους ήταν μέρος της καθημερινότητας. Αποτελούσαν κομμάτι της κοινής εμπειρίας και οι «απόξω» δαιμονικές επιφάνειες και οι όποιες επιπτώσεις τους αναφέρονταν ως βιωμένα γεγονότα.
 Αν «διαβάσουμε» τα δεδομένα της ιστορίας για τη νεράιδα-μάνα στο συν-κείμενο του παραπάνω γεωπολιτισμικού πλαίσιου, βρίσκω ότι παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον –ακόμα και για την περαιτέρω μελέτη των προϊστορικών ευρημάτων, αμφίδρομα– το γεγονός ότι το χριστιανικό νεκροταφείο του σύγχρονου χωριού Πόρτες έχει ναό αφιερωμένο στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη, που αποκτούν έτσι επιτόπια και χθόνια σημασιοδότηση. Το νεκροταφείο και κυρίως ο ναός «του αγίου Κωνσταντίνου» δεσπόζουν στο χώρο νότια της απόκρημνης κορυφογραμμής, καθώς βρίσκονται στην κορυφή ενός λόφου οι μεσημβρινές πλαγιές του οποίου καλλιεργούνται με δημητριακά. Καλλιέργεια που όπως είδαμε πολλές φορές παραπάνω σχετίζεται (και) στην Ηλεία μυθικά με τη χθόνια και βλαστική Ελένη-Γη όσο και έμμεσα με την αγία Ελένη-Αγιαλένη (και τον άγιο Κωσταντίνο). Είδαμε παραπάνω ότι το ιστορικό ζεύγος των Ισαποστόλων, και δή πίσω από το όνομα του άγιου Κωνσταντίνου, φαίνεται να έχει επικαλύψει κατά ένα μεγάλο μέρος τη θρησκευτική και ναϊκή παράδοση της Ελένης-Αγιαλένης. Ίσως λοιπόν εδώ η συγκεκριμένη αφιέρωση του κοιμητηριακού ναού να προκύπτει από τη διπλή αυτή σχέση, ήτοι όχι μόνον με τους νεκρούς αλλά και με τα δημητριακά[19]. Αν ισχύουν αυτές οι σχέσεις, ο εν λόγω νεκροταφιακός ναός μπορεί στο τοπικό πλαίσιο να σχετίζεται έμμεσα και με τις παραδόσεις για τη σπηλαιώδη Νεραϊδότρουπα, τη θρηνούσα νεράιδα-μάνα της χαμένης κόρης, τον «Ανήλιαστο» υποχθόνιο εραστή και περαιτέρω με την εντοπιζόμενη από τους ανασκαφείς του τύμβου αρχαία λατρεία του Άδη, δηλαδή της «Ωλενίας» θεάς του κάτω κόσμου-Μαυρηγής-Ελένης και του αρσενικού, υποχθόνιου ερωτικού συντρόφου της[20]. Πέραν των παραπάνω συμβολικών, ιστορικών και άλλων πολιτισμικών στοιχείων, η σχέση των ιερών τούτων μορφών επιτόπια ενισχύεται από το γεγονός ότι εγγύτατα στο χώρο του μυκηναϊκού νεκροταφείου υπάρχει παλιό ξωκκλήσι αφιερωμένο στην «κοιμωμένη», Παναγία, ενώ ο ενοριακός ναός και το πανηγύρι του χωριού είναι αφιερωμένα στην «αγια-Σωτήρα» (Μεταμόρφωση του Σωτήρος), αφιέρωση που  επιχωριάζει και στην «Επισκοπή» του κάστρου της Ώλενας-Ελένης (βλ.σχετικά http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2015/10/blog-post.html) [21]. Πιστεύω δε ότι στις Πόρτες τα συμβολικά, τα ιστορικά και τα τοπικά στοιχεία ενισχύουν με επιπρόσθετα πολιτισμικά δεδομένα και την προταθείσα προηγουμένως ετυμολογική συγγένεια Ορθίας-Ελένης-Ώλενας (Αλεξαντριανής-θεοσκοτωμένης, με τις χθόνιες, ολέθριες και αναγεννητικές συμβολικές  συνδηλώσεις τους).

Η Παναγία η  Βλαχέραινα, το Χλεμούτσι 




Χάρτης της ΒΔ Πελοποννήσου. Αριστερά τα κέντρα της Φραγκικης κυριαρχίας Ανδραβίδα, Γλαρέντζα και κάστρο Χλεμούτσι στη ΒΔ Ηλεία, γύρω από την μονή της κυρά-Βλαχέραινας (πηγή: Δημήτρης Αθανασούλης-Αθανασία Ράλλη (επιμέλεια), Γλαρέντζα. Clarence, ΥΠΠΟ, 6η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα 2005, σ. 20),

 Η μονή της Βλαχέραινας πριν γκρεμιστούν τα παλιά, πλίθινα  κελιά (φωτ. Ντίνος Ψυχογιός, 1957)


Η Βλαχέραινα με τα καινούρια κτίρια (γηροκομείο-πτωχοκομείο) να περιβάλλουν το ναό (2010)

Με βάση και τα παραπάνω, η επίμονη αναφορά του –Φράγκικου επίσης– κάστρου Χλεμούτσι σε σχέση με «χθόνια» και βασιλικά θηλυκά πρόσωπα του μεταφυσικού, την κόρη-»Ανήλιαστη» και την κόρη-χαμένη (ή θαμμένη/κοιμωμένη), που μάλλον ταυτίζονται ως μία και η αυτή «κόρη» προς αναζήτηση της οποίας έρχεται περιοδικά η νεράιδα-μάνα και ο χθόνιος εραστής, θέλει πιθανόν να υποδείξει την ύπαρξη και μέσα στο Χλεμούτσι –ή στον ευρύτερο χώρο του– κάποιου θρησκευτικού/λατρευτικού τόπου ή ιερού κτίσματος που την αφορά. Σημειώνω το γεγονός ότι σήμερα ο χριστιανικός ενοριακός ναός του χωριού Κάστρο που περιβάλλει το φρούριο είναι αφιερωμένος επίσης στην ιερή, μητρική και παρθενική συνάμα, «κοιμωμένη», μορφή της Παναγίας, που γιορτάζει το 15Αύγουστο, ενώ ο ναός μέσα στο Χλεμούτσι αποδίδεται στην μητροθυγατρική −κατά τη λαϊκή παράδοση και τις απεικονίσεις της− Αγία Σοφία. Αφιερώσεις που πέραν της ιερής βεβαίως σημασίας τους για τους χριστιανούς δείχνουν επίσης ν’ ανακρατούν μέσα στο όλο περικείμενο και κάποια μνήμη για την επιχώρια «Ανήλιαστη» χθόνια κόρη[22]

 
Ελαιώνας της "Βλαχέραινας", γύρω από τη μονή: υπεραιωνόβιες ελιές (Απρίλης 2009)

Πέραν των στοιχείων που αφορούν το Χλεμούτσι, επισημαίνω ότι στο δυτικότατο τούτο άκρο της Μυρτουντίας υπάρχει ένα κατεξοχήν θρησκευτικό τεκμήριο, ένας πολύ σημαντικός ιερός τόπος, που πιστοποιεί νομίζω τη ριζωμένη στην («κοίλη») Ήλιδα πίστη στην Μάνα-και-κόρη [Ώλενα-Ελένη]. Δεν είναι κατά την κρίση μου τυχαίο που το μεγαλύτερο μοναστηριακό προσκύνημα της ευρύτερης περιοχής της ΒΔ Ηλείας, η παμπάλαια μονή της Παναγίας της Κυρά-Βλαχέρνας, είναι χτισμένη σε μια υδατοβριθή και ελαιόφυτη σήμερα λαγκαδιά ανάμεσα στο κάστρο Χλεμούτσι και την Κυλλήνη, δηλαδή στο χώρο ακριβώς όπου εγκατοικεί η «Ανήλιαστη» βασιλοπούλα και η «χαμένη» κόρη[23]





Από πάνω προς τα κάτω: η νοτιοδυτική, η δυτική, η βορειοδυτική και η ανατολική όψη του καθολικού της μονής  της κυρά-Βλαχέρενας (7/9/2006)

Διακινδυνεύω εδώ −στο συμφραζόμενο πάντα της όλης ανάλυσης− να επισημάνω, πέραν της συμβολικής με τη Μητέρα/Ελένη, και μια πιθανή ετυμολογική σχέση της ρίζας Fωρ- Fωλ- (Βωλ) (της οποίας την πιθανή σχέση με το όνομα Ελένη υποστήριξα παραπάνω, βλ. την υποσημ. 117) με την πρώτη συλλαβή της λέξης Βλαχέραινα (: Βωλ-αχέραινα>Βλαχέραινα), ως συντετμημένη εκδοχή της. Δεν θα «κατασκεύαζα»  τούτη την, εκ πρώτης όψεως, «τραβηγμένη από τα μαλλιά» υπόθεση (δεδομένου μάλιστα ότι το ηλειακό τοπικό ιδίωμα, υπό όρους, προσθέτει αντί να αφαιρεί φωνήεντα, π.χ. αντί  καπνός, καπινός κ.ά) εάν δεν είχα παρατηρήσει και στην Κέρκυρα (που έχει, στο πλαίσιο της Δυτικής Ελλάδας, πλούσια παράδοση σε αρχαϊκά τραγούδια τύπου «Μάη» και σχετικές τελετουργικές πρακτικές) να αναδεικνύεται επιτόπια χωροταξική σχέση «Βλαχέρνας»-Γοργούς-»Αγιαλένης»(-Ελένης) με έμμεσους, πλην αναγνώσιμους κατά την κρίση μου τρόπους (συμβολικά, ετυμολογικά, ναϊκά, αρχαιολογικά, ιστορικά) και δη μέσα στον ευρύτερο χώρο της Παλαιόπολης, δηλαδή στην αρχαία πόλη της Κέρκυρας όσο και στις Νυμφές. Σημειώνω ότι στο νησί πέραν των ναών του αγίου Κωνσταντίνου, εντόπισα και κατέγραψα εννέα «Αγιαλένες», σε σημαίνοντα, συμβολικά και ιστορικά, σημεία [24].




Προσκυνητές κατά τον πανηγυρικό εσπερινό στη γιορτή της Γέννησης της Παναγίας (7/9/2006)

Η μονή της Βλαχέραινας είναι αφιερωμένη και πανηγυρίζει πάνδημα (για όλη τη δυτική Μυρτουντία) στη Γέννηση της Παναγίας, αν κα, από όσο έχω παρατηρήσει, δεν υπάρχει η εικόνα της Γέννησης μέσα στο ναό, στο τέμπλο ή σε άλλη μεγάλη προσκυνηματική εικόνά, τουλάχιστον (για το πανηγύρι της Βλαχέραινας αναλυτικά βλ. την ανάρτηση: "Λαϊκή αρχιτεκτονική και αγροτική ζωή. Τα μετόχια στη ΒΔ Πελοπόννησο", σε αυτό εδώ τον ιστότοπο) . Η γιορτή της Γέννησης της Θεοτόκου, όπως είδαμε και  για τη μονή Χρυσοπηγή της Λαμπείας (Δίβρης), παραπέμπει σημειολογικά σε δύο πρόσωπα, αφού αφορά τη γέννηση της Παναγίας από την αγία ΄Αννα, δηλαδή μιας ιερής Κόρης από «γριά» ιερή Μάνα, σημειοδοτώντας το αρχέτυπο θεϊκό ζευγάρι μάνα-και-κόρη. Το ζευγάρι μάνας-κόρης που όπως προανέφερα  αναδεικνύει τη μητρογραμμή συγγενικά, κληρονομικά και πολιτισμικά, για τη χριστιανική θρησκεία και την Εκκλησία (την κατεξοχήν πατρο-υιοκεντρική) δεν έχει ιστορικά δογματική σημασία τέτοια, που να δικαιολογεί επίσημα το πλήθος των αφιερωμένων στη γέννηση της Παναγίας μονών και ναών (σε σύγκριση μάλιστα με τους αφιερωμένους στη γέννηση του Χριστού), όσο και την ιδιαίτερη τιμή και λατρεία που απολαμβάνει το ιερό αυτό ζευγάρι μάνας-κόρης από τους πιστούς χριστιανούς[25]. Σημειώνω επίσης, ως προς την τεκμηριούμενη σχέση της μητροθυγατρικής «Βλαχέραινας» με την Αγιαλένη-Ελένη, ότι στην επιτόπια έρευνα προκύπτει πολύ συχνά οι εικόνες ή/και οι ναοί και οι μονές οι αφιερωμένες στη Γέννηση της Παναγίας (όσο και στην αγία Άννα), να συσχετίζονται (ως προς την τοποθέτησή τους μέσα στους ναούς οι εικόνες και ως προς την θέση τους στο στο χώρο οι ναοί) άμεσα ή έμμεσα με την «Αγιαλένη» μόνη ή τους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη ομού. Τούτη η χωροταξική σχέση ανάμεσά τους αναδεικνύει νομίζω και τη συμβολική, όσο και την αφηγηματική σύνδεση των ιερών αυτών μορφών, δεδομένου ότι δομείται και από τη συχνότητα τούτης της ναϊκής (όσο και εικονικής) τοπικής τους συνύπαρξης σε «σημαδιακούς» τόπους: π.χ. στη «Χρυσοπηγή» στη Λαμπεία- Δίβρη και στην Ώλενα στην Ηλεία, στο (προϊστορικό) «Γκορτσούλι» στη Μαντίνεια, στη Γέφυρα του Αλφειού στην Καρύταινα, στη «Γιάτρισσα» στον Ταΰγετο αλλά και στο Λουτράκι, στην Αρχαία Κόρινθο, στο κάστρο της Λιβαδειάς, στη «Λάμια» στην Κεφαλονιά, στην Καταπολιανή στην Πάρο, στη Μονή αγ. Αικατερίνας στο Σινά και αλλού[26]. Στην Ηλεία εξάλλου, πέραν και της Βλαχέραινας, όλες ανεξαιρέτως οι σημαντικές παλαιές μονές και εκκλησιές είναι αφιερωμένες στην μητρική Παναγία, στην πλειονότητά τους  στη «χθόνια» (κοιμωμένη) υπόστασή της (Παλιοπαναγιά Βουπρασίας, Καθολική Γαστούνης, Φραγκαβίλλα Αμαλιάδας, Σκαφιδιώτισσα Ιάρδανου, Ελεούσα Βαρθολομιού, Χρυσοπηγή Λαμπείας, Κρεμαστή Πύργου, Σεπετού Αλίφειρας, Πορετσού Ψωφίδος) και δη με άμεσες ή έμμεσες τοπικά σχέσεις με την «Αγιαλένη».  





Από πάνω προς τα κάτω: το κεντρικό, το βόρειο  και το νότιο κλίτη του καθολικού της μονής της Βλαχέραινας , κατά τον πανηγυρικό εσπερινό της γιορτής, στις 7/9/2006

Ο παμπάλαιος και τόσο σημαντικός αυτός ιερός χώρος, η Κυρά-Βλαχέραινα, μέσα στο θρησκευτικό/λατρευτικό και γεωπολιτισμικό συν-κείμενο του Μάη, του Ανήλιαστου, της Ανήλιαστης, της «Νεράιδας-μάνας», της χριστιανικής Μητρολατρείας καθώς και των σχετικών τοπικών αρχαιολογικών και ιστορικών δεδομένων, κατά τη γνώμη μου φαίνεται  ν' ανακρατάει και εδώ μεταμφιεσμένη χριστιανικά την τοπική αρχαία λατρεία στη Μητέρα-γη-και-κόρη[27]. Και τούτο είτε ως μετασχηματισμένος χριστιανικά πρωτογενής χώρος αυτής της λατρείας είτε ως μικρή μετατόπιση κάποιου άλλου σχετικού τοπικού ιερού, που ίσως κάποτε να βρισκόταν μέσα στο ίδιο το Χλεμούτσι, όπως μπορεί να θέλουν να υποδείξουν οι εν λόγω παραδόσεις[28]. Ενισχυτικό αυτής της σχέσης του ιερού χώρου της Βλαχέραινας με τη Μητέρα (Μαυρηγή-Ελένη) είναι κατά τη γνώμη μου και το ότι εδώ ακριβώς, στα συνεχόμενα με τη μονή παλαιά μοναστηριακά κτήματα, στα νότια σύνορά της με το χωριό Νιοχώρι, στα ΒΔ του Χλεμουτσιού, μαρτυρείται σήμερα και τοπωνύμιο Μαυρομαντήλα, που η τοπική προφορική παράδοση το συνδέει με θανατικό που έπληξε την οικογένεια που καλλιεργούσε αυτές τις –πρώην μοναστηριακές− γαίες. Γίνεται νομίζω φανερή η σύνδεση τής εντός της κτηματικής περιοχής της Βλαχέραινας ελλοχεύουσας Μαυρομαντήλας με τη χθόνια «άσχημη γριά» του θανάτου, την  Μαυρηγή. Η παλαιά εικόνα εξάλλου της Παναγίας της «Βλαχέραινας» ανήκει στις «μαύρες» Παναγίες (ήτοι με κατάμαυρο ή πολύ σκούρο πρόσωπο) που έχω υποστηρίξει ότι πρέπει να σχετίζονται με τις αναπαραστάσεις της «Μαυρηγής» [29]. Σημειώνω επίσης ότι μέσα στο ναό δεν υπάρχει, τουλάχιστον μεγάλου μεγέθους, ως αφιερωματική στο τέμπλο ή προσκυνηματική σε στασίδι, η γνωστή  εικόνα της "Γέννησης" της Παναγίας οπότε πανηγυρίζει η μονή (βλ. σχετικά με την εικόνα της Γέννησης και στο blog μου fiestaperpetuablogspot.com, για το πανηγύρι της "Παναγίας Λάμιας" στα Διλινάτα της Κεφαλονιάς).
Η τοπική προφορικη παράδοση αφηγείται ιστορίες σχετικά με την θαυματουργή "εύρεση" της εικόνας της κυρά-Βλαχέραινας: «…Είχανε πρόβατα, κριάρια, αβέρτα εκεί [στο μέρος που είναι το μοναστήρι] ’πό δαύτα και δεν είχανε νερό να τα ποτίσουνε. Το κριάρι όμως ερχότανε με τα γένια βρεμένα και το παρακολουθήσανε και βρήκανε τη σπηλιά με το νερό και ’κεί μέσα ήτανε το εικόνισμα τση Παναγίας. Η Παναγία δεν ήθελε να πάει κάτου στην εκκλησία [του μοναστηριού, που έχτισαν], ήθελε να μείνει στη θέση της, εκεί που το βρήκανε [το εικόνισμα] …" (Νεοχώρι Κάστρου-Κυλλήνης Ηλείας. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 3805, σ. 88. Ευφροσύνη Ζαχαροπούλου, 85 ετών, μη εγγράμματη. Επιτόπια έρευνα-καταγραφή Ελένη Ψυχογιού, 1975).
«…Ήτανε τόπος άγονος και απάτητα μέρη εκεί [όπου τώρα το μοναστήρι] και βόσκανε γίδια και πρόβατα. Εκεί δεν είχε νερό να ποτίσουνε τα πρόβατα ούτε και η βοσκοπούλα [που τα έβοσκε]. Μια μέρα βλέπει ένα τραΐ και ερχότανε με τα γένια του βρεμένα. Λέει, αφού εδώ νερό δεν υπάρχει, πού πηγαίνει το τραΐ  και βρίσκει; Το παρακολούθησε να δει πού πάει και βρίσκει. Με μεγάλο κόπο γιατί τα μέρη ήτανε αδιάβατα, παρακολούθησε το τραΐ. Έφτασε και βλέπει μια σπηλιά και μπήκε μέσα το τραΐ κι έπινε νερό. Κι όπως έσκυψε να πιεί νερό, αντίκρισε μέρσα στο νερό την εικόνα της Παναγίας της Βλαχέραινας κι η κοπέλα φοβήθηκε. Άκουσε μια φωνή να της λέει «μη φοβάσαι, εγώ είμαι η Παναγία και να πας κάτου στο χωριό να τους πεις να έρθουν να με δούνε». Οι χωρικοί δεν το πιστεύανε και τη γελάγανε και ξαναπήγε η κοπέλα και είπε στην Παναγία πως «δε με πιστεύουνε». Της είπε, «αφού δε σε πιστεύουνε, αυτή τη ρόκα που βαστάς, να την μπήξεις στη γη και θα βλαστήσει ό,τι δέντρο ήτανε»  [φτιαγμένη η ρόκα].  Ήτανε συκιά και φύτρωσε και υπάρχει ακόμα[2]. Τότε όλοι πιστέψανε, βάλανε φωτιές και κάψανε ’κεί τα χόρτα για να μπορέσουνε να προχωρήσουνε. Προχωρήσανε και ηύρανε την εικόνα της Παναγίας. Επειδή η κοπέλα ήτανε βλαχοπούλα, η εικόνα ονομάστηκε Παναγία η Βλαχέραινα…» (Νεοχώρι Κάστρου-Κυλλήνης Ηλείας. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 3805, σ. 89-90. Δήμητρα Στεφανοπούλου, 69 ετών, εγγράμματη (1ης δημοτικού). Επιτόπια έρευνα-καταγραφή Ελένη Ψυχογιού, 1975).




Η Παναγία η κυρά Βλαχέρενα στην εικόνα της "εύρεσης" με τα αφιερώματα /τάματα των πιστών (σκαναρισμένο αντίγραφο από καρτ-ποσταλ που πουλιόταν παλιότερα  στη μονή)


 
Λεπτομέρεια προσκυνηματικής εικόνας της Παναγίας τοποθετημένης μέσα στο καθολικό, με αφιέρωμα κέρινο ομοίωμα παιδιού (Απρίλιος 2009)

 Είναι ενδιαφέρον ότι και η προκύπτουσα ως συνώνυμή της Μητέρας-Ελένης-Αγιαλένης, η «Ελένη» των τραγουδιών εμφανίζεται επίσης «μαυρομαντήλα», κατά ένα τρόπο, σε τραγούδια της ευρύτερης περιοχής (βλ. παραδείγματος χάρη, ένα από τη γειτονική και στο  χωριό Πόρτες, στην Τριταία: Το μαύρο το μαντήλι μώρ’ Ελένη που βάζεις στα μαλλιά / το μαύρο το μαντήλι Ελένη που βάζεις στα μαλλιά / να μην το ξαναβάλεις μώρ’ Ελένη τρελλαίνεις τα παιδιά / να μην το ξαναβάλεις Ελένη τρελλαίνεις τα παιδιά...[30].  Η «Ελένη» στα τραγούδια συνδέεται εν γένει με τα μαύρα ρούχα, φαίνεται όχι μόνον για ποιητικούς-ερωτικούς λόγους εν τέλει, αλλά και για μυθικούς και συμβολικούς-θρησκευτικούς, όπως προκύπτει από τα χθόνια συμβολικά συμφραζόμενα του ονόματος και τη συμβολική σχέση του με τη «Μαυρηγή».







Βλαχέραινα,   ένας διαχρ0νικά ιερός τόπος: ώσμωση αρχαίων, παλαιοχριστιανικών, βυζαντινών και φράγκικων αρχιτεκτονικών στοιχείων στο ναό και στον περίβολο της μονής (2006, 2010)

Βεβαίως, οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι τοποθετούν το κτίσιμο του καθολικού της μονής στον 12ο-13ο αιώνα, με τα δεδομένα που διαθέτουν ή που έχουν ερευνήσει. Ωστόσο, λόγω της γεωγραφικής θέσης και της ιστορικής και θρησκευτικής/συμβολικής  σημασίας της μέσα στο όλο αρχαιολογικό, ιστορικό και εθνογραφικό συν-κείμενο της ευρύτερης περιοχής της, πιστεύω ότι έχουμε να κάνουμε με πανάρχαιο ιερό τόπο, τα τεκμήρια της παλαιότητας του οποίου ή χάθηκαν (σκόπιμα ή μη) από τις επάλληλες παρεμβάσεις στο καθολικό και τα κελιά της Μονής ή παραμένουν ακόμα κρυμμένα/αγνοημένα. 
Τα εμφανή, εντοιχισμένα στο ναό μαρμάρινα αρχαία γλυπτά θεωρούνται παλαιοχριστιανικά ή βυζαντινά, ενώ τα διάσπαρτα έξω κυρίως από τον πρόναο αρχαία μαρμάρινα οικοδομικά γλυπτά θεωρείται ότι μεταφέρθηκαν εδώ από αλλού(!). 




Μονή Παναγίας Βλαχέραινας. Η χτισμένη, υπόγεια πηγή και δεξαμενή νερού, τόπος της "εύρεσης" της εικόνας της Παναγίας κατά την τοπική παράδοση, χίλια περίπου μετρα  βόρεια της μονής, μέσα στον ελαιώνα (Απρίλης 2010)



Η Παναγία η Λεχαινίτισσα 

Συνεχίζοντας την πραγμάτευση για  τα τοπικά, ιστορικά, συμβολικά, θρησκευτικά και αφηγηματικά ευρήματα  που εκτιμώ ότι  προκύπτουν με αφετηρία το δρώμενο της Πρωτομαγιάς  στα Λεχαινά Ηλείας στα τέλη του 19ου αι. θα προχωρήσω την περιήγηση βόρεια (βλ. σχετικά  και την ανάρτηση: "Συλλογές λαογραφικού υλικού: παράλληλα κείμενα από την Ηλεία" στην ιστοσελίδα μου fiestaperpetua.blogspot.com και στο academia.edu.com).
                                    

Ο τόπος όπου καταγράφηκε κατά τα τέλη του 19ου αιώνα το  λαογραφικό υλικό για τον "Μάη" από τον Σχολάρχη και τον Α. Καρκαβίτσα και μέσω αυτών από τον Ν. Γ. Πολίτη, δηλαδή τα Λεχαινά, εντάσσεται χωροταξικά στο δυτικό πόλο των παραδόσεων του Ανήλιαστου και της νεράιδας-μάνας που μας απασχολούν, ήτοι στον παραθαλάσσιο τόπο προς τον οποίο κατευθύνει την ερωτική, χθόνια περιπλάνησή του ο «Ανήλιαστος» εραστής αλλά και η θρηνούσα νεράιδα-μάνα, αφού γειτνιάζουν, όπως είδαμε, με το Χλεμούτσι και την Κυλλήνη. Οι Λεχαινίτες πηγαίνουν επίσης στο πανηγύρι της Βλαχέραινας, ιδιαίτερα μέχρι τη δεκαετία του 1950 που άκμαζε ακόμα με την παραδοσιακή μορφή του. Ο οικισμός των Λεχαινών είναι μεν χτισμένος στο «γούπατο του κάμπου» (όπως γράφει ο Α. Καρκαβίτσας), ωστόσο πολύ κοντά στη θέλασσα (3 χλμ. περίπου) και σε κομβικό οδικό σημείο (προς το λιμάνι της Κυλλήνης, προς Πάτρα-Πύργο όσο και προς το Σανταμέρι) ενώ είδαμε ότι το 1888, κατά την επιτόπια καταγραφή του συγκεκριμένου λαογραφικού υλικού για τον "Μάη", που είναι αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης, διέθεταν τις προϋποθέσεις να ανθούν πληθυσμιακά και πολιτισμικά. Τα ίδια αυτά γεωγραφικά, οικονομικά και πλουτοπαραγωγικά στοιχεία μέσα στο πλαίσιο της ισχύουσας ακόμα τότε εν πολλοίς πολιτισμικά προβιομηχανικής εποχής, συνετέλεσαν ώστε η κωμόπολη ν’ αποτελεί ιστορικά έναν από τους παλαιότερους και πολυπληθέστερους –κατά την ιστορική συγκυρία− οικισμούς της Ηλείας (και όλης της Πελοποννήσου), με μόνιμο πληθυσμό πάνω από χίλιους κατοίκους τους τελευταίους (πριν τον 19ο ) αιώνες, τουλάχιστον, όσο και σήμερα[1] Έτσι η  συγκεκριμένη οικιστική και πληθυσμιακή ανάπτυξη των Λεχαινών στο συγκεκριμένο χωροταξικό πλαίσιο, εκτιμώ ότι μπορεί να παραπέμπει και σε ακόμα απώτερο παρελθόν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ως προς τη γεωγραφική, επικοινωνιακή και οικονομική σημασία της ευρύτερης περιοχής, μεταξύ άλλων ιστορικών παραγόντων, το ότι οι Φράγκοι κατακτητές, από όλο το Μοριά επέλεξαν να στήσουν την πρωτεύουσα του Πριγκηπάτου στην ελάχιστα (μόλις 2,5-3 χλμ) απέχουσα από τα Λεχαινά, Ανδραβίδα. Παρόλο που οι Φράγκοι τιμούσαν την "Αγία του Θεού Σοφία" ("Αγια-Σοφιά") στον περικαλλή, τεράστιο ναό της στην Ανδραβίδα, ο σημερινός ενοριακός ναός της κωμόπολης, χτισμένος στη θέση του  μικρότερου, πρώην κοιμητηριακού,  είναι αφιερωμένος στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Να είναι άραγε άνευ σημασίας -σε σχέση με την ερευνητική μου υπόθεση-  το ότι ο άλλος παλαιός ναός της κωμόπολης είναι αφιερωμένος στους ως "δίδυμους" άγιους Ταξιάρχες; Κατά την εκτίμησή μου, πίσω από το συνδυασμό των χθόνιων αγίων (λόγω του ότι πριν ο ναός ήταν του νεκροταφείου) Κωνσταντίνου και Ελένης και των ως "δίδυμων" Ταξιαρχών, και σε συνδυασμό με τα όσα γειτονικά  ιερά μνημεία προσεγγίζω εδώ, φαίνεται να  υπολανθάνει η παλιά λατρευτική παράδοση που αφορά την Μητέρα-Γη Ελένη (για τους  ως "δίδυμους" αγίους βλ. την ανάρτηση: http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2014/10/icons-of-saints-constantine-and-helen_27.html).



 Ανδραβίδα, ο ενοριακός ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (15/9/2010)


Ανδραβίδα, ο ναός των Ταξιαρχών (άη-Ταξιάρχης) 15/9/2015


Ανδραβίδα, ιερός ναός των Ταξιαρχών, ΒΑ γωνία. Οι ως "δίδυμοι" άγιοι Ταξιάρχες στην αφιερωματική εικόνα του τέμπλου και η προσκυνηματική εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, σε συνδυασμό με την ιερή "τριάδα" που οι πιστοί έχουν συνδυάσει με την εικόνα των ως "δίδυμων" αγίων Ραφαήλ και Νικολάου και της κόρης Ειρήνης (15/9/2015)

Στο συν-κείμενο της έρευνάς μου πάντα, το ιστορικό τεκμήριο της Φραγκοκρατίας εκτιμώ ότι μας επιτρέπει  ν’ απλωθούμε ακόμα πιο πίσω στο παρελθόν σχετικά με τα με τα Λεχαινά. Επιπλέον γιατί τα Λεχαινά, ως μέρος της ευρύτερης περιοχής της Μυρτουντίας, αναφέρονται ρητά ως αντικείμενο αγοραπωλησίας μαζί με την περιοχή τους κατά το 1325, όπως και πουλήθηκαν εν τέλει στους Φλωρεντινούς Ατζαγιόλι[2]. Για να συμπεριληφθούν ονομαστικά στο ευρύτερο πλαίσιο μιας τέτοιας οικονομικής διαπραγμάτευσης, φαίνεται ότι διέθεταν και κάποια υπολογίσιμη οικονομική αξία. Αυτή η ανταλλακτική αξία των Λεχαινών κατά τις αρχές του 14ου αιώνα μάς παραπέμπει στο ότι επρόκειτο τότε για έναν σχετικά ακμαίο οικονομικά (άρα και πολιτισμικά, στο τοπικό και ιστορικό συμφραζόμενο) οικισμό, με την ευρύτερη βεβαίως περιοχή τους, που περικλείει και τους έγγειους, στεριανούς και υδάτινους, πλουτοπαραγωγικούς πόρους  (κυρίως τις αλυκές και  το Κοτύχι, κ.ά). Οι οικισμοί δεν "φυτρώνουν": δεν ιδρύονται ούτε ακμάζουν βεβαίως ακριβώς στο χρονικό σημείο που καταγράφονται ως τέτοιοι, αλλά προκύπτουν ως αποτέλεσμα προηγηθείσας, μακράς ιστορικής, δημογραφικής, κοινωνικής και οικονομικής διαδικασίας. Επομένως ο οικισμός των Λεχαινών κατά το 1325 πρέπει να διέθετε ήδη ένα ιστορικό και πολιτισμικό παρελθόν διαρκείας τέτοιο, που να είχε συντελέσει στη δημιουργία της συγκεκριμένης οικονομικής αξίας που τον οδήγησε τότε στα χέρια των Φλωρεντινών.



                                                                                    
Το όνομα Λεχαινά  δεν έχει ετυμολογηθεί  ασφαλώς. Ο Ντ. Ψυχογιός  στο βιβλίο  "Ο κώδικας της Παναγίας της Λεχαινίτισσας και τα Λεχαινά",   προτείνει σχέση με τη λέξη λεχώνα, στηριζόμενος σε αρχαίες και νεότερες παραδόσεις που αφορούν ευγονικές και  ιαματικές τελετουργίες για παιδιά που επιτελούνταν στον ιαματικό υγρότοπο Μοσχονέρι στην περιοχή των Λεχαινών  και σε άλλες γειτονικά ιαματικά νερά στις παρυφές του υγρότοπου της Δροσελής[3]. Ωστόσο είναι εντυπωσιακό, ως προς την παλαιότητα του ονόματος   (σύμφωνα και με τη σύμφωνη γνώμη του γλωσσολόγου καθηγητή Χ. Χαραλαμπάκη, τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για τη γραπτή  ανταπόκρισή του σε σχετική ερώτησή μου) το ότι το όνομα  Λεχαινά (όπως και η λεχώνα εξάλλου) προέρχεται  από  την ινδοευρωπαϊκή  ρίζα *legh-,  λέχ-. = κείσθαι , με παράγωγα τα λεχαίος, λεχήρης, όπως και το λόχος (με ετεροίωση (από το λεχ-),  που είναι "τόπος ενέδρας".  Δηλαδή κατ' επέκταση από τη σημασία  "κείσθαι", το όνομα Λεχαινά μπορεί να σημαίνει τόπο που "κείται", τόπο απλωτό, δηλαδή  ίσιωμα, κάμπο. όπως είναι εξάλλου  η περιοχή εδαφικά. Ο  Καρκαβίτσας περιγράφει τον κάμπο όπου τα  Λεχαινά ως  "...Ο κάμπος απλούται επικλινής...", οπότε κυριολεκτεί , άθελά του,  σε σχέση με την ετυμολογία του  ονόματος Λεχαινά  (άρα και ο Ντίνος Ψυχογιός,  από άλλο δρόμο, δεν έπεσε εντελώς έξω με την ετυμολογία από τη λέξη "λεχώνα"). Το παράγωγο από τη ρίζα λεχ λόχος υποθέτω ότι παραπέμπει και στη λόχ-μη, οπότε μπορεί και αυτό να συνεισφέρει στην ετυμολόγηση, δεδομένου του υγρότοπου-λόχμης της Δροσελής-Κοτυχίου των Λεχαινών, όπου και στήνουν ανέκαθεν ενέδρες οι κυνηγοί...
Η κατάληξη σε –ενα ή –αινα αποτελεί σήμερα  ονομαστική  επίκληση ύπανδρων γυναικών από το όνομα του συζύγου  (Χρήσταινα κ.λπ.) στον οποίο «ανήκουν». Ωστόσο η κατάληξη αυτή   μπορεί να δηλώνει και τόπο, όπως προκύπτει και από ονόματα χωριών (π.χ. Κρέσταινα, Βαρβάσαινα στην Ηλεία) αλλά να έχει και περιεκτική σημασία (π.χ. [4]μαυροζούμαινα= ο χώρος με μαύρο ζουμί, κόπραινα= ο τόπος με κοπριά, κ.λπ., Λεχαινά= ο τόπος με κάμπο)[1]. Παλαιό τοπωνύμιο με κατάληξη ακριβώς σε -ενά  υπάρχει εξάλλου και  στα σύνορα Ηλείας -Αχαίας , στο"Σκιαδοβούνι" , πρόβουνο του Ερύμανθου, τα Νοτενά, από όπου και το όνομα της μονής Νοτενών.
Πέραν αυτών το όνομα "Λεχαινά" είναι από τα ελάχιστα μη "ξενικά"  της ευρύτερης περιοχής, που δεν άλλαξε όνομα ούτε στην καθομιλουμένη, ούτε με τις νεότερες μετωνομασίες οικισμών, όπως συνέβη σε άλλα, τουρκικής, φράγκικης, αλβανικης ή σλαβικής προέλευσης τοπωνύμια στην περιοχή και αλλού[5]. Το βεβαιωμένα αρχαίο τοπωνύμιο  Λέχαιο, το δυτικό λιμάνι-επίνειο της  αρχαίας Κορίνθου και η κοινή προέλευση της λέξης Λέχαιο από τη ρίζα λεχ, όπως και τα Λεχαινά, δηλώνει την ελληνική ρίζα του ονόματος Λεχαινά[6].
Η οικιστική και πληθυσμιακή ανάπτυξη των Λεχαινών κατά τα τέλη του 19ου αι. που καταγράφεται το δρώμενο του «Μάη» τόσο από τον λεχαινίτη συγγραφέα Ανδρέα Καρκαβίτσα όσο και από τον Σχολάρχη Λεχαινών Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, πιστεύω ότι παραπέμπει και σε απώτερο ή κοντινό τους παρελθόν[7].  Από τα γραπτά στοιχεία που διασώθηκαν στον κώδικα της «Παναγίας της Λεχαινίτισσας» (που «ανακάλυψε», σχολίασε και δημοσίευσε ο Ντίνος Ψυχογιός και αναφέρεται σε γεγονότα από το 1679 έως το 1870) προκύπτει ότι η κωμόπολη τον καιρό της δεύτερης Τουρκοκρατίας διαβιούσε θρησκευτικά και κοινωνικά περίπου ως ανεξάρτητο κεφαλοχώρι, χωρίς σχεδόν την παρουσία τουρκικού στοιχείου σε αυτήν, πλην λιγοστών προσώπων της Διοίκησης[8]. Οι μικροϊδιοκτήτες γης κάτοικοί της είχαν μεσούντος του 18ου αι. την ευχέρεια ν' αφιερώνουν κομμάτια γης στη συγκεκριμένη εκκλησία της Παναγίας (συνολικά 170 παλαιά στρέμματα, ανεξάρτητα από τους λόγους που μπορεί να τους οδηγούσαν σε αυτό), να πραγματοποιούν πάνδημες δημόσιες λιτανεύσεις εικόνων για αποτροπή της πανούκλας, να τελούν τα πανηγύρια τους, να κάνουν αγοραπωλησίες ακινήτων (και δη οι γυναίκες), να διατηρούν ταβέρνες.
Άρα οι Λεχαινίτες μάλλον μπορούσαν να τελούν απρόσκοπτα αυτή την περίοδο και τις άλλες θρησκευτικές και εθιμικές τους δραστηριότητες, όπως προκύπτει εξάλλου και από την αναφορά του γέροντα πληροφορητή του Σχολάρχη για το «Μάη», ότι τον επιτελούσαν και στα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτά τα πολύτιμα για την ιστορία της κωμόπολης -και όχι μόνον- τεκμήρια υποδηλώνουν ότι αν αυτή η ελευθερία λατρευτικής έκφρασης λάβαινε χώρα παρά τη θρησκευτική ετερότητα των ντόπιων σε σχέση με την εξουσιαστική και κυρίαρχη ομάδα κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία στο Μοριά, είναι πιθανό να ίσχυε και επί της πρώτης Τουρκοκρατίας, πολύ περισσότερο δε κατά τη χριστιανική Ενετοκρατία, τη Βυζαντινοκρατία των Δεσποτών του Μυστρά, τη Φραγκοκρατία, για να φθάσω μόνο μέχρι την ιστορική περίοδο από την οποία διαθέτουμε τα πρώτα γραπτά τεκμήρια για τα Λεχαινά[9].
Το στιχούργημα «Τα δυο στοιχειά» του Λεχαινίτη συγγραφέα Ανδρέα Καρκαβίτσα, αναφέρεται συμβολικά στην αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο γειτονικά πολίσματα, Ανδραβίδα και Λεχαινά, αντιπαλότητα έντονη και διαχρονική, που υφίσταται και σήμερα στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα[10]. Στο στιχούργημα νικητής βγαίνει το αντρειωμένο στοιχειό της Ανδραβίδας, ενώ το αδύναμο  Λεχαινίτικο στοιχειό μαζί με τα Λεχαινά, εξαφανίζονται.  Δεν είμαι σίγουρη  αν ήταν η νοσηρότητα των βάλτων που περιέβαλλαν τα Λεχαινά στην εποχή του που ώθησε τον  Α. Καρκαβίτσα σε μια τόσο απαισιόδοξη θεώρηση της μοίρας των Λεχαινών και το ένδοξο, πλην Φράγκικο, παρελθόν της Ανδραβίδας στη νίκη του στοιχειού της. Ωστόσο το ντοκουμέντο του εν λόγω «Κώδικα ης Παναγίας της Λεχαινίτισσας» και τα συμπεράσματα που μπορούμε να αντλήσουμε από αυτό, μας λένε πως τα Λεχαινά κάθε άλλο παρά αδύναμα ήταν και πως όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν αλλά παραμένουν ακμαία, ως διαχρονική διοικητική πρωτεύουσα της περιοχής με τελευταία αυτή του Καλλικρατικού Δήμου Ανδραβίδας - Κυλλήνης[11].  Η ύπαρξη αυτής της παραδοσιακής τελετουργικής δραστηριότητας και πίστης στη «Μητέρα-Γη»-Ελένη  (όπως υποστηρίζω ότι αφορά το δρώμενο του Μάη) πιθανόν να προκύπτει −πέραν της πολιτικής και θρησκευτικής περιθωριακότητας της Δυτικής Πελοποννήσου από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση μέχρι και τον 10ο αιώνα, αν εξαιρέσουμε την τέλεση των Ολυμπιακών αγώνων− και από το γεγονός ότι οι Φράγκοι, προκειμένου να κατακτήσουν το Μοριά, υποσχέθηκαν μεταξύ άλλων στους ντόπιους −με έμφαση− ότι θα τους αφήσουν ελεύθερους να τελούν τα αρχαία έθιμά τους, όπως αναφέρει και ο Μίλλερ. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι αυτές οι υποσχέσεις αφορούσαν τα προνόμια της τοπικής θρησκευτικής και και πολιτικής εξουσίας, εκτιμώ ότι έχει ενδιαφέρον, ως προς την παρούσα ανάλυση, το πώς διατυπώνονται: «...Ο Γοδεφρείδος ... είχε καταφέρει να ελκύσει την προσοχήν των Φράγκων βαρώνων και των Ελλήνων κατοίκων, ών την θρησκείαν και τ’ αρχαία έθιμα είχον ορκισθεί να ευλαβηθώσιν οι Λατίνοι κατακτηταί....»[12]. Μέσα σε όλο το παραπάνω ιστορικό συμφραζόμενο, δεδομένης και της συντηρητικότητας των θρησκευτικών φαινομένων, δικαιούμαστε νομίζω να υποθέσουμε ότι ο «Μάης» όσο και η συνολική θρησκευτική αφήγηση στην οποία εντάσσεται και που αφορά τη Μητέρα-Γη, έχει έναν ιδιαίτερα μακρό ιστορικό βίο στα Λεχαινά και τον ευρύτερο χώρο της ΒΔ Ηλείας (και ΝΔ Αχαΐας).


  Το εκκλησάκι του άη Θανάση, στην ομώνυμη παραλία των Λεχαινών (2008)

πηγή: Ντ. Ψυχογιός, "Τα μοναστήρια της Ηλείας. Ο άη Θανάσης", Ηλειακά, τεύχος 11, Σεπτ. 1979, σελ. 1002

Άη-Θανάσης Λεχαινών, περιβολος βόρειας πλευράς  (2001). Ο αρχαίος κίονας, σπασμένος σε δύο κομμάτια, τα οποία στη συνέχεια εξαφανίστηκαν

Μέσα στην ίδια την πόλη των Λεχαινών δεν έχουν εντοπιστεί ως τώρα ανασκαφικά ευρήματα που να τεκμηριώνουν και αρχαιολογικά αυτή την άποψη αλλά η γύρω, κυρίως η παραθαλάσσια, περιοχή βρίθει από αυτά, με πλησιέστερο διαχρονικό θρησκευτικό ίδρυμα τη μονή του άη-Θανάση (ο Άγιος αναφέρεται και στο τραγούδι «του Μαγιού», στην 4η Επιστολή, του Σχολάρχη, ως τραγούδι του τραπεζιού) στην ομώνυμη παραλιακή ζώνη της κωμόπολης. Η μονή πρέπει να χτίστηκε στη θέση σημαντικού αρχαίου και παλαιοχριστιανικού ιερού τόπου. Τούτο τεκμηριώνεται από τα προαναφερθέντα ήδη αρχαία αρχιτεκτονικά στοιχεία, ορατά μέχρι πρόσφατα γύρω από το σημερινό καθολικό της Μονής αλλά και από τη σπουδαιότητα του πανηγυριού του παλιότερα, ο χρόνος τέλεσης του οποίου, στις 2 Μαΐου, φέρνει τον Άγιο σε χρονική τουλάχιστον συνάφεια, αν όχι και συμβολική, με τον πρωτομαγιάτικο «Μάη»[13].



Ο Ντ. Ψυχογιός σε αρχαιολογικές αναζητήσεις  στη θέση  " Τουρκόπουλου", κοντά στην  παραλία των Λεχαινών, 1950  (φωτογρ. αρχείο Ντίνου Ψυχογιού)


Μέσα σε όλο αυτό το τοπικό, συμβολικό και ιστορικό πλαίσιο που δομεί τοπικά με σύνθετα στοιχεία τη θρησκευτική παράδοση για τη Μητέρα-Γη, προκύπτει νομίζω σχεδόν ως εύλογο το ότι ο παλαιότερος –και πρώην ενοριακός, γύρω από τον οποίο δομήθηκε και ο πρώτος οικιστικός πυρήνας της πολίχνης− ναός των Λεχαινών, η Παναγία η Λεχαινίτισσα (που βρίσκεται μάλιστα χωροταξικά κοντά και στην ίδια ευθεία με τον χθόνιο άη-Θανάση)[14], είναι αφιερωμένη και εορτάζει στα Εισόδια της Θεοτόκου.



Λεχαινά, ο ναός της Παναγίας (πηγή: Ελένη Ψυχογιού, Λεχαινά. Ο τόπος, τα σπίτια, καλλιτεχνική επιμέλεια Σωσώ Κατσούφη-Σεβδαλή, εκ παραδρομής, Λεχαινά 1987, σ. 120, εικ. αρ. 94)

 Η αφιέρωση σε αυτή τη γιορτή της Παναγίας που  επωνομάζεται εποχικά «Μεσοσπορίτισσα», συνδέει εδώ και παραγωγικά την μορφή της Παναγίας με τη Γη και τα σιτηρά, δεδομένου μάλιστα ότι η εκκλησία της χτίστηκε πάνω και στη θέση που κατείχαν πριν «βλαχέικα αλώνια», όπως προκύπτει από τα πολύτιμα στοιχεία που διέσωσε ο προαναφερθείς Κώδικας του ναού[15]. Από τη μελέτη των στοιχείων του κώδικα της «Παναγίας της Λεχαινίτισσας» δηλαδή, ο μελετητής του  Nτ. Ψυχογιός κρίνει ότι το κτίσιμο της εκκλησίας ανάγεται στους πριν τον 17ο αιώνα χρόνους σε χώρο που αποκαλείται στον κώδικα «βλαχέικα αλώνια». Το γεγονός ότι κάποιοι κάτοικοι αφιέρωσαν έναν πολύτιμο, δομημένο τόπο παραγωγής, όπως είναι τα αλώνια (που η ίδρυση και η χρήση  τους απαιτεί συγκεκριμένες εδαφικές και μετεωρολογικές προϋποθέσεις), προκειμένου να κτιστεί ναός, πρέπει να σχετίζεται με σημαντικά τοπικά γεγονότα. Αυτά θα αφορούσαν είτε το σύνολο της κοινότητας (προστασία από λιμό, λοιμό, σεισμούς, κράνη, κατακτητές και λοιπά), είτε τους συγκεκριμένους δωρητές των αλωνιών, που προκύπτει από το τοπωνύμιο «βλαχέικα» ότι ήταν κτηνοτρόφοι, κατά πάσα πιθανότητα.
 Ωστόσο οι κτηνοτροφικοί μετακινούμενοι πληθυσμοί της περιοχής που δηλώνει τοπικά ο όρος «βλάχοι», μάλλον δεν μπορούσαν να διαθέτουν αλώνια, αφού γνωρίζουμε από σημερινές μαρτυρίες τους ότι κατά κανόνα δεν ήταν ιδιοκτήτες γης πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο −πόσο μάλλον  κατά τον 17ο αι.−, ούτε ασχολούνταν άμεσα με γεωργικές παραγωγικές ασχολίες ώστε να μπορούν να έχουν και να χαρίσουν δικά τους αλώνια στην Παναγία τη Λεχαινίτισσα, άρα προκύπτει εδώ κάποιο πρόβλημα. Το πρόβλημα  θα μπορούσε ίσως να λυθεί   αν η λέξη «βλαχέικα» έχει και άλλη σημασιοδότηση, ετυμολογικά σχετική με αυτή που υπέθεσα ήδη για την −προκύπτουσα πιθανόν ως τέτοια στο τοπικό θρησκευτικό συμφραζόμενο− συγγενική της ετυμολογικά, όπως υποστηρίζω,  λέξη Βλαχέραινα (βλ. σχετικά στην ανάρτηση  «Ταξιδιωτικά-περιηγητικά στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης: Αχέροντας-Κέρκυρα στην ιστοσελίδα μου psychogiou.blogspot.com). Δηλαδή ο προσδιορισμός των αλωνιών «βλαχέικα» να μην σημαίνει ότι  ανήκαν σε   «βλάχους» αλλά ότι  ανήκαν (ή να συνόρευαν με αυτό) σε παλαιό τοπικό ιερό αφιερωμένο στην Μητέρα-Ελένη-»Βλαχέραινα» (ή/και στο ίδιο το μοναστήρι, όπως εξάλλου και ο Αηθανάσης), υπόθεση που συνάδει νομίζω και με την αφιέρωση του ναού στη «Μεσοσπορίτισσα» Παναγία  αλλά και με την τυπική σχεδόν, όπως προανέφερα ότι προκύπτει εθνογραφικά, παρουσία της «Αγιαλένης» σε σιταρότοπους και αλώνια.
Το επόμενο τραγούδι από τη γειτονική δυτική Στερεά Ελλάδα, παραλλαγή της «Λιογέννητης» (Ακριτικά 2,1 στην κατάταξη του αρχείου του ΚΕΕΛ) εκτιμώ ότι ενισχύει αυτή την ετυμολογική ερμηνεία και σε συμβολικό επίπεδο, αφού η βλαχούλα (και όχι «βλαχοπούλα») στην οποία αναφέρεται τόσο εμφατικά (πβ. και με τη Στρουμπούλω, τη Συριανή του Μάη καθώς και την Ελένη του Λιμάζη) έχει όλα τα μυθικά χαρακτηριστικά της κόρης-Ελένης -Λουλούδως κ.λπ.  του τραγουδιού του Μάη ενώ την συνδέει άμεσα και με σιτηρά και αλώνια, που όπως είδαμε, δεν προσιδιάζουν ιδιαίτερα σε «βλάχους» κτηνοτρόφους. Κατά την αντίληψή μου λοιπόν το εν λόγω ρουμελιώτικο τραγούδι δεν φαίνεται ν’ αφορά μόνον κάποια «βλαχούλα» με την κτηνοτροφική και μόνο έννοια του όρου: Βλαχούλα ν εροβόλαε ν από ψηλή ραχούλα βλάχα βλαχούλα μ’ άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου− / φέρνει τη ρόκα φουντωτή τ’ αδράχτι της γεμάτοβλάχα βλαχούλα μ’ άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου− /σέρνουν τα πόδια της δροσιά και τα μαλλιά της μόσχοβλάχα βλαχούλα μ’  άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου− / σέρνουν και τα πασούμια της του Μάη τα λουλούδια /−βλάχα βλαχούλα μ’  άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου− / κι ο βλάχος την καρτέραγε σ’ ένα στενό ντερβένι βλάχα βλαχούλα μ’ άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου /Βλαχούλα μ’ πούθε ν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις βλάχα βλαχούλα μ’  άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου / Ν από τα πρόβατ’ έρχομαι στο σπίτι μου πηγαίνω βλάχα βλαχούλα μ’ άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου− / Βλαχούλα μ’ δεν παντρεύεσαι τσομπάνη άντρα να πάρεις βλάχα βλαχούλα μ’  άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου− / Δύνεσαι άγουρε δύνεσαι ν ό,τι σου πω να κάμεις βλάχα βλαχούλα μ’  άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου / να φκιάσεις τ΄αλωνάκι σου στη μέση του πελάου βλάχα βλαχούλα μ’  άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου /κι ουδ’ άχυρο να μη βραχεί μηδέ σπειρί σιτάρι βλάχα βλαχούλα μ’ άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου− / να δεματιάσεις και τ’ αυγά μ’ ένα κλωνί μετάξι βλάχα βλαχούλα μ’ άει άει άει μπω μπω μπω τι τι τι βλαχοπούλα μου…[16] Η συνεξέταση αυτών των ευρημάτων −στο επιτόπιο τελετουργικό συμφραζόμενο και του δρώμενου του «Μάη»− εκτιμώ ότι μπορεί να αναδεικνύει μέσω της «μεσοσπορίτισσας»/[«βλαχέϊκης»] Λεχαινίτισσας Παναγίας πέραν των αφηγηματικών και ναϊκούς συσχετισμούς με την άλλη «Μεγάλη Μητέρα» στα Λεχαινά[17].  Όπως έχω υποστηρίξει σε άλλη ανάρτηση σε αυτή την ιστοσελίδα σχετικά με τον «Ανήλιαστο» και την «Ανήλιαστη» στα ίχνη της Ελένης/Αγιαλένης, η αφιέρωση του ενοριακού ναού της γειτονικής Ανδραβίδας (πρώην νεκροταφειακού) στους αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη όσο και μιας ακόμα κεντρικής εκκλησίας  στους ως «δίδυμους» άγιους Ταξιάρχες, υποδηλώνει τη λανθάνουσα  παρουσία  της Ελένης/«Αγιαλένης».   Συνδυαστικά λοιπόν  με την «Παναγία την Λεχαινίτισσα» και τα όσα σχετικά ανέφερα παραπάνω, εκτιμώ ότι ενισχύεται η  παρουσία της Μεγάλης Μητέρας   και εδώ.



Η Τρανή Κυρά, η Λάμια

Πέραν όμως από τις όποιες μεταμφιέσεις και μετωνυμίες μπορεί να λανθάνουν στις ιερές μορφές όπου είναι αφιερωμένα τα παραπάνω χριστιανικά μνημεία, στην περιοχή των Λεχαινών υπάρχει ένας πολύ σημαντικός, σχετικά με τις αφηγήσεις που αναλύονται εδώ, παγανιστικός ιερός/ανίερος τόπος που εκτιμώ ότι ενισχύει τεκμηριωτικά την παρουσία της μεγάλης θεάς: το Βρωμονέρι και ευφημιστικά Μοσχονέρι, όπως και αποκαλείται συνήθως από τους ντόπιους. Πρόκειται για ένα νερόλακκο στο συνοριακό ΝΑ άκρο τού πάλαι ποτέ (ως τη δεκαετία του 1960) βάλτου Δροσελή. Αν εστιάσουμε από τα ΒΑ, το Μοσχονέρι κείται στο υποπόδιο των έσχατων, προς τα ΝΔ, πρόβουνων του όρους Σκόλλις (του Σανταμεριάνικου ή Πορτιανού βουνού, που είδαμε ήδη -στην ανάρτηση σχετικά με τον «Ανήλιαστο» και την «Ανήλιαστη»-, ήτοι της ομηρικής «Ωλενίας πέτρας») και δη σε οπτική επαφή με την εκεί Νεραϊδότρουπα




Μοσχονέρι: η "λούμπα" με τους λουόμενους και η  ιαματική λάσπη (μετά τα έργα "βελτίωσης", καλοκαίρι 2006)

Περιέχει ιαματικά, όζοντα νερά και «μαύρη» λάσπη ενώ ο λάκκος περιβάλλεται από πυκνή υδρόβια βλάστηση –ελάχιστο κατάλοιπο της Δροσελής– αθέατος σχεδόν μέσα σε αυτή[18]. Αν και βρίσκεται μέσα σε ιδιωτικό κτήμα, το Μοσχονέρι είναι ελεύθερο στην πρόσβαση. Αποτελεί μοναδικό και ονομαστό, δωρεάν –πλην ανοργάνωτο– υδρο-λασποθεραπευτήριο και τόπο προληπτικής και θεραπευτικής αγωγής υγείας, αρρώστων και μη, στη Μυρτουντία και τη γειτονική Βουπρασία για πολλές ασθένειες, κυρίως αρθριτικές και δερματικές, κατά τους θερινούς κυρίως μήνες, στο φως της μέρας[19]. Στο σκοτάδι της νύχτας όμως, καθίσταται (μέχρι πριν σαράντα-πενήντα χρόνια περίπου) μυστηριακός χώρος, ένα είδος φοβερού υπαίθριου ιερού, στο «μαύρο» νερό του οποίου, κατά τις τοπικές δοξασίες, αφηγήσεις και τελετουργικές πρακτικές, εδρεύει και λατρεύεται η θανάσιμη όσο και «γάτρισσα» Τρανή Κυρά, η «βασίλισσα των Νεράιδων». Σε αυτήν, ως «μαύρη» αμφίσημη, αποτρόπαιη θεότητα «παραδίνουν» οι μανάδες τα «στριγγλιασμένα», ήτοι προσβεβλημένα από τις απόξω δυνάμεις, μωρά, και δη τα αβάπτιστα, κατά τα μεσάνυχτα. Με μια σύνθετη τελετουργική, μαγικοθρησκευτική, παγανιστική διαδικασία ιερής/ανίερης «βάπτισης», βουτούν στη «μαύρη» λάσπη τα άρρωστα παιδιά προς θεραπεία σε μια έσχατη, απέλπιδα απόπειρα να τα σώσουν, ή «να τα πάρει» η τρομερή Κυρά, εκφωνώντας προς αυτήν την επωδή:  αδειανό σταμνί σου δίνω, ή γιόμισέ το ή άδειασέ το…[20]
Παραθέτω την αφήγηση μιας γερόντισσας από το κοντινό στο Mοσχονέρι χωριό Μέλισσα που κατέγραψα το 1989  (βλ.  Ε. Ψυχογιού, "Λαϊκή ιατρική και θρησκευτικότητα, προφοτικότητα και εγγραμματοσύνη. Μια γυναικεία μαρτυρία από την πεδινή Ηλεία", περ. Αρχαιολογία, τεύχος 105 (2007),  αφιέρωμα "Ιατρική στη σύγχρονη Ελλάδα¨", σ. 16-21, αναρτημένο και σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο http://psychogiou.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html):
 «…Με τη σούφρα [παιδική ασθένεια] το παιδί δε μεγαλώνει, ζαρώνει κι όσο πάει και χειρότερο γίνεται. Τα πάνε και στο Μοσχονέρι. Πήγανε παιδιά κι από ’δώ. Ο ίδιος μου ο αδερφός. Όχι ο αδερφός μου [δικό του παιδί],  άλλονε πήγε. Τόνε πήρανε και το πήγανε [το παιδί] και μόλις πήγανε στο Μοσχονέρι, το βουτήξανε μέσ’ στο νερό και ήρθανε, γιατί τους είχαμε ’πει εμείς [να το πάνε] η μάνα μου να πούμε, ’κείν’ την ημέρα, κείν’ τον καιρό [παλιότερα δηλαδή]. Τους είπ’ η μάνα μου, ήτανε εδώ η μάνα μου, ζωντανή, και τους λέει «να μη μιλείστε κανένας,  από ’δεπά που θα πάτε μέχρι το Μοσχονέρι κι απ’ το Μοσχονέρι εδώ, ή απάντησες, ή όποιος σου μιλήσει, και ν’ απαντήσεις , όχι· αμίλητοι να πάτε κι αμίλητοι να γυρίστε!»  Τώρα, τη νύχτα γίνουνται αυτά, όχι μέρα, μόλις βασιλέψει ο ήλιος κι’ ύστερα να φύγουνε να πάνε. Τρεις παγαίνανε. Τρεις. Όχι απαραίτητα η μάνα. Δεν ξέρω αν πάνε άλλοι. Πάντως δύο και το παιδί [το άρρωστο], τρεις.  Και τού ’χανε πάρει μια αλλαξά κοντά [του παιδιού] καθαρή και ’κείνα τ’ αποφόρια [που το αλλάξανε] τα πετάξανε μέσα [στη λούμπα, στο Μοσχονέρι].  Και το παιδί [το βάλανε μέσα στο νερό της λούμπας]. Δεν έχει σχέση, ή χειμώνας ή καλοκαίρι, όποτε τύχει. Δεν έχει σχέση αυτό. Αυτό [το πότε θ΄αρρωστήσει το παιδί για να το πάνε] όποτε τύχει, η τύχη,  είναι  τση τύχης αυτό.  Αυτό το Μοσχονέρι μέσα, θα σου πω ύστερα, κοντά, συνέχεια […].
Λοιπόν, μόλις επήγανε ’κεί πέρα [στο Μοσχονέρι] και το βουτήξανε το παιδί, τα ρούχα πού ’χανε μέσα, τ’ αποφόρια απ’ το παιδί, πάπ!, τα πετάξανε μέσα. Ναι! Τ’ αφήκανε μέσα, στο νερό. Του φορέσανε άλλα του παιδιού, το πήρανε, φύγανε. Αμίλητοι. Το παιδί κλάψει δεν κλάψει, τίποτα. Το παιδί ήτανε «απ’ όξω», βαρεμένο. Βαρεμένο «απ’ όξω» αυτό. Λοιπόν κίνησε, πήγανε. Μόλις εφύγανε, ακούνε πίσω μπουουουουουου!!! Από εκεί κά’ από το νερό που ξεκινήσανε [και φύγανε]. Μέχρι που σταματήσανε και σταμάτησε το σύνερο [=σύνορο του Μοσχονεριού, εκεί σταμάτησε η βουή]. Βέβαια, το σύνερο του Μοσχονεριού. Μέχρι που σταμάτησε το σύνερο , κι από ’κεί κι απάνου, ε, δεν, και να μιλήσεις, δεν έχει [δικαιοδοσία η Τρανή Κυρά του Μοσχονεριού], θέλω να σου πω. Ε, πάει.

 Τι είναι στο Μοσχονέρι; Να σου πω ένα που άκουσα φέτο; Έχω δεκαεφτά χρόνια και ’φέτος δεκαοχτώ που πήγα, πάω και κάνω μπάνια [… ]

Το Μοσχονέρι λένε ότι είναι μια γυναίκα. Μέσ’ στο Μοσχονέρι, εφέτο τ’ άκουσα, μια γυναίκα από την Πάτρα ήταν άρρωστη. Ήτανε στα γεράματα τα δικά μας τώρα, όπως είμαστ’ εμείς τώρα εξήντα χρονών, ξέρω ’γώ πόσο είμαστε τώρα, εγώ πάω εβδομήντα τέσσερο-εβδομήντα τρίο, αλλά στις δικές μας ημέρες να πούμε, όχι παλιά. Ήτανε άρρωστη η γυναίκα απ’ τα πόδια τση. Είχε γυρίσει ούλο το γκόσμο, σου λέει. Ούλο το ντουνιά. Τ’ άκουσα ’φέτο ’γώ φτούνο το πράμα, δεν τό ’χα ακούσει τόσα χρόνια. Και της λέει,  «να πας στο Μοσχονέρι να βρεις την υγειά σου». Επαρησιαστήκανε δυο άνθρωποι στον ύπνο της και τση λένε, «εμείς είμαστε οι άγιοι Ανάργυροι» και στο Μοσχονέρι −εγώ εβάρεσα το πόδι μου εφέτο, το βάρεσα, δηλαδή μάτωσε μέσα σε πέτρα, εδώ, ε, τούτο το δάχτυλο, έβγαλα ένα κομμάτι τέεετοιο, ’κείνες τσί  μέρες που λέγανε αυτά στο Μοσχονέρι, τ’ άκουσα που τα λέγανε κι έχει πέτρες κάτου, σωστά δηλαδή− «εμείς είμαστε οι άγιοι Ανάργυροι», λέει, «και εκεί που είναι  η λίμνη», λέει, «ήτανε η εκκλησία μας και τη ρίξανε οι Τούρκοι τα παλαιά χρόνια», λέει, «κι είμαστ΄οι άγιοι Ανάργυροι και να ’ρθείς εκεί στο Μοσχονέρι να ιδείς την υγειά σου». Και μόλις ήρθε στο Μοσχονέρι, είδ’  η γυναίκα την υγειά της! Και την άλλη χρονιά φέρνει τους  Αγιανάργυρους και φέρνει και ’κείνο το αυτό που το ’χει βάλει τους Αγιανάργυρους να πούμε, το εικονοστάσι. Αυτή η γυναίκα το  ’φερε. Και τση λέει, «εμείς είμαστε τόσα χρόνια και μας εγκρεμίσαν την εκκλησία μας και μέσα εκεί που είν’ η λίμνη», λέει,  «ήτανε η εκκλησία μας, οι Αγιανάργυροι,  και όσοι περνάνε είναι φίλοι και καλοί και εμείς τσου κάνουμε  θαραπαυμένους..."
Παραθέτω και τη μαρτυρία μιας γυναίκας από τη γειτονική  Ανδραβίδα που κατέγραψα το 1985, και που αναδεικνύει και συμπληρώνει τη σημασία αυτού του ιαματικού και συμβολικού τόπου για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής, όσο και την πίστη στην αμφίσημη, τρομερή και ιαματικά συνάμα, "Κυρά" των μαύρων νερών του μοσχονεριού (βλ. ΚΕΕλ, χ/φο 4467/1992, λαογραφική αποστολή Ελένης Ψυχογιού)
«…Κάνουνε και μπάνια. Είναι μια λίμνη [το Μοσχονέρι] –την καθαρίσανε τώρα– καλάμια, αυτά. Και είναι το νερό το βλέπεις από πάνου και κάτου γης.  Είναι μαύρη, σα μπαρούτι. Το παίρνεις στο χέρι σου το νερό και είναι άσπρο [και η γη κάτω είναι μαύρη]. Παγαίνει πολύς κόσμος, τώρα [τον Αύγουστο του 1985] θ’ αρχίσει λεωφορείο και θα μας παίρνει [από την Ανδραβίδα] και θα πηγαίνουμε [στο Μοσχονέρι].  Κι άσε τώρα τι [άνθρωποι, κόσμος] ερχώνται, από την Πάτρα, γιατροί, αυτά, από όλα τα περίχωρα. Τα λουτρά [του Μοσχονεριού] είναι τρεις βαθμούς ανώτερα, το νερό,  από όλα τα λουτρά. Ο Σπηλιάδης τα είχε αυτά. Μεγάλη περιουσία. Δικό του ήτανε [το Μοσχονέρι] και δικό του είναι. Και αυτός έχει καμωμένο διαθήκη και συμβόλαια ότι να έχουνε την κατάρα του τα παιδιά του, ότι, να μη χαλάσουνε  το Μοσχονέρι, να πηγαίνει ο κόσμος δωρεάν. Είτε [ούτε] και να μπορούνε[οι κληρονόμοι του] να το χαλάσουνε, είτε να το μεταχειριστούνε με λεφτά [με πληρωμή], σα λουτρά [δηλαδή ως οργανωμένη λουτρική εγκατάσταση, με πληρωμή]. Όχι. «Σας άφηκα περιουσία» τους λέει [ο Σπηλιάδης, στη διαθήκη του] «να ζήσετε εσείς και πολλοί άλλοι. Αυτό θα το αφήκετε έτσι, να λένε “του Σπηλιάδη”». Περιουσίες μεγάλες άφηκε στα παιδιά του, χωράφια  αμέτρητα, τα νοικιάζουνε. Τα παιδιά του δεν πιστεύω να εργάζουνται [με τόση περιουσία], δεν ξέρω, τι να σου πώ.. Λεχαινίτες αυτοί. Ε, και μπαίνεις μέσα στη λίμνη και κάτου, μπαίνεις ως εκεί μέσα στο νερό, ως τα γόνατα, δεν είναι περσότερο [το βάθος του νερού]. Κάθεσαι χάμου, είναι κάθε τόσο τρύπες χάμου και αναβρεί [αναβλύζει] και είναι χιόνι [κρύο το νερό]. Εκεί περνάνε ξένοι, από ξένα βασίλεια κι αυτά, και βλέπουνε τον κόσμο, εκεί φτιάνουνε μπαράκες [χόρτινες καλύβες], πααίνουνε και μένουνε εκεί [για τα μπάνια] να μην πηγαινο-ερχόνται. Παίρνουνε τη λάσπη από τον πάτο και αλειφόνται, είναι μαύρη αυτή, σαν κατράμι. Αλειφόνται. Πόδια, χέρια, ό,που τους πονάει, και κάθονται στον ήλιο, πασαλειμμένοι. Μπαίνεις [κατόπιν] μέσα στο νερό; Διαλύεται η λάσπη! Διαλύεται τελείως από 'πάνου σου η λάσπη, φεύγει. Είτε [ούτε] μουτζούρα, είτε τίποτα, τίποτα. Ο γιος μου, μια φορά, «μητέρα», μου λέει, «θα ‘ρθώ και ‘γώ, με πονάνε τα πόδια μου», –ανεβαίνει στις κολώνες [ο γιος, στις κολώνες της ΔΕΗ] κι αυτά.  Μπαίνει μέσα [στο νερό, στο Μοσχονέρι] ηύρε κι άλλους χωριανούς εκεί, και τι κάνει: βάφει [με τη μαύρη λάσπη] τα πόδια του ούλα, κεφάλι, ούλα. Περνάνε κάτι ξένοι, ξένη γλώσσα, και του πήρανε φωτογραφία!
Λένε ότι εκεί «κρατάει». Μια γειτόνισσά μου εδώ, κάτι κορόιδευε για το Μοσχονέρι  ότι «κρατάει» και τέτοια [δεν το πίστευε]. Και τσ’ ήρθ’ ένα σκαμπίλι, χωρίς να ξέρει ποιος [της το έδωσε]! Εκεί, μέσα στη γούβα [της ήρθε το σκαμπίλι]. Ή που ‘χουνε παραπάνω [από τη «γούβα»] καμωμένο μια βρυσούλα και βγαίνει νερό που το πίνεις! Εκείνο [το νερό της βρυσούλας] για το στομάχι , είναι….!! [πολύ καλό, χωνευτικό]. Αλλά καθαρό ‘κείνο ‘κει (όχι μαύρο, ιαματικό]. Λένε ότι τώρα τα μετατρέψανε [το Μοσχονέρι]. Όχι τη λούμπα αλλά τα καλάμια γύρω-γύρω,  τα καθαρίσανε, δεν τα ‘χω ιδεί ακόμα.  Λένε ότι πέρναγε από ‘κεί κάποιος και βλέπει μία με μαύρα [ρούχα] κι όπως ‘θελα συναντηθούνε στο δρόμο, είδες, στρίβει [η μαυροφόρα γυναίκα] δίνει μια και πέφτει αυτή στη λούμπα! Εκείνη με τα μαύρα. Αυτή είναι «Ώρα». Εκείνη βάρεσε και τη γυναίκα [ αυτή που έφαγε το χαστούκι]. Τώρα εκείνη [η μαυροφόρα] είναι πο’ ‘χει το νερό, δεν το ξέρω. Ετούτη ‘δω η γριά η γειτόνισσά μου,  μου το ‘λεγε. «Άμα πάω», λέει [η γειτόνισσα, στο Μοσχονέρι], «δε μιλάω, δε λέω τίποτα, τίποτα!».


 Μοσχονέρι. Ασθενής λουόμενη, μετά το πέρας της πολυήμερης θεραπείας με τη λάσπη, "πληρώνει", συμβολικά τη "λούμπα" του Μοσχονεριού (και την "Τρανή Κυρά") ρίχνοντας μέσα ανάποδα, προς τα πίσω,  (σύμφωνα με τη μαγική πρακτική), ένα νόμισμα (3/9/2006)

Γέρους, τους φέρνουνε [στο Μοσχονέρι] με την καρέκλα [δεν μπορούν να περπατήσουν]. Πρώτη, δεύτερη μέρα [στο Μοσχονέρι], πάνε με τα πόδια τους! Τους είδα εγώ, με τα μάτια μου! Ένας, μας έλεγε –από της Μανωλάδας τα μέρη [αυτός] κι ακόμη πέρα–  δεν μπόρηγε να περπατήσει, τόνε φέρανε με την καρέκλα. «Και είχα γυρίσει», λέει, «όλα τα λουτρά του κόσμου», που πλήρωνε κιόλα, τίποτα δε γινότανε και ήρθε στο Μοσχονέρι και έγινε  καλά. Το  παιδάκι μου δε μπόρηγε, τότε στην Κατοχή, είχε πάθει από αθροφία, δεν είχε να φάει  το παιδί και έπαθε άφτρα εδώ στο στόμα του και λέγανε πως είναι «από Ώρα».  Και το πήραμε  και το πήγαμε [στο Μοσχονέρι] με το κάρο. Αμίλητο το πήγαμε, αμίλητο το φέραμε [δεν μιλούσαν καθόλου όσοι το συνόδευαν]. ΄Εσκουζε το παιδάκι; Ας έσκουζε [αυτοί έμεναν αμίλητοι]. Όταν φεύγαμε όμως, του πέταξα ένα πανί μέσα [ρούχο του παιδιού, στο νερό]. Μέρα πήγαμε, το έγδυσα το παιδί και του έκαμα μπανάκι [στο νερό της λούμπας, στο Μοσχονέρι], το βούτηξα μέσα τρεις φορές, αμίλητη. Μήτε εγώ μίλαγα, μήτε ο πατέρας του. Ε, και τώρα εμείς που πάμε, όσα μπάνια και να κάνουμε, το τελευταίο μπάνιο ή θα πετάξουμε μέσα [στο νερό] ένα ρούχο παλιό ή θα πετάξουμε ασήμι, ένα τάληρο, δεκάρικο, ό,τι. Έτσι το έχουνε έθιμα, να ασημώνουνε το νερό.  Και του παιδιού μου, όταν έφυγα [από το Μοσχονέρι] του άφησα μέσα ένα ρούχο του. Αλλά το παιδί δεν είχε φάει, πιεί, δεν είχα να το ταΐσω και πέθανε… Πηγαίνανε όμως πολλοί και γινόσαντε καλά. Και σήμερα γίνουνται καλά. Έρχονται από παντού, από όλα τα χωριά. Από του Μπουχιώτι [σημ. Αυγείο], το χωριό μου, έρχονται οι μισοί. Πολύς κόσμος!


Μοσχονέρι: το εικονοστάσι των  θεραπευτών, ως ¨δίδυμων ",  αγίων Αναργύρων, εξωερικά και εσωτερικά (2006)

Στο συμφραζόμενο του κειμένου που έχει προηγηθεί εδώ  και στο πλαίσιο της έρευνάς μου για την «Ελένη», εκτιμώ ότι οι τοπικές παραδόσεις  συσχετίζουν  τον  ιερό/ανίερο αυτό  τόπο με την αφήγηση για τη Μητέρα-Γη-Μαυρηγή-Ελένη, που υποστηρίζεται και από κάποια ανεπίσημα αρχαιολογικά ευρήματα στη γύρω περιοχή. Ενισχυτική αυτής της σχέσης με την Μαυρηγή-Ελένη εκτιμώ και την αναφορά των ως  «δίδυμων» θεραπευτών αγίων Αναργύρων, τους οποίους (μεταξύ άλλων   «δίδυμων» αγίων)  εντοπίζω να συναποτελούν «δομή» στους χριστιανικούς ναούς οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη[21]. Αναπαράσταση εξάλλου της θεάς του θανάτου Μαυρηγής[-Ελένης], ως τρομερής ΚυράςΛάμιας  των υπέργειων και των υποχθόνιων υδάτινων βασίλειων,  συναντούμε στο «ακριτικό» τραγούδι-μοιρολόι «Του κολυμπητή»,  και σε παραλλαγές της κεντρικής δυτικής Πελοποννήσου, περιοχής που μας αφορά εδώ ευρύτερα: Το βλέπεις ’κείνο το βουνό π’ άλλο ψηλό δεν είναι / οπού ’χει ’κείνη την ετιά την αστραποκαημένη ; / Στη ρίζα βγαίν’ ένα νερό, το λέν’ Όξω Πηγάδι / ’κεί φανερώθ’ ένα στοιχειό που τρώει τους αντρειωμένους / τους έφαγε τους έσωσε δεν άφησε κανένα / παρά της χήρας τον υγιό γυρεύει να τον φάει. / Γυναίκεια ρούχα φόρεσε γυναίκεια πασουμάκια  / γυναίκεια πάει στην εκκλησιά γυναίκεια προσκυνάει / γυναίκεια παίρν’ αντίδωρο ν οχ’ του παπά το χέρι / γυναίκεια πήγε κι έκατσε κοντά στο κρυονέρι / κι άπλωσε τα χρυσά μαλλιά τις ώριες τις πλεξούδες. / Ο γιος της χήρας πέρασε στο γρίβα του καβάλα / με πείσμα και με λύγισμα και λιανοτραγουδώντας.  /−Τί έχεις  κόρη που χλίβεσαι και χύνεις μαύρα δάκρυα; / −Το βλέπεις  ’κείνο το βουνό π’ άλλο ψηλό δεν είναι / οπού ’χει ’κείνη την ετιά την αστραποκαημένη; / Στη ρίζα βγαίν’ ένα νερό, το λέν’ Όξω Πηγάδι / ’κεί ν  έσκυψα να πιώ νερό να πιω και να γιομόσω / κι έπεσ’ η αρρεβώνα μου τ’ ώριο μου δαχτυλίδι / κι όποιος βρεθεί να κατεβεί να το ’βρει να το βγάλει / αυτόν θα τον στεφανωθώ άντρα για να τον πάρω.  / −Τράβα κόρη μου ’ σύ μπροστά κι εγώ ’ρχουμ’ από πίσω.  / Ξεβραχιονίστηκεν ο νιος ξεζώστηκε ’τοιμάστη / κι αυτή σφιχτά τον έδεσε τον ρίχνει στο πηγάδι / χαλεύει εδώ χαλεύει εκεί και τίποτα δε βρίσκει / βλέπει τα φίδια πλεχταριά και τις οχιές γαϊτάνι. / −Τράβα κόρη τον άλυσο με ζώσανε τα φίδια / εδώ ’ν’ τα φίδια πλεχταριά κι οι όχεντρες γαϊτάνι. / −Τί θάρρεψες διαβόλου γιε διαβολεμένου κλήρα; /  Εγώ ειμαι η Λάμια του γιαλού κι η Λάμια του πελάγου / που τρώ’ τους νιούς που τρώ’ τις νιες / και θα σε φάω και σένα …… …/  κι άλλους πολλούς εγέλασα σε γέλασα και σένα…[22].

Το ακρωτήριο του Άραξου στο ΒΔ άκρο της Πελοποννήσου, βόρειο όριο του προστατευόμενου από τη συνθήκη Ramsar, εκτεταμένου υγρότοπου και δάσους της Στοφυλιάς και του Κοτυχιού, κατά μήκος του Κυλλήνιου κόλπου. Διακρίνεται η λίμνη της "Λάμιας", τα "Μαύρα βουνά" όπου και το μηκηναϊκό "τείχος Δυμαίων"  και οι λιμνοθάλασσες Πρόκοπου και Αράξου (χάρτης Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, 1990, κλίμακα 1: 50.000), βλ. και χάρτη παραπάνω

Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης  είναι σημαντικό νομίζω ν’ αναφερθεί εδώ ότι η λίμνη που  σχηματίζεται στο δασωμένο παραθαλάσσιο υγρότοπο Κοτυχιού-Στροφυλιάς, στο βόρειο τμήμα του , δίπλα στην πασίγνωστη σήμερα ως τουριστικό προορισμό ακτή της «Καλογριάς»,  ονοματίζεται Λάμια. Η λίμνη Λάμια είναι σχετικά γειτονική με τη Δροσελή −και το  Μοσχονέρι−, αφού ανήκουν αμφότερες στον ενιαίο αυτό υγρότοπο που εκτείνεται από τον Άραξο ως τη λιμνοθάλασσα Κοτύχι των Λεχαινών, στον Κυλλήνιο κόλπο (βλ. χάρτη). Το τοπωνύμιο Καλογριά παραπέμπει επίσης, όπως δηλαδή και η Λάμια,  σε «μαύρη» γυναικεία ιερή μορφή ενώ  συγχρόνως τεκμηριώνει  τοπωνυμικά και το ότι ο εν λόγω εκτεταμένος υγρότοπος μαζί με το δάσος της Στροφυλιάς ήταν −και μέρος του εξακολουθεί να είναι− μοναστηριακός, άρα ιερός, ως ιδιοκτησία των αχαϊκών ιερών μονών της Παναγίας του Μεγάλου Σπηλαίου και της Παναγίας της Χρυσοποδαρίτισσας[23].


Ακρωτήριο Άραξου. Αριστερά τα "Μαύρα Βουνά" και δεξιά ο υγρότοπος (1/10/2006)

Ακρωτήριο Άραξου,  ο υγρότοπος-λίμνη της "Λάμιας" (1/9/2006)

Για το πόσο διαχρονικά μπορεί να στοιχειώνει τη ΒΔ Πελοπόννησο ο μύθος της Γης-Μαυρηγής-Ελένης, αναφέρω ότι η λίμνη Λάμια (και η ακτή  Καλογριά) τοπικά γειτονεύει με τη  μυκηναϊκή ακρόπολη «Τείχος Δυμαίων», που είναι χτισμένο πάνω στη ΝΔ άκρη των  «Μαύρων Βουνών» του Άραξου, όσο και −τοπικά και συμβολικά− με παλαιό ναό του αγίου Κωνσταντίνου, που σημειώνεται σε χάρτες ήδη από τα τέλη του 19ου αι.   Έχω διαπιστώσει εξάλλου και σε  άλλες  περιπτώσεις στη δυτική Ελλάδα, όπως στην Κέρκυρα (βλ. http://psychogiou.blogspot.gr/2012/09/blog-post_20.html), στην  Κεφαλονιά (βλ. http://fiestaperpetua.blogspot.gr/2014/07/2012.html), στη Σαγιάδα, η παρουσία της «Αγιαλένης» να συνδέεται τοπικά με υγρότοπους και με το τοπωνύμιο «Λάμια», διαπίστωση που υποδηλώνει μια παραδοσιακή, συμβολική και μυθική σχέση της Λάμιας και της Αγιαλένης. Το τοπωνύμιο  και ναός "Ταξιάρχες" στην ίδια περιοχή, υποδηλώνει, συνδυαστικά με τον ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, και την παρουσία των "ως δίδυμων" ιερών μορφών και εδώ. 




Ακρωτήριο Άραξου, "Μαύρα Βουνά": η ακρόπολη που στεφανώνεται με το μυκηναϊκό κάστρο  "Τείχος Δυμαίων"  (1/9/2006)

 Μέσα στο όλο περι-κείμενο, δεν είναι αυθαίρετο νομίζω να υποθέσουμε ότι και η ονομασία «Μαύρα Βουνά» δεν αναφέρεται στο χρώμα τους (που δεν είναι μαύρο),  ούτε στο δάσος από σκούρα δέντρα που μαρτυρείται ότι κάλυπταν παλιότερα τη γυμνή, πετρώδη σήμερα επιφάνειά τους. Πρέπει κατά τη γνώμη μου με βάση τα παραπάνω συμβολικά και αρχαιολογικά τοπικά δεδομένα να παραπέμπει ακριβώς στην κάτοχο του ιερού (και πλουτοπαραγωγικού) αυτού τόπου, την «Μαύρη» Κυρά-Λάμια-Καλογριά: τα βουνά «της Μαύρης». «Μαύρες» εξάλλου εικονικά είναι και οι εικόνες της  Κυρά-Παναγιάς Μεγαλοσπηλιώτισσας, όσο και της Χρυσοποδαρίτισσας, κτητόρων και  με επίσημα φιρμάνια του όλου υγρότοπου[24]. Ενισχυτικό για την παρουσία εδώ "μαύρης" υποχθόνιας ιερής μορφής είναι και το ξωκλήσι το αφιερωμένο στα "Εννιάμερα" της  Παναγίας, σε μια "κεκοιμημένη" ιερή γυναικεία μορφή δηλαδή, που θεωρείται θαυματουργή και είναι χτισμένο μέσα στα "Μαύρα Βουνά" σε ένα κοίλωμα των βράχων.



Άραξος, "Μαύρα Βουνά". Στο κοίλωμα των βράχων διακρίνεται το ξωκλήσι της Παναγίας, αφιερωμένο στα "Ενιάμερα" από την Κοίμηση  (1.9.2006)



Ο ναός των αγίων Κωνσυαντίνου και Ελένης  στο χωριό Άραξος (1/9/2006)


Γερμανικός χάρτης της δεκαετίας του 1880, όπου σημειώνεται ναός H. Konstantinos (με τη μαύρη υπόγράμμιση)  κοντά   στο "Μavrο Vounο"

Μια ακόμα Μητέρα Παναγία εκτιμώ ότι ενισχύει τα παραπάνω στον ευρύτερο χώρο αυτού του υγρότοπου:  η βυζαντινή εκκλησία της Παλιοπαναγιάς, στην Παλιά Μανωλάδα, πρώην πρωτεύουσα της Βουπρασίας, όπου υπήρχε και το Καλογερικό, το κτίριο των διοικητικών υπηρεσιών της Μονής στην περιοχή που διαχειριζόταν τα χτήματά της, κυρίως τις ενοικιάσεις των λιβαδιών της στους ημινομάδες κτηνοτρόφους από το Σούβαρδο Καλαβρύτων που παραχείμαζαν εδώ[25]. Η καλοχτισμένη, πανέμορφη αυτή εκκλησιά, ναός του κοιμητήριου του χωριού σήμερα, είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Παναγίας (σε χθόνια, γυναικεία ιερή μορφή και πάλι) και γιορτάζει το 15Αύγουστο, στο δε πανηγύρι παλιότερα γινόταν και «κουρμπάνι», τελετουργική θυσία ζώου, στη χάρη της, ενώ σήμερα επιτελούνται νεκρικές τελετουργίες πάνω στους τάφους κατά τον εσπερινό της παραμονής της γιορτής.  Τη θαυματουργή εικόνα της Παλιοπαναγιάς λιτάνευαν σε περιπτώσεις θεομηνίας, και δη ξηρασίας, οπότε την βουτούσαν κατά το ήμισυ στη θάλασσα, στη γειτονική παραλία του Κυλλήνιου κόλπου[26].






Η βυζαντινή, κοιμητηριακή  εκκλησία της  Παλιοπαναγιάς στην Παλιά Μανωλάδα, βόρεια(πάνω) και νότια όψεις . Στο νότιο τοίχο διακρίνονται οι εντοιχισμένοι σταυροί (15/8/2005)

Παλιοπαναγιά Παλιάς Μανωλάδας,  ο τρούλος εσωτερικά  (15/8/2005)















Παλιοπαναγιά Παλιάς Μανωλάδας. Η προσκυνηματική εικόνα, ανθοστολισμένη  κατά το πανηγύρι (15/8/2005)



Με βάση τις παρατηρήσεις μου κατά την επιτόπια έρευνα, κρίνω  ότι η ονομασία/ιερό τοπωνύμιο «Παλιοπαναγιά», μάλλον δεν αναφέρεται στην παλαιότητα του κάθε ομώνυμου, υπαρκτού ναού  αλλά στην ύπαρξη επιτόπου κάποιου παλαιότερου, προ-χριστιανικού ιερού, αφιερωμένου σε γυναικεία ιερή μορφή, την «παλιά» παναγία-Μητέρα. Μια ακόμα ένδειξη για την ύπαρξη εδώ κάποιου προ-χριστιανικού ιερού, αποτελεί κατά την κρίση μου και το γεγονός ότι στη  νότια   τοιχοδομία του ναού έχουν εντοιχισθεί πέτρες σε σχήμα σταυρού, προκειμένου να καθαγιαστεί χριστιανικά το κτίριο. Μέσα στο ναό, παρόλο που οι κινητές εικόνες είναι ελάχιστες, ακριβώς κάτω από τη δεσποτική εικόνα της «Παλιοπαναγιάς» του τέμπλου, είναι τοποθετημένη μια σχεδόν ισομεγέθης με αυτήν εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, την οποία παρατήρησα να προσκυνούν με ευλάβεια όλοι οι πιστοί  κατά την πανηγυρική θεία λειτουργία, πριν από αυτή της Παναγίας. Το γεγονός δε ότι ο ενοριακός ναός της Παλιάς Μανωλάδας είναι αφιερωμένος στους ως «δίδυμους» άγιους Ταξιάρχες, εκτιμώ ότι μπορεί να υποδεικνύει ποια χθόνια γυναικεία ιερή μορφή ήταν αυτή η «παλιοπαναγιά» και εδώ.


Παλιοπαναγιά Παλιάς μανωλάδας. Το τέμπλο κατά τηνπανηγυρική λειτουργία του 15Αύγουστου. Κάτω από τη δεσποτική εικόνα της Παναγίας , η εικόνα των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης(15/8/2005)



 Η έρευνά μου για την «Ελένη» αποδίδει συνεχώς πλήθος  διαλεκτικών εθνογραφικών και αρχαιολογικών στοιχείων περί της «Αγιαλένης» (όσο και περί των δύο ιστορικών Αγίων ομού) όπως τα παραπάνω, σε όλη την ανατολική τουλάχιστον, Μεσόγειο, με τις ενδοχώρες. Η τοπωνυμική ή/και ναϊκή παρουσία της σε όλους τους τόπους όπου καταγράφονται οι εξεταζόμενοι εδώ μύθοι στη ΒΔ Πελοπόννησο, όπως επιχείρησα να υποστηρίξω παραπάνω αποσπασματικά,  πλην πειστικά πιστεύω, δομεί στο χώρο συμΗβολικά,  σύμφωνα με τα εθνογραφικά ευρήματα, ένα συγκροτημένο παμπάλαιο θρησκευτικό/λατρευτικό σύστημα, αρθρωμένο πολύτροπα μέσα στην ιστορία του πολιτισμού  διαχρονικά, όσο και μέσα στη σύγχρονη χριστιανική λαϊκή λατρεία και πίστη. Εκτιμώ  −όπως και προσπάθησα εδώ να τεκμηριώσω−  ότι όψεις της διαχρονικής αφήγησης για την  «Ελένη» είναι ο αγερμός του «Μάη", Ο Ανήλιαγος,  η Αλήλιαγη, η Τρανή κυρά, οι παμπάλαιες Παναγιές  με τα σημαίνονται προσηγορικά ονόματα. Τούτη η παρακινδυνευμένη ερευνητική υπόθεση  ανοίγει βεβαίως ένα πλήθος άλλα, πολύπλοκα ιστορικά, αρχαιολογικά, εθνολογικά και θρησκευτικά ζητήματα και ερωτήματα. 

Για τη λαογραφία, όσο και για την ανθρωπολογία, η πολιτισμική και αφηγηματική "διάρκεια" μέσα στη διαχρονία προκύπτει από τις προσαρμογές, τις συγχωνεύσεις, τους συγκρητισμούς, τις μεταμφιέσεις, τις μετωνυμίες, τους μετασχηματισμούς, τις συγκρούσεις, τις κρίσεις, που επιτρέπουν στα πολιτισμικά φαινόμενα αλλάζοντας, να παραμένουν επί της ουσίας ίδια. Τα πολυσύνθετα, συχνά παράταιρα, μη συγκρίσιμα εκ πρώτης όψεως, πολιτισμικά και περιβαλλοντικά συμφραζόμενα της παρουσίας της «Αγιαλένης» στην περιοχή και της ΒΔ Πελοποννήσου, όπως και αλλού στην Ηλεία, την Πελοπόννησο αλλά και στον ελληνικό χώρο γενικότερα,  δηλώνουν, όπως επιχείρησα να τεκμηριώσω, πως δεν μπορεί να είναι τυχαία. Παρά δε τις όποιες ιστορικές τομές και τις ασυνέχειες, η συλλογική μνήμη αναφορικά με την Μητέρα-γη-Ελένη/Αγιαλένη φαίνεται να παραμένει λανθάνουσα μεν αλλά τόσο δυνατή, ώστε να είναι ανεξίτηλη πάνω στους αρχαίους τόπους της, μέσω των ιερών τοπωνύμιων, των τοπικών αφηγήσεων, ή/και των ιερών, προ-χριστιανικών και χριστιανικών, οικοδομημάτων που, υπό όρους,  την αφορούν μόνη ή μαζί με τον άγιο Κωνσταντίνο. Η ποιητική και μουσική αφηγηματική παράδοση από την άλλη, μεταφέρει προφορικά από γενιά σε γενιά το μύθο και τα πάθη της Ελένης με τα τραγούδια που ψάλλονται σήμερα τελετουργικά στα τοπικά πανηγύρια, στους χορούς και στα γλέντια στον κύκλο του χρόνου και της βλάστησης όσο και στη γιορτή της, όταν ευλαβείται χριστιανικά ως «Αγιαλένη» πάνω στα αρχαία ιερά και μέσα ή δίπλα στα αλώνια της, φαίνεται ως αέναη, ιερή  πολιτισμική εγγραφή στο παλίμψηστο του χρόνου.






[1] Bλ. Ian HodderΔιαβάζοντας το παρελθόν. Τρέχουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην αρχαιολογία, εισαγωγή Κώστας Κωτσάκης, μτφ. Π. Μουτζουρίδης-Κ. Νικολέντζος-Μ. Τσούλη, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2002, σ. 100-101 και 231-239· βλ. και Marcel DetienneΣυγκρίνοντας τα μη συγκρίσιμα, μτφ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2000.
[2] Βλ. Νικόλαος Γ. Πολίτης, Παραδόσεις. Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του Ελληνικού λαού, εκδ. γράμματα, Αθήνα 1994, τόμ. Α΄, σ. 39, τόμ. Β΄, σ. 57-58· Ελένη Ψυχογιού, «Οι πρώτες συλλογές του λαογραφικού υλικού. Παράλληλα κείμενα από την Ηλεία για ένα δρώμενο της Πρωτομαγιάς», ανακοίνωση στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο «Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης και το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας» (Αθήνα 4-7 Δεκ. 2003), υπό έκδοση.
[3] Πβ. συγκριτικά την ίδια παράδοση όπως μου τη διηγήθηκε αυθόρμητα επιτόπια, δηλαδή στο στο χωριό Παλιόπολη (Αρχαία Ήλιδα) μια νέα γυναίκα (βλ. Επίμετρο). Ο Ν. Γ. Πολίτης, στις «Παραδόσεις» (ό.π.), δημοσιεύει και άλλη παράδοση με το μοτίβο του «Ανήλιαστου», από την Ακαρνανία, δηλαδή και πάλι από τη δυτική Ελλάδα.
[4] Είναι πιστεύω άκρως ενδιαφέροντα, ως προς τις μυστικές ή λανθάνουσες, πλην σταθερές, σχέσεις των συμβόλων και των ονομάτων στους μύθους και τις αναπαραστάσεις σε συγκριτική μάλιστα αναφορά με όσα σχολίασα για την όρθα-κότα και την όρνιθα-Ελένη στις υποσημ. αρ. 88, 115  και παραπάνω στο κείμενο, τα εξής, που αφορούν τον αλέκτορα-ήλιο και το μύθο της Ελένης-Γης που μας αφορά εδώ: το κοινό υποκοριστικό του ονόματος Κωνσταντίνος (που φέρεται ιστορικά, χριστιανικά, ναϊκά και συμβολικά αδιάσπαστο με το όνομα και την μητέρα Ελένη, ενώ είναι γνωστό ότι ο ιστορικός Άγιος λατρεύτηκε ειδωλολατρικά ως θεός-Ήλιος) σε πλήθος τοπικών ιδιωμάτων είναι Κότης, όνομα που είναι διαδεδομένο και ως επώνυμο (στην Ηλεία υπάρχει και συνοικισμός Κοταίικα, από την οικογένεια Κότη,  κοντά στα Λεχαινά), σύμφωνα πάντα και  με το Αρχείο λέξεων του Κ.Ε.ΝΕ.Δ.Ι.-Ι.Λ.Ν.Ε (Κέντρο Μελέτης των Νεοελληνικών Ιδιωμάτων, της Ακαδημιάς Αθηνών, πρώην Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας). Επιπλέον σημειώνω σχετικά και την πασίγνωστη  αλυτρωτική παράδοση για τον βυζαντινό «μαρμαρωμένο» βασιλιά Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Η λέξη κότης όμως στην καθομιλουμένη σημαίνει και τον κόκορα, ως το αρσενικό γένος της λέξης κότα. Καθώς γίνεται προφανής νομίζω η συμβολική σημασία και η έμμεση σχέση όλων αυτών των λέξεων και των ονομάτων σε συγκεκριμένα πλαίσια, δεν θα επεκταθώ εδώ σε περαιτέρω ανάλυση και τεκμηρίωση (βλ. και Ε. Ψυχογιού, «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Λουκάτο…», ό. π.· της ίδιας, «Μαυρηγή»  και Ελένη…, ό. π.).
[5] Βλ. Ε. Ψυχογιού,  «Μαυρηγή»  και Ελένη…, ό. π.· της ίδιας, «Το ανάθεμα στην ελληνική Λαογραφία», εφημ. Ελευθεροτυπία, Πέμπτη, 24/2/2005, ένθετο Τα Ιστορικά, αφιέρωμα: Αφορισμός, σ. 36-41. Το ανάθεμα υπήρξε γνωστή δικαιακή-καταραστική πρακτική και στην Ηλεία. Πβ. το τοπωνύμιο Ανάθεμα κοντά στο χωριό Ανδρώνι, όπου κατά τον 19ο αι. έριχναν ακόμα πέτρες για τον αιώνιο αναθεματισμό κάποιου Διβριώτη (σήμερα χωριό Λαμπεία), κατηγορούμενου ως συνεργάτη των Τούρκων (βλ. Νίκος Β., Αναστόπουλος  Η Δίβρη Ηλείας στο διάβα των αιώνων, έκδ. Βιβλιοθήκη του Πνευματικού Κέντρου της Πανελλήνιας Εκπολιτιστικής Ένωσης Λαμπιέων-Διβριωτών Ηλείας 1994, σ. 263-264, με πηγή τον Χρ. Κορύλλο). Μια λογοτεχνική αφήγηση για «αφορεσμένο» αναφορικά μάλιστα με τα Λεχαινά, βλ. Ανδρέας Καρκαβίτσας , «Ο αφορεσμένος», Τα Άπαντα, έκδ. Χρήστος Γιοβάνης, 1974. τ. Α΄, σ. 197-228. 
[7] Ανδρέου Γιάννα και Ανδρέου Ηλίας,  Ήλις, η πόλη των Ολυμπιακών Αγώνων, έκδ. Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 2004.
[8] Βλ. Ε. Ψυχογιού, «Τα “Ακριτικά” ως τελετουργικά τραγούδια μύησης…»,  ό. π.· της ίδιας, «Μαυρηγή»  και Ελένη…, ό. π.
[9]Βλ. Ν. Γιαλούρης, Αρχαία Ήλις…, ό. π.· Ν. Δ. Παπαχατζής,  Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Μεσσηνιακά –Ηλιακά…, ό. π., σ. 394 κ.ε.· Ανδρέου Γιάννα και Ανδρέου Ηλίας,  Ήλις, η πόλη των Ολυμπιακών Αγώνων, ό.π.· πβ. και Γεώργιος Παπανδρέου, Η Ηλεία διά μέσου των Αιώνων, ό. π.· Ανδρέας Μπούτσικας, Η Αρχαία Ήλις. Μυθολογία-Ιστορία-Αρχαιολογία-Λαογραφία, Αθήνα  1975· Ανδριόπουλος Παναγιώτης, Οικιστικά στοιχεία και χριστιανικά μνημεία τ. δήμου Ήλιδας και Έλισσας, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας,  1982. Για την Γλαρέντζα, τον οικισμό που έχτισαν οι Φράγκοι κατακτητές στο λιμάνι της Κυλλήνης, βλ. Δημήτρης Αθανασούλης- Αθανασία Ράλλη (επιμέλεια), Γλαρέντζα Clarence,  Υπουργείο Πολιτισμού, 6η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα 2005.
[10]Για τις Ηλείες γυναίκες και τον χθόνιο εραστή-Διόνυσο βλ. Μ. Δαράκη,  Ο Διόνυσος και η Θεά Γη, ό. π., σ. 160-164· βλ. και Γ. Παπανδρέου, Η Ηλεία διά μέσου των Αιώνων, ό. π., σ. 89-90 (για τις αρπαγές Ηλείων γυναικών πβ. και Devereux Γυναίκα και μύθος, ό. π., σ. 265-290). Τη χθονιότητα αυτών των «ανήλιαγων» μορφών στις συγκεκριμένες  παραδόσεις υποδεικνύει έμμεσα και ο Ν. Γ. Πολίτης που τις δημοσίευσε, στα σχετικά σχόλιά του (Ν. Γ.Πολίτης, Παραδόσεις, ό. π.,  τ. Β΄, σ. 56-58).
[11] Βλ. Ν. Γ. Πολίτης,  Παραδόσεις, ό. π., τ. Α΄, σ. 107-108 και τ. Β΄, σ. 133. Βλ. και Α. Καρκαβίτσας,  «Παραδόσεις. Η νεράιδα μάνα», Άπαντα, ό.π., τόμος Δ΄, σ.  492-493· Ντ. Ψυχογιός, «Το μπουρίνι», Ηλειακά ΙΖ΄( 1959), σ.  403-405· Ελένη Ψυχογιού, «Νεράιδες. Πίστη και λατρεία τους στην Ηλεία», Ηλειακά ΛΗ΄ (1980),  σ. 1136-1143. πβ. την παράδοση και ΚΕΕΛ,  χ/φο αρ. 3889, σ. 17-18, Ήλις (Παλιόπολη), Αυγείο (Μπουχιώτι), Σιμόπουλο Ηλείας, επιτόπια έρευνα-καταγραφή Ελένη Ψυχογιού 1976, (καταγραφή στην Ήλιδα)·  ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 4100, σ.  221-354, Δροσιά (Προστοβίτσα), Σκιαδά, Πόρτες Αχαΐας,  επιτόπια έρευνα-καταγραφή Ε. Ψυχογιού 1978 (καταγραφή στις Πόρτες), ….Ψυχογιού 1975, χ/φο αρ. 3805, σ… Κάστρο Κυλλήνης (Βλ. Επίμετρο, μαρτυρίες).
[12] Επισημαίνω ότι στις συγκεκριμένες γεωγραφικές συντεταγμένες, οι κάτοικοι του κάμπου, ανάλογα και με την εποχή του χρόνου και την θέση που βρίσκονται, «βλέπουν» την πορεία της νεράιδας-μάνας και του Ανήλιαστου να ταυτίζεται σχεδόν με την πορεία του ήλιου και της πανσελήνου, παλινδρομικά από ανατολών προς δυσμάς (ανάλογα με την εποχή): ανατέλλουν κατά το μήκος της κορυφογραμμής του Ολωνού (Ερύμανθου) και του Σανταμεριάνικου βουνού (Σκόλλις) και δύουν στο διάστημα που ορίζεται ανάμεσα στο Χλεμούτσι και την Κεφαλονιά.
[14] Βλ. Γ.  Παπανδρέου, Η Ηλεία διά μέσου των Αιώνων, ό. π.,  σ. 232: «..Η χώρα λοιπόν του Βουπρασίου και της θείας Ήλιδος μέχρι της Υρμίνης και της εν τη εσχατιά Μυρσίνου, όσην περιέκλειε εντός η Ωλενία πέτρα και το Αλήσυον, εν συνόλω δ’ άπασα η της Κοίλης Ήλιδος χώρα...» και σ. 233: “...αφού η των Επειών χώρα εξετείνετο μεταξύ Ωλενίας πέτρας (=Σκόλλιος) και Αλησύου (περί τα όρια του νυν δήμου Ωλένης)...” (οι υπογραμμίσεις της γράφουσας). Ο σύγχρονος καποδιστριακός δήμος όπου εντάσσειαι το χωριό Πόρτες, ονομάσηκε Δήμος Ωλενίας (του νομού Αχαΐας, με έδρα τα Λουσικά, κοντινός με τον προαναφερθέντα δήμο Ωλένης του νομού Ηλείας). Για την αταύτιστη προϊστορική πόλη Ώλενο στον όμορο δήμο Δύμης Αχαΐας βλ. Ν. Δ. Παπαχατζής, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Αχαϊκά και Αρκαδικά, ό. π., σ. 77-78 (στη Δύμη κατά τη ρωμαϊκή περίοδο υπήρχε λατρεία της Μεγάλης Μητέρας Δινδυμήνης, αυτόθι, σ. 73-77) .
[15] Για την ανασκαφή του τύμβου και τα ευρήματα, βλ. Ioannis Moschos, “Prehistoric tumuli at Portes in AchaeaFirst Preliminary Report. «Sometimes remember but siometimes forget»”, στο Signe Isager και Igne Nielsen (επιμ.), Rroceedings of the Danish Institute at AthensIIIέκδΤhe Danish Institute at Athens, Αθήνα 2000, σ ·Λάζαρος Κολώνας, «Ηλειακή Πύλος», στο Veronika Mitsopoulos-Leon (επιμ.), Forschungen in der Peloponnes. Acten des Symposions anläblich der Feier “100 Jahre Österreichisches Archäologisches Institut Athen” (Athen 5.3-7.3 1998), έκδÖsterreichisches Archäologisches Institut, Αθήνα 2001 σ. όπου και σχετική βιβλιογραφία. Οι ανασκαφείς μάλιστα αναφέρονται και σε αδημοσίευτο πήλινο ειδώλιο που παριστάνει ένθρονη γυναικεία θεότητα (βλ. Λ. Κολώνας, ό. π., σ.  260). Το σημερινό αχαϊκό χωριό, οι Πόρτες, φέρει συνώνυμο του αρχαίου όνομα, που δηλώνει τη στρατηγικότατη θέση του, η οποία ορίζει τη γεωγραφική πύλη από την Τριταία προς την Κοίλη Ήλιδα –πύλη από την οποία εισέρχεται και ο Πηνειός ποταμός στον Κάμπο κατεβαίνοντας από τα «Λάμπεια όρη» του Ερύμανθου-Ωλονού, πέρασμα που χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά από πάσης φύσεως οδοιπόρους, μεταβατικούς κτηνοτρόφους και στρατούς (από εδώ αποπειράθηκε να περάσει στην Ηλεία και ο Ιμπραήμ). Στις Πόρτες υπάρχει επίσης σπηλαιώδες μονύδριο αφιερωμένο στην Παναγία και τον άη-Γιώργη (βλ. Γ.  Παπανδρέου, Η Ηλεία διά μέσου των Αιώνων, ό. π.,  σ. 53-56· Ντ. Ψυχογιός, «Ιστορίες τόπων. Μυρτουντιακά», Ηλειακά Θ΄(1956), σ. 171-176 και Ηλειακά Η΄(1956),  σ.  277-278·  Μυρτώ Γεωργοπούλου-Βέρρα, «Βυζαντινά μονύδρια και ασκηταριά στην περιοχή του όρους Σκόλλις στην Αχαΐα», στο στο Κόντη Βούλα (επιμέλεια), Ο μοναχισμός στην Πελοπόννησο. 4ος-15ος αι., εκδ. Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2004, σ. 113-123· Ε. Ψυχογιού, «Νεράιδες…», ό. π.· της ίδιας, «Οι δρόμοι των νερών και των κοπαδιών», εφημ. Καθημερινή της Κυριακής, 4/10/2001, ένθετο Επτά Ημέρες, σ.  Πβ. και ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 4100, σ. 221-335, 360-361, Δροσιά (Προστοβίτσα), Σκιαδά, Πόρτες Αχαΐας, επιτόπια έρευνα-καταγραφή Ελένη Ψυχογιού 1978.
[16]Την ηλειακή Πύλο ταυτίζουν και με τη λοφώδη θέση Αρμάτοβα (σήμερα νησί στη λίμνη του φράγματος του Πηνειού) κοντά στο (κοντινό στις Πόρτες, στη νότια όχθη του Πηνειού) ηλειακό χωριό Αγραπιδοχώρι (βλ. Ν. Δ. Παπαχατζής, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Μεσσηνιακά –Ηλιακά, ό. π., σ. 388-391).
[17]Τα δημητριακά από τις Πόρτες είναι ξακουστά και περιζήτητα στη Μυρτουντία, ιδιαίτερα το σκληρό σιτάρι, ενώ το χωριό διέθετε νερόμυλους, έναν εκ των οποίων είχα φωτογραφίσει κατά την πρώτη μου επίσκεψη εκεί σε λειτουργία ακόμη, στη θέση «Κεφαλόβρυσο» όπου και το αρχαίο νεκροταφείο, αλλά σήμερα είναι εξαφανισμένος (βλ. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 4100, σ. 221-354, Δροσιά (Προστοβίτσα), Σκιαδά, Πόρτες Αχαΐας, επιτόπια έρευνα-καταγραφή Ελένη Ψυχογιού 1978.).
[18] Πλήθος σχετικών τοπικών αφηγήσεων βλ. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 4100, ό. π., σ. 221-354· Ε. Ψυχογιού, «Νεράιδες…», ό. π.· βλ. και στο Επίμετρο, μαρτυρίες αρ…..· πβ. και WOng, Προφορικότητα και Εγγραματοσύνη, ό. π.· RBlum και EBlum, Η κακιά ώρα..., ό. π.
[19] Βλ. και Ε. Ψυχογιού, «Το αλώνι της Αγιαλένης», ό. π.· της ίδιας, «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Λουκάτο…», ό. π.· της ίδιας, «Η εθνοτική ετερότητα…», ό. π.· της ίδιας, «Δέσποινα, Ελένη, Αγιαλένη…», ό. π.· της ίδιας, «Μαυρηγή» και Ελένη...., ό. π. 
[20]Βλ. JHodder Διαβάζοντας το παρελθόν…, ό. π., σ.  107).
[21] Το "Κάστρο της Ώλενας" βρίσκεται στην Ηλεία, κοντά στην αρχαία Ολυμπία, στο ομώνυμο σημερινό χωριό. Ανήκει στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας πόλης Πίσας, πρώτης οργανώτριας των Ολυμπιακών Αγώνων. Για την ανίχνευση πιθανής σχέσης του ονόματος και του κάστρου της Ώλενας όσο και της εκεί "Επισκοπής"  με την Μητέρα-Γη-Ελένη, ασχολούμαι διεξοδικά στο υπό έκδοση βιβλίο. Για την  Αγιασωτήρα (-ω ή εξευμενιστικά ΣωτήρωΣωτηρίτσαΣωτηρούλα), βλ. στο blog μου fiestaperpetuablogspot.com sto post για την Παναγία την Μακελλαριά.
[22] Βλ. Φανή Α. Δροσογιάννη, «Προβληματισμοί για την ιστορία της μονής Βλαχερνών Κυλλήνης τον 15ο αιώνα», στο Βούλα Κόντη (επιμέλεια), Ο μοναχισμός στην Πελοπόννησο. 4ος-15ος αι., ό. π., σ. 319-334. Για την Κυλλήνη και το Χλεμούτσι βλ. και Ν. Δ. Παπαχατζής, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Μεσσηνιακά –Ηλιακά, ό. π.,  σ. 408-415.
[23] Κατά την επιγραφή στην εικόνα της· στην καθομιλουμένη αποκαλείται Βλαχέραινα ή Βλαχέρενα. Για την κατάληξη τοπωνυμίων σε –ενα, -αινα ως δηλωτικών και τόπου, βλ. παραπάνω, υποσημ. αρ. 117, σε σχέση με την Ώλενα.
[24] Για την "Αγιαλένη" στα Επτάνησα βλ. Ε. Ψυχογιού, «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Λουκάτο…», ό. π.). Για την εικόνα της μονής Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη βλ. Georges GharibΟι εικόνες της Παναγίας. Ιστορία και λατρεία, μτφ.-σχόλια αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος Δ. Σωτηριάδης, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1997, σ. 95-97.
[25] Για τη μητρογραμμή και τη διαχρονική πολιτισμική σημασία της στο χώρο των Βαλκανίων βλ. επιλεκτικά Ελ. Π. Αλεξάκης, «Γυναίκες, γάλα, συγγένεια: Κοινά παλαιοβαλκανικά στοιχεία στο λαϊκό πολιτισμό των Βαλκανικών λαών», στο Ταυτότητες και ετερότητες. Σύμβολα, συγγένεια, κοινότητα στην Ελλάδα-Βαλκάνια, εκδ. «Δωδώνη», Αθήνα 2001, σ. 102-125.
[26] Βλ. και Ε. Ψυχογιού, «Η εθνοτική ετερότητα…», ό. π.· της ίδιας, «Μαυρηγή» και Ελένη…, ό.π.·  για τη γέννηση της Παναγίας και την αγία Άννα, βλ. PhBorgeaud H Mητέρα των Θεών, ό. π., σ. 228-235· πβ. και Charles PenglaseGreek Myths and MesopotamiaParallels and Influence in the Homeric Hymns and Hesiod, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1997, σ. 15-48· ΜΤερζοπούλου, «Με τα τύμπανα και τα όργια…», όπ.).
[27] Για την εξαιρετική στρατηγική και ιστορική σημασία της ηλειακής Μονής της Βλαχέραινας, συνδυαστικά με το κάστρο Χλεμούτσι και με το λιμάνι της Κυλλήνης από τη Φραγκοκρατία και μετά, βλ. Φανή Α. Δροσογιάννη, «Προβληματισμοί για την ιστορία της μονής Βλαχερνών Κυλλήνης τον 15ο αιώνα», στο Βούλα Κόντη (επιμέλεια), Ο μοναχισμός στην Πελοπόννησο. 4ος-15ος αι., έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα 2004, σ. 319-334, όπου και πλούσια ιστορική και αρχαιολογική βιβλιογραφία· βλ. επίσης Γ. Παπανδρέου, Η Ηλεία δια μέσου των αιώνων,  ό. π., σ. 186-193· Δημήτριος Χ. Αθανασούλης, «Μεσαιωνικά εκκλησιαστικά μνημεία Ηλείας. Προκαταρκτική παρουσίαση νέων στοιχείων από την τοπογραφική και αρχαιολογική έρευνα», στο Κόντη Βούλα (επιμέλεια), Ο μοναχισμός στην Πελοπόννησο…, ό. π., σ. 248· Κιτσίκη-Παναγοπούλου 2004: 299-300, 306-307. Για τον κώδικα της μονής και το πανηγύρι της βλ. Ντ. Ψυχογιός,  Ο κώδικας της Παναγίας της Λεχαινίτισσας και τα Λεχαινά, εκδοτικός οίκος Τούλας-Μαύρακος, εν Πάτραις 1950, σ.  52, 71· του ίδιου, «Ιστορίες τόπων. Μυρτουντιακά», ό. π.· του ίδιου, «Το παγκύρι της Βλαχέραινας», Ηλειακά ΛΗ΄ (1980), σ.  1095-1098· Ε. Ψυχογιού, Λεχαινά…, ό. π., σ. 232-233·  προφορικές μαρτυρίες για την εύρεση της εικόνας, βλ. ΚΕΕΛ, χ/φο 3805, Νεοχώρι, Μυρσίνη, Κάστρο, Κάτω Παναγιά Ηλείας, επιτόπια έρευνα –καταγραφή Ε. Ψυχογιού 1975, σ. 88-89, 225-227, 346-349. (πβ. και Άννα Αβραμέα, «Η παλαιοχριστιανική και πρωτοβυζαντινή Πελοπόννησος», στο Οι μεταμορφώσεις της Πελοποννήσου. 4ος-15ος αι., Επιστήμης Κοινωνία. Ειδικές μορφωτικές εκδηλώσεις, έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2000, σ.  9-34). Εξάλλου ο Γ. Παπανδρέου τοποθετεί οικοδομικά στοιχεία της Βλαχέρνας και στον 8ο βυζαντινό αιώνα, ενώ σημειώνει ότι στις μέρες του είχε δει και αρχαίο οικοδομικό υλικό, που υποθέτει ότι μεταφέρθηκε στη μονή από την Αρχαία Κυλλήνη (βλ. Γ. Παπανδρέου, Η Ηλεία…, ό. π., σ.  189).
[28] Παλαιοντολογικά ευρήματα από τη μέση παλαιολιθική στην ευρύτερη περιοχή του κάστρου Χλεμούτσι αλλά και την ευρύτερη παραλιακή ζώνη του Κυλλήνιου κόλπου έχουμε από τον ALeroi-Gourhan αλλά και νεολιθικά ευρήματα (βλ. Ανδρέας Μπούτσικας, Η Αρχαία Ήλις. Μυθολογία-Ιστορία-Αρχαιολογία-Λαογραφία, εκδ. ΄Αρτος Ζωής, Αθήνα 1975,  σ.  23-34· Γ. Παπανδρέου, Η Ηλεία…, ό. π. · Ψυχογιός Ντ. «Ιστορίες τόπων. Μυρτουντιακά», ό. π., σ. 309-310).
[29] (βλ. (βλ. την εικόνα αρ.  και     ΚΕΕΛ, χ/φο 3805, Νεοχώρι, Μυρσίνη, Κάστρο, Κάτω Παναγιά Ηλείας, επιτόπια έρευνα Ε. Ψυχογιού 1975,  σ. 349· βλ. και Ε. Ψυχογιού, «Μαυρηγή» και Ελένη…, ό. π.).
[30] ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 4100, σ. 421-422,  αρ. εισ. μουσ. 22229, ταινία 1506Β, τραγ. αρ. 9. Τραγουδάει ο Οδυσσέας [Θησέος στη ντοπιολαλιά] Παναγόπουλος, 57 χρ. Δροσιά Τριταίας Αχαΐας, επιτόπια έρευνα-ηχογράφηση Ε. Ψυχογιού, 1978.

Υποσημειωσεις από το κεφάλαιο παναγία η λεχαινίτισσα και εξής:
[1] Βλ. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου…, σ. 87, 218-219.
[2]  Βλ. σχετικά Ντίνος Ψυχογιός, Ο κώδικας της Παναγίας της Λεχαινίτισσας και τα Λεχαινά, εκδοτικός οίκος Τούλας Μαύρακος, εν Πάτραις, 1950, σ. 53.
[3] Βλ. Ντ. Ψυχογιός, Η Παναγία…, ό. π., σ.  57-61. Με το Μοσχονέρι και τις σχετικές με αυτό παραδόσεις  βλ.  και παρακάτω.

[5] Η ετυμολογία του χωριού Λεχώνια στο Βόλο από τη φερόμενη ως σλάβικη ρίζα λεχ- (βλ. βικιπαίδεια, λήμμα Λεχώνια) που σχετίζεται με κάμπο, ταυτίζεται και με το πεδινό των Λεχαινών. Δεν βρίσκω ωστόσο το λόγο τη στιγμή που υπάρχει ελληνική ρίζα λεχ- να συσχετιστούν και τα Λεχαινά με τη σλάβικη ρίζα (που μπορεί να έχει κοινή ινδοευρωπαϊκή προέλευση) και όχι με την ελληνική, από την οποία προέρχεται και το αρχαίο  όνομα  Λέχαιο.
[6] Η σχέση των ονομάτων Λέχαιο και Λεχαινά, με προκαλεί να κάνω την –παρακινδυνευμένη- υπόθεση  ότι μπορεί να ενισχύει  και  μέσα από  εθνογραφικά ευρήματα όχι μόνο την ετυμολογική αλλά και την πληθυσμιακή -παραγωγική σχέση Λέχαιου και Λεχαινών, οπότε να τεκμηριώνει, κατά ένα τρόπο,  και την παλαιότητα του πολίσματος ΛεχαινάΑναφέρομαι συγκριτικά -και υποθετικά- σε κάτι αντίστοιχο με τα εθνογραφικά τεκμήρια  που μπορεί να συσχετίζουν και το -γειτονικό στην Κόρινθο επίσης- όρος Κυλλήνη με την γειτονική στα Λεχαινά Κυλλήνη. Όπως δηλαδή ίσως ο αρχαίος οικισμός της Κυλλήνης με το λιμάνι του να ιδρύθηκε και να ονομάστηκε από αρχαίους μεταβατικούς κτηνοτρόφους μετακινούμενους από το όρος Κυλλήνη (Ζήρια) για παραχείμασμα  στις λοφώδεις παρυφές γύρω από το ΝΔ άκρο του Κυλλήνιου κόλπου,   έτσι, αντίστοιχα, ίσως κάποιοι συγγενικοί κτηνοτροφικοί πληθυσμοί που (ξεκαλοκαιριάζοντας επίσης στο όρος Κυλλήνη) να παραχείμαζαν στην ευρύτερη περιοχή του πεδινού επίσης Λέχαιου, να μετακινήθηκαν κάποια στιγμή (παρακινούμενοι ίσως και από τους «Κυλληναίους» ή αντίστροφα) σε χειμαδιά και προς τη γειτονική, βόρεια της   Κυλλήνης, περιοχή του Κυλλήνιου κόλπου όπου τα σημερινά Λεχαινά  και να ονόμασαν  "Λεχαινά",  από το Λέχαιο,  την περιοχή και κατ’ επέκταση το πόλισμα που ιδρύθηκε –ή να προϋπήρχε- εκεί  (δηλ. μικρό Λέχαιο ή  τόπος που ανήκει στο Λέχαιο ή όπου κατοικούν οι προερχόμενοι από το Λέχαιο).
Την υπόθεση αυτή για την πληθυσμιακή και παραγωγική σχέση Λέχαιου-Λεχαινών εκτιμώ ότι υποστηρίζουν τα σύγχρονα εθνογραφικά δεδομένα, που σχετίζονται με τις μετακινήσεις των νομάδων και ημινομάδων κτηνοτρόφων (βλ. σχετικά  Ε. Ψυχογιού, "Οι τελευταίοι νομάδες κτηνοτρόφοι στη ΒΔ Πελοπόννησο, σε αυτόν εδώ τον ιστότοπο).  Η Ηλεία βρίθει τοπωνύμιων (Βραχνέικα, Βυτιναίικα, Λαστέικα κ.ά.) που δηλώνουν την προέλευση των κατοίκων, κτηνοτρόφων ή γεωργών, αυτών των οικισμών   ως έποικων  από τους ορεινούς οικισμούς της προέλευσής τους. Μέχρι πριν λίγα χρόνια   κτηνοτρόφοι προερχόμενοι από την ορεινή  Λυκούρια, στα σύνορα Αχαΐας-Κορινθίας  ανεβοκατέβαιναν προς τον κάμπο της ΒΔ Ηλείας   και  έχουν πλέον εγκατασταθεί μόνιμα στο «Παλιόκαστρο» της Κυλλήνης. Άλλοι,  προερχόμενοι από την αρκαδική Βυτίνα κτηνοτρόφοι έχουν ιδρύσει και  το παρακείμενα στην Κυλλήνη  χωριό "Βυτιναίικα",  ονοματίζοντας τη χειμερινή τους και συντωχρόνω μόνιμη εγκατάσταση από τον τόπο προέλευσης, ενώ στις παρυφές τωνΛεχαινών υπάρχουν, αντίστοιχα, τα "Βραχνέικα" με κατοίκους νομάδες κτηνοτόφους από το Βραχνί Καλαβρύτων. Τόσο  η ευρύτερη περιοχή του Λέχαιου (όπως τεκμηριώνει η επιτόπια εθνογραφική έρευνα, βλ. το παρταπάνω άρθρο) όσο και των Λεχαινών είναι  τόποι  παραχειμάσματος συγγενικών ομάδων αποτελούμενων από νομάδες και ημινομάδες κτηνοτρόφους  που διαθέτουν ορεινά λιβάδια και ξεκαλοκαιριάζουν  στα γειτονικά βουνά της  Κυλλήνης και του Χελμού .Έτσι, αντίστοιχα, μπορώ να υποθέσω, εκτιμώ χωρίς να αυθαιρετώ, ότι ίσως κάποιοι που παραχείμαζαν στην ευρύτερη περιοχή του Λέχαιου, να μετακίνησαν τα χειμαδιά προς τη γειτονική  περιοχή των Λεχαινών και να ονόμασαν "Λεχαινά" την περιοχή. Προβαίνω σε αυτή την υπόθεση, βάσιμη ή μη, για την πολιτισμική σχέση Λέχαιου-Λεχαινών και με προϋπόθεση την παλαιότητα του αναλλοίωτου στους αιώνες ονόματος των Λεχαινών, γιατί ο εποχικός «οικολογικός καταναγκασμός» που οδηγεί τα κοπάδια (και συνακόλουθα τους «φερέοικους» ποιμενικούς  πληθυσμούς ) σε ετήσιο «τραμπάλισμα» από τα βουνά στους κάμπους και τ΄ανάπαλιν για επιβίωση (παγκόσμιος, με διαφοροποιήσεις κατά τόπους), χάνεται στα βάθη των αιώνων, είναι διαχρονικός (πολιτισμικά ως «μακρά διάρκεια», βλ. Braudell)  και ισχύει ακόμα και στις ημέρες  μας  αλλά δεν έχει μελετηθεί δεόντως η επίδρασή του στις πληθυσμιακές, πολιτισμικές και ιστορικές διαδικασίες και εξελίξεις και δη όσον αφορά στην καθ’ ημάς  Αρχαιότητα. Και την κάνω αυτή την επισφαλή υπόθεση όχι για να προβάλω τα Λεχαινά ως παλαιότατο οικισμό αλλά γιατί, αν ισχύει, εκτιμώ ότι μπορεί να υποστηρίξει και την ερευνητική μου υπόθεση για την επιτέλεση  δρώμενων όπως αυτό του "Μάη"  στη "μακρά διάρκεια, και τη σχέση του με τη "Μητέρα-Γη" τοπικά (βλ. και την ανάρτηση: "Ταξιδιωτικά-περιηγητικά στα ίχνη της Ελένης-Αγιαλένης: ανατολική Aργολίδα και Κορινθία και ο"άγιος Λεωνίδης" στον ιστότοπό μου fiestaperpetua.blgspot.com)
[7] Βλ. και Ε. Ψυχογιού, Λεχαινά…, ό. π.· Γ. Α. Πίκουλας, Λεξικό των οικισμών της Πελοποννήσου. Παλιά και νέα τοπωνύμια, εκδ. Horos, Αθήνα 2001, σ. 254·  Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου…, ό. π., σ. 87, 218-219. Στην οθωμανική απογραφή του 1463 δεν αναφέρονται τα Λεχαινά, αλλά ο Β. Παναγιωτόπουλος σημειώνει ότι από τη συγκεκριμένη απογραφή λείπουν κάποια χωριά της Ηλείας, οπότε ίσως ένα από αυτά να είναι και τα Λεχαινά, αφού όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, υπάρχει προγενέστερη μαρτυρία για αυτά.
[8] Βλ. Ντ. Ψυχογιός, Ο κώδικας της Παναγίας της Λεχαινίτισσας…, ό. π.
[9] Για το στιχούργημα, βλ. Ερανιστής (ψευδώνυμο Ντίνου Ψυχογιού), «Οι θρύλοι του Κάμπου. Τα δυο στοιχειά»,   περιοδικό Ηλειακά ΙΓ΄(1957), σ. 295-297.
[10] Βλ. και Γεώργιος Αριστείδου Χρυσανθακόπουλος, Η Ηλεία επί Τουρκοκρατίας, εν Αθήναις 1950· Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν τουρκοκρατίαν (1715-1821), εκδ. Ερμής, Αθήνα 1978, κυρίως σ. 43-98, 105-106, 120. Για τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους, βλ. Αγγελική Λαΐου-Θωμαδάκη, Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή, μτφ. Αγλαΐα Κάσδαγλη, έκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1987, όπου αναδεικνύεται και η οικονομική σημασία του σιταριού αυτή την περίοδο. Αν και αναφέρεται κυρίως στο χώρο της ανατολικής Μακεδονίας, η συγγραφέας θεωρεί ότι οι διαπιστώσεις της αφορούν όλο τον κορμό της Ηπειρωτικής Ελλάδας και δη την Πελοπόννησο (αυτόθι, σ. 33-35· σημειωτέον δε ότι όπως στη Μακεδονία, και μεγάλες περιοχές της ΒΔ Πελοποννήσου, ιδιαίτερα η Βουπρασία μέχρι και τα Λεχαινά, ήταν μοναστηριακά κτήματα (βλ. Κώστας Τριαναταφύλλου,   «Το βόρειον όριον της εδαφικής δικαιοδοσίας της εκκλησίας της Ηλείας», στον τόμο Εις μνήμην Επισκόπου Αθανασίου Βασιλοπούλου, Μητροπολίτου Ηλείας-Ωλένης (1968-1981), έκδ. Ι. Μητροπόλεως Ηλείας, Αθήναι 1991, σ. 145-157· Ελένη Ψυχογιού,  «Οι δικοί μας άγνωστοι. Ακολουθώντας το δρόμο του κοπαδιού από τα χειμαδιά της Βουπρασίας στην Πίνδο», Αλφειός 12-13 (1997), σ.  105-119).
[11]Ίσως όμως ο Καρκαβίτσας να υπήρξε προφητικός ωε προς την επικράτηση της Ανδραβίδας, μαζί με την Κυλλήνη, στο όνομα του Καλλικρατικού Δήμου, καθώς οι Λεχαινίτες, δικαίως,  υποχώρησαν ως προς την ονομασία, προκειμένου να διατηρήσουν την έδρα του Δήμου στα Λεχαινά.
[12] Βλ. Ουίλιαμ Μίλλερ,  Οι ηγεμόνες της Πελοποννήσου. Μονογραφία μεταφρασθείσα υπό Σπυρίδ. Π. Λάμπρου, εκδ. ελεύθερη σκέψις, Αθήνα 1994, σ. 10 (η υπογράμμιση δική μου)· επίσης αλλού: «...ο ηγεμών [του Γερακίου Λακωνίας, βαρώνος Γουίδων de Nivelet] είχε την συνετήν συνήθειαν να πέμπει εμπίστους αποστόλους εις τα κάστρα των υποτελών, όπως ίδωσι πώς εκυβέρνων τας κτήσεις αυτών και πώς ετήρουν τ’ αρχαία έθιμα, άτινα οι Φράγκοι είχον ομώσει να ευλαβούνται...» (αυτόθι, σ. 15). ΄Αραγε ποια «θρησκεία» και ποια «αρχαία έθιμα» (σε συνδυασμό) των «Ελλήνων κατοίκων» του Μωριά («χριστιανικού» ήδη από αιώνες, κατά τις θρησκευτικές και ιστορικές πηγές) επρόκειτο να «ευλαβηθώσιν» οι Χριστιανοί επίσης (κατά τεκμήριο) Λατίνοι κατακτητές κατά τον 13ο αιώνα; Ακόμα και αν λάβουμε υπόψη ότι ουσιαστικά, ιδιαίτερα μετά το σχίσμα της Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας οι Σταυροφόροι κατακτητές αντιμετωπιζόντουσαν ως «αλλόθρησκοι», δεν νομίζω ότι δικαιολογείται αυτή η διατύπωση. Το ίδιο εξάλλου τονίζεται έμμεσα και στο «Χρονικό του Μορέως» ( «...οι χωριάτες των χωριών να στέκους ωσάν τους ηύραν...»), όπως επίσης και από τους ιστορικούς. Συνεπώς η επιμονή σε αυτή τη «λεπτομέρεια» μπορεί να υποδηλώνει ότι οι «Έλληνες κάτοικοι», οι έχοντες αυτά τα «αρχαία έθιμα» και την «αρχαία θρησκεία» εμποδιζόντουσαν να τα κρατούν από τις τότε βυζαντινές πολιτικές και κυρίως τις χριστιανικές θρησκευτικές αρχές. Άρα κρίνω, με κάθε επιφύλαξη και πάντα στο συν-κείμενο, ότι η τόσο τονιζόμενη αυτή υπόσχεση/εγγύηση των Φράγκων πιθανόν να σημαίνει μεταξύ άλλων και ότι έπαιξε κάποιο ρόλο στην, κατά ένα τρόπο, «παράδοση» του Μωριά στο Βιλλεαρδουΐνο.
[13] «Μαηθανάση» (ή και χαϊδευτικά «Μαηθανασάκο») αποκαλούν τη μαγιάτικη γιορτή του αγίου Αθανασίου στην όμορη Αρκαδία και αλλού, πράγμα που −μεταξύ και άλλων συνδηλώσεων της λατρείας του− αναδεικνύει όχι μόνον χρονική αλλά και συμβολική σχέση με το γονιμικό μύθο του Μάη, όπως προκύπτει και από την αναφορά του Αγίου στον λεχαινίτικο μαγιάτικο αγερμό. Τα αρχαιολογικά αυτά τεκμήρια, κυρίως δύο λίθινοι κίονες και μια σαρκοφάγος, εξαφανίστηκαν σταδιακά από το χώρο της Μονής (μάλλον στο πλαίσιο της προσπάθειας των ανυποψίαστων (;) ιερέων και των πιστών που φροντίζουν σχετικά πρόσφατα τη σχεδόν εγκαταλειμμένη μεταπολεμικά παραθαλάσσια Μονή, να «καθαρίσουν» χάριν εξωραϊσμού το χώρο· βλ. σχετικά Ντ.  Ψυχογιός, «Τα Μοναστήρια της Ηλείας.  Αη-Θανάσης…», ό. π.,  με τις  σχετικές φωτογραφίες). Υπενθυμίζω ότι όπως προανέφερα η Μονή είναι −αμφισβητούμενο− μετόχι της Παναγίας της Βλαχέρνας (Ντ. Ψυχογιός, αυτόθι, σ.  1024-1025), πράγμα που αναδεικνύει όχι μόνον τις περιουσιακές αλλά και τις συμβολικές σχέσεις Βλαχέρνας-άη[Μάη]Θανάση, άρα τεκμηριώνει και περαιτέρω τη σχέση αμφότερων των ιερών χώρων με τη Μανα-Γη. Για το μαγιάτικο πανηγύρι του Αγίου στα Λεχαινά βλ. Κώστας Καρκαβίτσας, «Ο Βουρκάνος»,  στο  Ο Διαολής και άλλα διηγήματα, εκδ. εκ παραδρομής, Λεχαινά 2004, σ. 97-124, διήγημα το οποίο μάλιστα δομείται αφηγηματικά ακριβώς από στοιχεία του μύθου της Δήμητρας-και-της-κόρης (πβ. και Ελένη Ψυχογιού, «Κώστα Καρκαβίτσα, Ο διαολής και άλλα διηγήματα: από τη λογοτεχνική αφήγηση στις πολιτισμικές δομές», εφημ. Ελεύθερο Βήμα της Ηλείας, ... 2005).
[14] Βλ. και τοπικό χάρτη στο Ν. Μπώκος,  Λεχαινά (Αναδρομές), Πάτρα 2000. Επισημαίνω επίσης την κοντινή, στα νότια, παραθαλάσσια επίσης, Αγια-Σωτήρω, με αρχαία οικοδομικά και άλλα ευρήματα (βλ. Ντ.  Ψυχογιός «Τα Μοναστήρια της Ηλείας. Αγι-Αργύρω, Αγια-Σωτήρω», Ηλειακά ΛΕ΄-ΛΣΤ΄ (1980), σ.  1079-1086). Ο ιστορικός Γ. Παπανδρέου μάλιστα (Η Ηλεία…, ό. π., σ. 96) τοποθετεί ακόμα και την αρχαία Κυλλήνη στην παραλία των Λεχαινών, υπόθεση που μάλλον αναιρούν τόσο η γεωμορφολογία του ανοιχτού αυτού κόλπου όσο και νεότερα της εποχής του συγγραφέα υποθαλάσσια αρχαιολογικά ίχνη και ευρήματα στο Παλιόκαστρο της   Κυλλήνης, αν και δεν έχει γίνει ακόμα συστηματική ανασκαφή για την αρχαία περίοδο στο χώρο της. Επισημαίνω πάντως τον ελλιμενισμό κατά τη θερινή εποχή ακόμα και ιταλικών ψαροκάικων μέχρι και το μεσοπόλεμο στην παραλία του λεχαινίτικου Αηθανάση (βλ. και Κώστας Καρκαβίτσας,  Ο Διαολής, ό. π., σ.  …..)
[15] (βλ. Nτ. Ψυχογιός, Ο κώδικας…, ό. π., σ.  63-66· πβ και Ε. Ψυχογιού, Λεχαινά…, ό. π., σ. 28, 30, 116, 202). (βλ. Ε. Ψυχογιού,  «Οι δικοί μας άγνωστοι… ό. π.· της ίδιας, «Οι δρόμοι των νερών και των κοπαδιών: οι τελευταίοι νομάδες κτηνοτρόφοι στη βορειοδυτική Πελοπόννησο», στο Β. Νιτσιάκος-Χ. Κασίμης (επιμέλεια), Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής. Συγκρότηση και Μετασχηματισμοί, εκδ. Πλέθρον-Δήμος Κόνιτσας, Αθήνα 2000, σ.  163-183).
[16] Κ. Σ. Κώνστας, Αιτωλικά Δημοτικά Τραγούδια. Μουσική και λαογραφική Συλλογή, τεύχος δεύτερον, Γουριά Μεσσολογγίου 1950, ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 1617, σ. 39-40. 
[17] Bλ. PhBorgeaud, H Mητέρα των Θεών…, ό. π. 
[18] Για τον εκτεταμένο και πυκνό παραθαλάσσιο βάλτο της Δροσελής (που αποξήραναν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 τα αποστραγγιστικά έργα του φράγματος του Πηνειού ποταμού), πλούσιο σε χρήσιμη υδροχαρή βλάστηση και πανίδα όσο και τη μυστηριακή του επίδραση τους ντόπιους, η οποία και τροφοδοτεί φαντασιακά τοπικές αφηγήσεις, βλ. Κώστας Καρκαβίτσας, «Ο Βουρκάνος». ό. π.  Βλ. και Επίμετρο, μαρτυρίες
[19] Αυτά ίσχυαν μέχρι και το καλοκαίρι του 2004. Κατά το 2005 πραγματοποιήθηκαν από τον ιδιοκτήτη του κτήματος Χ. Σ., τοπικό μεγαλοκτηματία, κάποιοι διφορούμενοι «εξωραϊσμοί» συνδυαστικά με κάποια μικρή οικονομική εκμετάλλευση του Μοσχονεριού, παρά τη θρυλούμενη τοπικά προγονική του παρακαταθήκη να μη θιγεί με οποιοδήποτε τρόπο ο ιερός, για τους παλιότερους, κοινωφελής αυτός χώρος και να τον χρησιμοποιούν δωρεάν (βλ. στο Επίμετρο, μαρτυρία αρ….) . Παρεμβάσεις που ενώ ως ένα βαθμό δυσχέραναν παρά διευκόλυναν το ιαματικό λουτρό των λουόμενων, επιπλέον αφαίρεσαν το μυστηριακό χαρακτήρα του τοπίου (που σημειωτέον αποτελούσε και το μόνο εναπομείναν ζωντανό «μνημείο» της Δροσελής) ενώ αποϊεροποίησαν το Μοσχονέρι, καθιστώντας το απλά «βρωμονέρι».
[20] Για την Τρανή Κυρά βλ.  και Ντ. Ψυχογιός,  Ο κώδικας…, ό.π.· του ίδιου,  Περί γοητειών και μαντείας, έκδ. Ν.Ε.Λ.Ε. Ηλείας, εκ παραδρομής, Λεχαινά 1989, σ.  89-92· Ε. Ψυχογιού, «Νεράιδες…», ό. π. (για περισσότερες σχετικές προφορικές μαρτυρίες βλ. επίσης ΚΕΕΛ, χ/φο  αρ. 3805, ό. π.· ΚΕΕΛ, χ/φο  αρ. 4467, Ανδραβίδα  Ηλείας, επιτόπια  έρευνα-καταγραφή Ε. Ψυχογιού 1985· ΚΕΕΛ, χ/φο  αρ. 4509, Κουρτέσι  Ηλείας, επιτόπια  έρευνα-καταγραφή Ε. Ψυχογιού 1995)· πβ. και R. Blum και E. Blum, Η κακιά ώρα…, ό. π.· για το συμβολικό φορτίο των λιμνών −και μάλιστα με αφορμή και  τη λίμνη Αγουλινίτσα της Ηλείας− βλ.  Ε. Κοβάνη, Λιμνών Αποξηράνσεις, ό. π.· πβ. και Ε. Ψυχογιού, «Για την “Ελένη” και το Μάη», εφημερίδα Κυριακάτικη Αυγή 20/5/2004, ένθετο Αναγνώσεις, σ. 28-29 (αναδημοσίευση από την εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα της Ηλείας, 17/5/2004, σ. 20-21) και της ίδιας, " Λαϊκή ιατρική και θρησκευτικότητα, προφορικότητα και εγγραμματοσύνη:  μια γυναικεία μαρτυρία από την ΒΔ Ηλεία",  Αρχαιολογία και Τέχνες 105 (2007), αφιέρωμα: "Η ιατρική στη σύγχρονη Ελλάδα", σ. 16-21, αναρτημένο και στην ιστοσελίδα μου psychogiou.blogspot.com].
[21] Βλ. και Ε.  Ψυχογιού, «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Λουκάτο…», ό. π. Η αγία Ελένη συνδέεται ειδικά με «δίδυμους» αγίους  και στην περιοχή του Αίμου στη Βουλγαρία (βλ.  Rachco Popov, «Kalendarnite prevaplashteniya na sveta Elena», ό. π.).
[22] Μοιρολόι. Λαγκάδια Γορτυνίας ….. ΚΕΕΛ 125: 147-148 «εγράφη καθ’ υπαγόρευσιν Μαριγώς Κίντζιου, ετών 45, αγραμμάτου». Λαγκαδινοί όπως και άλλοι Γορτύνιοι και Καλαβρυτινοί κατοίκησαν, όπως είδαμε,  μεταεπαναστατικά την Ηλεία.  Ψάλλεται και ως αποκριάτικο, λατρευτικό τραγούδι, περίσταση που αναδεικνύει από μόνη της την ιερότητα και τη μαγικά βλαστική/αναγεννητική σημασία του. Σε παραλλαγές από τη βόρειο Ελλάδα η κόρη-στοιχειό χαρακτηρίζεται ακριβώς  «μαύρη»: … Τι θέλεις Μαύρη μ’ στο χορό τι θέλεις κι ασχημαίνεις; / −Εμέ  τη Μαύρ’ οπού θωρείς  την άσχημ’όπου βλέπεις  / εγώ πολλούς εμάρανα και σένα θα μαράνω /  μόνον της χήρας τον υγιό δε μπορώ να μαράνω… (βλ. ΚΕΕΛ, χ/φο αρ. 34, σ. 5, Χαλκιδική….καταγραμμένο πιθανόν από Θρακιώτες πρόσφυγες, Αναστενάρηδες, όπως υποθέτω από το όλο περιεχόμενο του συγκεκριμένου τραγουδιού, υπόθεση που μας παραπέμπει στην αγία Ελένη και πάλι. Βλ. και Ε. Ψυχογιού, «Συνομιλώντας με τον Δημήτρη Λουκάτο…», ό. π.· για τη Λάμια και για τον υποχθόνιο εραστή της αδηφάγου, κανιβαλικής «Μαυρηγής» βλ. επίσης της ίδιας, «Μαυρηγή» και Ελένη…, ό. π.  Βλ. και Ε. Ψυχογιού, «Από το “φάντασμα” της Ελένης του Ευριπίδη στη “Λάμια” και τ’ ανάπαλιν: ανιχνεύοντας τη χρήση λαϊκών μύθων στη δραματουργία», στο Λαϊκός πολιτισμός και έντεχνος λόγος (ποίηση – πεζογραφία – θέατρο), Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου (Αθήνα 8-12 Δεκεμβρίου 2010),  επιμέλεια ύλης - επιστημονική επιμέλεια Γιώργος Βοζίκας,  Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, αρ. 30, τόμος Β΄, Αθήνα 2013, σ. 657-679 (Βλ. και ηλεκτρονική ανάρτηση στο  academia.edu).
[23] Βλ. Ντ. Ψυχογιός, · Κ. Τριαναταφύλλου, «Το βόρειον όριον …ό. π.»· Ε. Ψυχογιού,  «Οι δικοί μας άγνωστοι… ό. π.
[24] Στο περιοδικό Ηλειακά (τεύχος  ΙΒ΄, ι957, σ. 283-286) δημοσιεύεται  σε αντιγραφή από το έντυπο κτητορικό της μονής Μεγάλου Σπηλαίου απόφαση του σουλτάνου Σελήμ Γ΄ με την οποία το 1803, μετά από αίτηση της Μονής,  επαναπροσδιορίζονται οι προνομιακοί όροι  που ίσχυαν για την ιδιοκτησία της στην εν λόγω περιοχή, που ίσχυαν από την αρχή της Τουρκοκρατίας. Για τη «Μαύρη» Παναγία Μεγαλοσπηλιώτισσα και τη μυθική και συμβολική σχέση της με τη «Μαυρηγή», βλ. Ε. Ψυχογιού, «Μαυρηγή» και Ελένη…, ό. π.
[25] Βλ. σχετικά, Ελένη Ψυχογιού, «Οι δικοί μας άγνωστοι: ακολουθώντας το δρόμο του κοπαδιού από τα χειμαδιά της Βουπρασίας στην Πίνδο»,  Αλφειός 12-13 (1997), σ. 105-118.
[26] Βλ. Ντίνος Ψυχογιός, «Μετεωρολογικά Ηλειώτικα», Ηλειακά ΙΗ΄ (1959), σ. 530.